Η Σταφιδική Κρίση της δεκαετίας του 1890: Αιτίες, Εκδήλωση και Αντιμετώπιση

Του Παναγιώτη Τάταρη

Κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, στην Ελλάδα εκδηλώθηκε μια μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία αναστάτωσε τον ελληνικό αγροτικό πληθυσμό και ιδιαίτερα τους αγρότες της Πελοποννήσου. Μάλιστα, κατά την περίοδο αυτή της κρίσης, προκλήθηκε ακόμα και κοινωνική αναταραχή στους αγροτικούς πληθυσμούς. Η οικονομική κρίση και η αναταραχή προκλήθηκαν από τη λεγόμενη σταφιδική κρίση, που εκδηλώθηκε το 1890 και χαρακτήρισε την οικονομία της Ελλάδας κατά το τέλος του 19ου αιώνα.

Αρχικά, οι ρίζες της σταφιδικής κρίσης εντοπίζονται πίσω στο 1871, με την αγροτική μεταρρύθμιση του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου και τη διανομή των εθνικών γαιών σε Έλληνες ακτήμονες γεωργούς. Συγκεκριμένα, διανεμήθηκαν 2.650.000 στρέμματα, με χαμηλές καταβολές, σε 357.217 κλήρους, συνολικής αγοραστικής αξίας 90 εκατομμυρίων δραχμών. Επειδή όμως οι κλήροι που διατέθηκαν ήταν μικροί, αλλά και το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών, νέων και παλαιών, ήταν μικροϊδιοκτήτες, οι νέοι καλλιεργητές στράφηκαν σε εντατικές καλλιέργειες, που απαιτούσαν μικρές εκτάσεις και απέφεραν αξιόλογα κέρδη, όπως οι ελιές και κυρίως η σταφίδα. Όσον αφορά τη σταφίδα, αποτελούσε το σπουδαιότερο αγροτικό προϊόν της Πελοποννήσου. Συγκεκριμένα, η μεγαλύτερη παραγωγή σημειωνόταν στη βόρεια και δυτική Πελοπόννησο. Η Μεγάλη Βρετανία υπήρξε η χώρα με τη μεγαλύτερη ζήτηση κορινθιακής σταφίδας, και η συντριπτική πλειοψηφία της εξαγόμενης σταφίδας από την Ελλάδα, κατέληγε στη Μεγάλη Βρετανία, ενώ ένα μικρό μόνο ποσοστό της παραγωγής διοχετευόταν στην ελληνική αγορά. Μάλιστα, η ποιότητα της ελληνικής σταφίδας ήταν από τις καλύτερες. Συνεπώς, η καλλιέργεια και το εμπόριο σταφίδας ενίσχυσε σημαντικά την ελληνική οικονομία, αλλά και τις σταφιδοπαραγωγές περιοχές ειδικότερα.

Το 1878 ένα συγκυριακό γεγονός εκτόξευσε τη ζήτηση και κατά συνέπεια την τιμή της σταφίδας στο εξωτερικό. Τα αμπέλια της Γαλλίας προσεβλήθησαν από φυλλοξήρα, με συνέπεια να μειωθεί σε τεράστιο βαθμό η γαλλική παραγωγή σταφίδας. Το γεγονός αυτό είχε ως άμεση συνέπεια τη ραγδαία αύξηση της ζήτησης της ελληνικής σταφίδας και ταυτόχρονα της τιμής της, αφού οι Γάλλοι οινοπαραγωγοί αναπλήρωσαν τις απώλειές τους με ελληνικά σταφύλια. Ειδικότερα, στις αρχές του 1880, η τιμή της σταφίδας είχε διαμορφωθεί στα 282 φράγκα. Το γεγονός αυτό οδήγησε τους Έλληνες αγρότες να επενδύσουν στην καλλιέργεια σταφίδας, ενώ παράλληλα οι σταφιδοπαραγωγοί εξασφάλιζαν τεράστια κέρδη. Μέσα στη δεκαετία του 1880 η παραγωγή της σταφίδας αυξήθηκε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, λόγω της καλλιέργειας νέων αμπελώνων από τους Έλληνες αγρότες για να καλύψει τη διεθνή ζήτηση, ενώ παράλληλα αυξήθηκε και η τιμή της. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1890 και μετά, όμως, η σταφιδική κρίση άρχισε σιγά σιγά να εκδηλώνεται. Οι Γάλλοι κατάφεραν να αποκαταστήσουν τους αμπελώνες από τη φυλλοξήρα και άρχισαν σταδιακά να αποδίδουν καρπούς, ενώ παράλληλα η ελληνική παραγωγή είχε αγγίξει μεγάλες ποσότητες. Το αποτέλεσμα ήταν ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής να παραμένει αδιάθετο στις αποθήκες, ενώ και οι τιμές άρχισαν να παίρνουν την κατιούσα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 1890 η τιμή της σταφίδας άγγιζε τα 300 φράγκα ανά 1.000 λίτρα, ενώ τρία χρόνια αργότερα, το 1893 η τιμή μόλις και μετά βίας έφτανε στα 42 φράγκα ανά 1.000 λίτρα. Σε γενικές γραμμές, στη γαλλική ζήτηση της σταφίδας την περίοδο 1878-1893 οφείλεται η εντυπωσιακή ανάπτυξη της σταφιδοκαλλιέργειας στη βόρεια και δυτική Πελοπόννησο, όσο και τα τεράστια αποθέματα της σταφίδας τα οποία παρέμειναν απούλητα στις αποθήκες από την περίοδο 1892/1893.

Μπροστά στα πρόθυρα της οικονομικής τους κατάρρευσης οι αγρότες της Πελοποννήσου ξεσηκώθηκαν και ζήτησαν την προστασία του κράτους για την αντιμετώπιση της κρίσης. Από το 1893, με αφορμή τις ολοένα και περισσότερες σοδειές που παρέμεναν απούλητες, άρχισαν να διοργανώνονται συλλαλητήρια από τους σταφιδοπαραγωγούς στις μεγάλες πόλεις της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Η κυβέρνηση Τρικούπη το 1893, προκειμένου να αντισταθμίσει τις απώλειες, προτείνει για πρώτη φορά την ιδέα του παρακρατήματος. Ωστόσο, το παρακράτημα δεν εφαρμόστηκε μέχρι το 1895 με την κυβέρνηση Θεοτόκη. Μετά τη θεσμοθέτησή του ως νόμο του κράτους, επιβλήθηκε παρακράτημα 15% επί της εξαγώγιμης σταφίδας. Σύμφωνα με αυτό το νόμο, που δεν είχε πάγια ισχύ αλλά ανανεωνόταν κάθε χρόνο, κάθε παραγωγός έπρεπε να παραδώσει στις κρατικές αποθήκες το 15% της ποσότητας, που θα εξήγαγε. Στη συνέχεια το κράτος πουλούσε αυτό το απόθεμα σε οινεμπόρους, που μόνο με τη μορφή οινοπνεύματος μπορούσαν να το εξάγουν. Τα έσοδα που συγκεντρώνονταν μ’ αυτό τον τρόπο δεν πήγαιναν στα κρατικά ταμεία, αλλά σε έναν ειδικό λογαριασμό με σκοπό την ίδρυση αγροτικής τράπεζας για την ενίσχυση των σταφιδοπαραγωγών. Αρχικά οι τιμές συγκρατήθηκαν, για να κατρακυλήσουν όμως τρία χρόνια αργότερα, γιατί αφενός ο νόμος δεν εφαρμόστηκε σωστά και αφετέρου ένα μέρος του παρακρατήματος εξαγόταν παράνομα.

Το 1897 παρουσιάζεται νέο νομοσχέδιο που απέβλεπε στη δημιουργία Σταφιδικής Τράπεζας, η οποία ιδρύθηκε οριστικά με νέο νόμο το 1899 από την κυβέρνηση Θεοτόκη. Σκοπός της ήταν να παράσχει χαμηλότοκα δάνεια στους παραγωγούς και να διαχειρίζεται το παρακράτημα, αλλά και την ποσότητα της παραγόμενης σταφίδας. Παρά τα ενθαρρυντικά αρχικά μηνύματα ούτε και αυτή η ενέργεια της κυβέρνησης είχε αποτελέσματα. Το 1902 οι τιμές έπεσαν και πάλι, εξαιτίας της υπερπαραγωγής, ενώ το 1903 η κατάσταση επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα το κράτος με νεότερο νόμο να αυξήσει το παρακράτημα στα 24%. Την ίδια χρονιά ένας όμιλος Άγγλων κεφαλαιούχων πρότειναν να αγοράσουν μονοπωλιακά την πελοποννησιακή σταφίδα για 20 χρόνια. Η πρόταση αυτή προκάλεσε ενθουσιασμό τους σταφιδοπαραγωγούς, οι οποίοι θεωρούσαν πως μ’ αυτό τον τρόπο θα απαλλαγούν από το άγχος της απορρόφησης της παραγωγής τους και θα έπαυαν να είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης των σταφιδεμπόρων. Η απόρριψη όμως αυτής της πρότασης από την κυβέρνηση Δηλιγιάννη προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Μάλιστα, μέσα στη Βουλή διεξάγονταν ομηρικές συζητήσεις για το θέμα του μονοπωλίου. Στις 12 Ιουνίου η κυβέρνηση Δηλιγιάννη πέφτει και τη διαδέχεται εκ νέου κυβέρνηση υπό το Θεοτόκη. Στις 19 Ιουνίου 1903 ο Θεοτόκης ανήγγειλε τη ματαίωση της ψήφισης της Σύμβασης, λόγω αντιδράσεων και παρεμβάσεων από το αγγλικό κράτος. Η ματαίωση της σύμβασης με τους Άγγλους κεφαλαιούχους προκάλεσε μεγάλο αναβρασμό τη δυτική και βόρεια Πελοπόννησο. Στο χωριό Βαρβάσαινα του Πύργου οι διαμαρτυρίες εξελίχθη καν σε ένοπλες συγκρούσεις, στις οποίες πρωτοστατούσαν αναρχικοί και σοσιαλιστικοί κύκλοι.

Μόλις δύο εβδομάδες μετά το σχηματισμό κυβέρνησης, ο Θεοτόκης πέφτει στις 25 Ιουνίου 1903 από τους βουλευτές του, που ήταν υπέρμαχοι του μονοπωλίου, και αντικαταστάθηκε από τον Ράλλη στις 28 Ιουνίου. Όταν το Δεκέμβριο του 1903 ο Θεοτόκης επανήλθε στην εξουσία, πήρε σειρά μέτρων για την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Με νόμο ορίστηκε να αγοράζει η Σταφιδική Τράπεζα το πλεόνασμα της παραγωγής, αποφασίστηκε η είσπραξη του εγγείου φόρου σε είδος, ενώ ταυτόχρονα παίρνονταν μέτρα για την αποτροπή ανάπτυξης νέων καλλιεργειών. Ωστόσο, τη μεγαλύτερη λύση στη σταφιδική κρίση φαίνεται να την έδωσε η μετανάστευση μεγάλου αριθμού σταφιδοπαραγωγών στην Αμερική, κι έτσι λύθηκε ένα ζήτημα που επέφερε μεγάλη αναταραχή και οικονομική κρίση στην Ελλάδα για μία δεκαετία, η οποία χαρακτηρίστηκε από πτώχευση και έναν αποτυχημένο ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Βιβλιογραφία
Τραμπαδώρος Διονύσιος, «Το Σταφιδικό Ζήτημα: Το χρονικό της κρίσης και οι συνέπειές της»

offlinepost.gr

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.