Η συμβολή του Νεοπλατωνισμού στην «Αναγέννηση» της Δυτικής Ευρώπης

Κατά λέξη, ο όρος «Αναγέννηση» σημαίνει ότι κάτι γεννήθηκε ξανά και, συνήθως, χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι στον 14ο αιώνα υπήρξε μια αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για τον κλασικό πολιτισμό της Ελλάδας και της Ρώμης.

του Χαράλαμπου Ε. Ανδριανόπουλου, φοιτητή Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Κατ’ εκείνη την περίοδο, ανακαλύφθηκαν σημαντικά καινούργια λατινικά κείμενα, αλλά κατά πολύ μεγαλύτερη σημασία αποτέλεσε η αποκάλυψη των κλασικών ελληνικών σπουδών στους Δυτικούς. Σε αυτό ενισχύθηκαν πολύ από τη συνεισφορά διάφορων Βυζαντινών λογίων που είχαν μεταναστεύσει στην Ιταλία ήδη πριν από την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι λόγιοι από το Βυζάντιο δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και τα επιτεύγματα των αρχαίων προγόνων τους. Με τη δράση αυτή ενέπνευσαν Ιταλούς λογίους να ταξιδέψουν στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις της Εγγύς Ανατολής αναζητώντας ελληνικά χειρόγραφα. Το 1423 μόνο ένας Ιταλός ουμανιστής, ο Giovanni Aurispa, μετέφερε 238 χειρόγραφα βιβλία, όπου συμπεριλαμβάνονταν έργα του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Θουκυδίδη.[1]  Έτσι τα περισσότερα κλασικά ελληνικά έργα, ιδιαίτερα τα γραπτά του Πλάτωνα, των δραματικών και ιστορικών, έγιναν προσιτά στον σύγχρονο κόσμο.

Στην ιστορία της αναβίωσης των ελληνικών γραμμάτων και του ελληνικού πνεύματος στην Ιταλία σημα­ντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Βυζαντινοί λόγιοι που έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη και γενι­κότερα από την Ανατολική Αυτοκρατορία πριν και μετά την Άλωση της Πόλης. Από τα τέλη του 14ου μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα έφταναν διαρκώς α­πό την Ανατολή και κατέκλυζαν τις χώρες της Ευ­ρώπης λόγιοι από βυζαντινές ή πρώην βυζαντινές περιοχές.

Η εικόνα που θέλει τον Έλληνα σοφό να φεύγει μπροστά από τον Τούρκο κατακτητή σφίγ­γοντας στα χέρια του πολύτιμα χειρόγραφα και να τα διασώζει μεταφέροντας με αυτό τον τρόπο την αρχαία ελληνική γραμματεία στη Δύση, δεν αντα­ποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα ελληνικά χειρόγραφα αναζητούνταν και αγοράζονταν από τους Δυτικούς πολλά χρόνια πριν από την Άλωση και Βυζαντινοί διανοούμενοι βρέθηκαν στη Δύση, όπου δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και διέδωσαν την ελληνική σκέψη δεκαετίες πριν από το 1453. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, μεγάλο κύμα λογίων προσφύγων, όπως ήταν φυσικό, κατέφυγε στην Ιταλία για να διδάξει την ελληνική γλώσσα και την ελληνική σκέψη, εφ’ όσον μάλι­στα το κλίμα είχε ήδη διαμορφωθεί νωρίτερα από τις συνεχείς επαφές της δυτικής διανόησης με τα επιτεύγματα της ελληνικής κουλτούρας και αφού είχε προηγηθεί η διάδοση των ελληνικών στην Ιταλική χερσόνησο από τους «πρόδρομους» διδα­σκάλους.[2] Έτσι, πλέον στην Αναγέννηση, πέραν των αριστοτελικών κειμένων, ήταν πλέον διαθέσιμες στους στοχαστές και άλλες πηγές που διεύρυναν τους ορίζοντες της προσέγγισής τους. Αρχίζουν να εμφανίζονται μεταφρασμένα στα λατινικά κείμενα του Πλάτωνα, νεοπλατωνικής εμπνεύσεως σχόλια στον Αριστοτέλη, νεοπυθαγόρεια και ερμαϊκά, στωικά κ.α.[3]

 

Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΜΙΣΤΟΣ (ΠΛΗΘΩΝ)

Ανάμεσα στο 1450 και το 1600 περίπου, η ιταλική σκέψη επηρεάστηκε βαθιά από τη σχολή νεοπλατωνικών στοχαστών, που αποσκοπούσαν να συνδυάσουν τις ιδέες του Πλάτωνα, του Πλωτίνου, καθώς και διάφορων παραφυάδων του αρχαίου μυστικισμού, με τον Χριστιανισμό. Οι κυριότεροι εκπρόσωποί τους ήταν ο Μαρσίλιος Φιτσίνο (Marsilio Ficino, 1433 – 1499) και ο Ιωάννης Πίκο (Giovanni Pico Della Mirandola, 1463 – 1494). Και οι δύο τους ήταν μέλη της Πλατωνικής Ακαδημίας.

Η Ακαδημία ήταν μια χαλαρά οργανωμένη εταιρεία λογίων που συγκεντρώνονταν για να ακούσουν αναγνώσεις κειμένων και διαλέξεις. Ο ήρωάς τους ήταν αναντίρρητα ο Πλάτων. Μερικές φορές γιόρταζαν τα γενέθλια του Πλάτωνα, οργανώνοντας συμπόσια προς τιμήν του, μετά από τα οποία όλοι έβγαζαν λόγους, σαν να ήταν πρόσωπα ενός πλατωνικού διαλόγου.[4] Σε πολλά έργα της δευτερογενούς βιβλιογραφίας, από τον 19ο αιώνα κυρίως και ύστερα, αναπαράγεται μια αφήγηση, σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια της παρουσίας του Πλήθωνα[5] στη Φλωρεντία, επ’ αφορμή της Συνόδου της Φεράρας–Φλωρεντίας (1438-1439), ο Κόζιμο Μέδικος (1389-1464) συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας μιας Πλατωνικής Ακαδημίας στη Φλωρεντία, ώστε να καταστήσει την πόλη του νέα Αθήνα. Επειδή δεν βρισκόταν η κατάλληλη προσωπικότητα που θα μπορούσε να αναλάβει ένα τόσο σπουδαίο εγχείρημα, ο Κόζιμο περίμενε περίπου είκοσι έτη, όταν διέκρινε στον νεαρό Φιτσίνο τα χαρακτηριστικά που απαιτούνταν για την ευόδωση του σχεδίου. Αφού μερίμνησε για την εκπαίδευσή του, η οποία περιελάμβανε την άριστη γνώση της αρχαίας ελληνικής, το 1462 του παραχώρησε μια οικία στη Φλωρεντία, μια έπαυλη στο Careggi και έναν κώδικα με το σύνολο του πλατωνικού corpus. Στο Carregi θεμελιώθηκε η Πλατωνική Ακαδημία της Φλωρεντίας, στην οποία φοίτησαν όλες σχεδόν οι πνευματικές προσωπικότητες της Φλωρεντινής Αναγέννησης στον 15ο αιώνα.

Ο ίδιος ο Πλήθων δεν αναφέρει τον Κόζιμο Μέδικο ως ένα από τα πρόσωπα που γνώρισε προσωπικά στην Ιταλία ή που παρακολούθησαν τις διαλέξεις του, γεγονός περίεργο αν λάβει κάποιος υπόψη του την επιφάνεια του Κόζιμο. Ούτε στις λατινικές πηγές της εποχής γίνεται λόγος για συνάντηση Πλήθωνα και Κόζιμο. Γνωρίζουμε με σιγουριά παρ’ όλα ταύτα, ότι ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1408-1487), που είχε γίνει πασίγνωστος στη Φλωρεντία, ότι διατηρούσε στενή σχέση με τον Κόζιμο και τους Μεδίκους.

Ο Κόζιμο υπήρξε μανιώδης συλλέκτης κωδίκων που περιελάμβαναν αρχαιοελληνικά κείμενα. Από ποιητικού και επαινετικού χαρακτήρα αναφορές του Φιτσίνο φαίνεται πιθανότατο να επωφελήθηκε ο Κόζιμο της παρουσίας του Πλήθωνα στην Φλωρεντία, ώστε να αποκτήσει ένα αντίγραφο του περιβόητου κώδικα που κατείχε ο Πλήθων, στον οποίο περιλαμβάνονταν όλα τα έργα του Πλάτωνα.

Η πλατωνική Ακαδημία της Φλωρεντίας

 Η μόνη πρωτογενής πηγή που αναφέρει την υποτιθέμενη συνάντηση Πλήθωνα και Κόζιμο είναι από τον Φιτσίνο, στον πρόλογο της λατινικής μετάφρασης του Πλωτίνου. Το κείμενο όμως αυτό χρονολογείται στο 1490.

 

      Ο Μαρσίλιο Φιτσίνο

Την ίδια πρακτική ακολουθούσαν και πολλοί άλλοι Ιταλοί λόγιοι στη διάρκεια του 15ου αιώνα. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει όποιος διαβάσει προσεκτικά και τον πρόλογο του Φιτσίνο στη μετάφραση του Πλωτίνου.

«Ο Μεγάλος Κόζιμο, o πατέρας αυτής της χώρας με άδεια του Συμβουλίου, την εποχή που διεξαγόταν στη Φλωρεντία μια Σύνοδος ανάμεσα στους Έλληνες και τους Λατίνους υπό την εποπτεία του πάπα Ευγενίου Ε’, συχνά παρακολουθούσε έναν Έλληνα φιλόσοφο που λεγόταν Γεμιστός Πλήθων να εξηγεί, σαν άλλος Πλάτων, τα πλατωνικά μυστήρια. Από τα φλογερά του χείλη ο Κόζιμο εμπνεύστηκε και παροτρύνθηκε ώστε από εκείνη τη στιγμή να οραματιστεί ένα είδος Ακαδημίας, την οποία θα δημιουργούσε την πρώτη κατάλληλη στιγμή. Αργότερα, ενώ ο σπουδαίος Μέδικος θέλησε να πραγματώσει με κάποιο τρόπο το μεγάλο του όραμα, επέλεξε εμένα, τον υιό του αγαπημένου του ιατρού Fecino, ενώ ακόμη ήμουν παιδί, να αναλάβω το έργο, εκπαιδεύοντάς με από την πρώτη ημέρα για αυτόν τον σκοπό. Επιπλέον, φρόντισε να μην έχω στη διάθεσή μου μόνο τα κείμενα του Πλάτωνα στα ελληνικά, αλλά και εκείνα του Πλωτίνου. Μετά από αυτά, το 1463, στο τριακοστό έτος της ηλικίας μου, μου ανέθεσε να μεταφράσω πρώτα τον Ερμή Τρισμέγιστο και ύστερα τον Πλάτωνα.»[6]

Ο νεοπλατωνισμός σαν ρεύμα, θα ασκήσει την επίδρασή του και στην τέχνη. Μέσου αυτής της επιρροής, οι καλλιτέχνες, θα αποδίδουν όχι πιστά το πρωτότυπο, αλλά την ιδέα του. Το βαθύτερο πνευματικό του περιεχόμενο οδηγεί το άτομο στην εισαγωγή του ως αυτόνομη οντότητα στον πολιτισμό. Η αποθέωση του ατόμου, θα φτάσει στον μέγιστο βαθμό κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, στη Ρώμη με τον Ουμανισμό που επιδεικνύει η Ρωμαϊκή Εκκλησία.[7] Τα studia humanitatis αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον όχι μόνο για τις κλασικές σπουδές, τα κλασικά κείμενα, αλλά και τα αρχαία μνημεία, μιας και η μελέτη των κειμένων προηγήθηκε της αρχαιολογικής έρευνας. Από την εποχή του Πάπα Νικόλαου Ε’ (1447 – 1455), η Αγία Έδρα, συνειδητοποιεί την ηθική της υποχρέωση να προστατέψει τα μνημεία της Ρώμης, ενώ την ίδια πολιτική συνεχίζει και ο Πίος Β’ (1503 – 1513), εντείνοντας τις αρχαιολογικές έρευνες.[8] Η μελέτη των αρχαίων μνημείων κορυφώνεται κατά τη διάρκεια της θητείας του Λέοντα Ι, γιου του Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπούς, ο οποίος όπως είναι γνωστό είχε πλήθος συλλογών αρχαίων. Η μελέτη της αρχαιότητας βοήθησε και στην αναβάθμιση τεχνών όπως η ζωγραφική, μέσα από το έργο του Αλμπέρτι (1435).[9]

Ο νεοπλατωνισμός θα επηρεάσει με τέτοιο τρόπο τους καλλιτέχνες, ώστε να αποτυπώσουν αρχαίους μύθους και παραστάσεις από την ελληνορωμαϊκή παράδοση με υπερβατικό και συμβολικό πνεύμα. Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα έργα του Botticelli, η Άνοιξη (1477-1478), η Γέννηση της Αφροδίτης (1483-1484) και το αλληγορικό, η Συκοφαντία του Απελλή (1494). Οι παραστάσεις αυτές όπως είναι φυσικό απευθύνονται σε ένα πολύ εκλεπτυσμένο και καλλιεργημένο κοινό το οποίο συνήθως ζητά και παραγγέλνει από τους καλλιτέχνες εξεζητημένα έργα.  Μέσω της πλατωνικής θεωρίας επιχειρείται να αναλυθεί, διασαφηνιστεί και ερμηνευτεί, η σχέση του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του αλλά και σε ένα υπερβατικότερο επίπεδο, με τον Θεό. Και δε θα ήταν καθόλου υπερβολή να τον χαρακτηρίζαμε ως πρόδρομο του μετέπειτα Διαφωτισμού.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ε. Μ. Burns, «Ευρωπαϊκή Ιστορία: Ο δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι», δ’ έκδοση, επιμέλεια Ι.Σ. Κολιόπουλος, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006
  2. Γεώργιος Χρ. Στείρης, «Φιλοσοφία και Κόσμος, Κοσμολογικές αντιλήψεις κατά τους Μέσους χρόνους και την Αναγέννηση», εκδ. Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2004
  3. «The Cambridge History of Later Greek and Early Medieval Philosophy», επιμέλεια H. Armstrong, Cambridge University Press 1967
  4. Serge Bernstein, Pierre Milza, «Ιστορία της Ευρώπης: Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη (5ος – 18ος αιώνας), τόμ. 1, εκδ. Αλεξάνδρεια, Παρίσι 1994

[1]  Ε. Μ. Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία: Ο δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι, σ. 104

[2] Κ. Γιαννακόπουλος, Βυζάντιο και Δύση. Η αλληλεπίδραση των αμφιθαλών πολιτισμών στον Μεσαίωνα και στην ιταλική Αναγέννηση (330-1600), σ. 397

[3] Ε. Μ. Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία: Ο δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι, σ. 112

[4] Ε. Μ. Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία: Ο δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι, σ. 105

[5] Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων ήταν μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της υστεροβυζαντινής πνευματικής ζωής. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1360 από επιφανή οικογένεια και απέκτησε πολύ καλή γενική και κλασική παιδεία. Δίδαξε φιλοσοφία στην αυλή των Δεσποτών του Μυστρά και συνόδευσε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Ιωσήφ στη Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας. Στο κλασικό πνεύμα κινείται και το σημαντικό συγγραφικό του έργο που αποτελείται από φιλοσοφικές πραγματείες, υπομνήματα για την πολιτική κατάσταση στο Δεσποτάτο του Μυστρά, έργα αστρολογίας και γεωγραφίας. Μέσα από τα έργα του φαίνεται το πρόσωπο ενός πατριώτη στοχαστή, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικού και κοινωνικού μεταρρυθμιστή. Ως οπαδός του πλατωνισμού και της δυτικής σχολαστικής φιλοσοφίας και μέσα στο πνεύμα αναγέννησης και ανθρωπισμού της εποχής, ο Πλήθων υπήρξε επίσης ο πρώτος βυζαντινός φιλόσοφος που τόλμησε να ασκήσει κριτική και να αμφισβητήσει συνολικά το χριστιανικό δόγμα. Οι Νόμοι του μάλιστα ρίχτηκαν στην πυρά από τα χέρια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιου Σχολάριου Γεννάδιου, ως απαγορευμένο έργο. Όλη του η δραστηριότητα και κυρίως η φιλοσοφική του προσφορά τον καθιέρωσαν ως μια από τις σημαντικότερες πνευματικές προσωπικότητες του Βυζαντίου.

[6] Μ. Ficino, Opera omnia, Basel 1576, σελ. 1537

[7] Π. Βαλλιάνος, Αναγέννηση και Ουμανισμός, τ. Β., Ε.Α.Π., Πάτρα, 2001, σ. 17

[8] Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Ιταλική Αναγέννηση κτλ, Αθήνα 2004, σελ. 51 – 90

[9] Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Οι Πραγμάτειες περί Ζωγραφικής, Αλμπέρτι και Λεονάρντο, Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο Κρήτης 1988

, , , , , ,

About Νίκος Παππάς

View all posts by Νίκος Παππάς →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.