Η σύγχρονη «θρησκεία» του επιστημονισμού

Γράφει ο Γιώργος Καρπούζας – Books Journal

Σωτήρης Μητραλέξης, Paul Tyson, Peter Harrison (επιμ.), Πέρα από την Επιστήμη και τη Θρησκεία – Νέες φιλοσοφικές και ιστορικές προσεγγίσεις, επίμετρο: Αθανάσιος Σ. Φωκάς, Ροπή, Θεσσαλονίκη 2021, 256 σελ.


Η συλλογή δοκιμίων, Πέρα από την Επιστήμη και τη Θρησκεία: νέες φιλοσοφικές και ιστορικές προσεγγίσεις, είναι ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα. Ο επιστημολόγος, ο ιστορικός των ιδεών, ο ειδικός στη φιλοσοφία μπορούν να αλιεύσουν επιχειρήματα και παραπομπές που θα ικανοποιήσουν τον πιο απαιτητικό ανάμεσα τους.

Ωστόσο, το επίπεδο ανάγνωσης στο οποίο εγώ θα κινηθώ είναι αυτό του μορφωμένου αναγνώστη που θέλει να πλουτίσει τις γνώσεις του και να ενημερωθεί για ένα φλέγον θέμα του δημοσίου διαλόγου της εποχής μας, το οποίο παράλληλα μετέχει του γενικότερου προβληματισμού σχετικά με τον λεγόμενο πόλεμο των αξιών. Το βιβλίο είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια συλλογή κειμένων πολεμικής, αποσκοπούντων στην κατάρριψη των αξιώσεων επιστημονικότητας και αλήθειας της κυρίαρχης στην εποχή μας κοσμοθεωρίας του επιστημονισμού(scientism). Ωστόσο, τα παρατιθέμενα δοκίμια συνέχονται από μια κριτική διάθεση έναντι της εξιδανίκευσης της σύγχρονης επιστήμης και της δυνατότητάς της να επιλύει πολιτικά και ηθικά ζητήματα, με την οποία έχει επενδυθεί από την κοινή γνώμη των κοινωνιών μας.

Από αυτήν την άποψη είναι πολύ διαφωτιστικό το δοκίμιο του Σωτήρη Μητραλέξη, ενός εκ των επιμελητών του τόμου, ο οποίος σχετικοποιεί τις έννοιες θρησκεία και επιστήμη, θεωρώντας τις εννοιολογικές κατασκευές των τελευταίων αιώνων, που προσπαθούν να συμπυκνώσουν πολυσχιδείς πρακτικές και πραγματικότητες οι οποίες σε παλαιότερες εποχές δεν θεωρούνταν διαχωρισμένες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Η εποχή μας κυριαρχήθηκε από την αφήγηση μιας «καλής» επιστήμης που θα λύσει όλα τα προβλήματα των ανθρώπων, λυτρώνοντάς τους παράλληλα από την ιδεολογική επικυριαρχία μιας σκοταδιστικής θρησκείας, και της Εκκλησίας ως θεσμικού φορέα της, που λειτουργεί ως τροχοπέδη στην πνευματική και ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας. Γράφει ο Μητραλέξης:

Σύμφωνα με τον δημοφιλή επιστημονισμό, η επιστήμη και συγκεκριμένα η τεχνολογία υφαρπάζουν και σφετερίζονται αυτό που αντιλαμβάνονται ως υποσχέσεις της θρησκείας – με τη διαφορά ότι εκείνες είναι τώρα οι νόμιμοι κληρονόμοι, ενώ η θρησκεία θεωρείται ως ο πολυαιώνιος σφετεριστής.

Πού θα οδηγήσει η φρενήρης ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας; Σύμφωνα με έναν άλλον από τους συγγραφείς του τόμου:

Για τους ανθρώπους της εποχής μας, δεν υπάρχει κανένας ορίζοντας υπερβατικού πάνω από το εμμενές πλαίσιο της πραγματικότητας, ο οποίος θα μπορούσε να κρίνει ή να περιορίσει τη θέλησή μας να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και να αποκτήσουμε ανταγωνιστική ισχύ. Ζούμε στην εποχή όπου η libido dominandi έχει επανακαθοριστεί σε αξία. Στο πλαίσιο αυτό, δεν υπάρχει καμία ευσέβεια προς τον Δημιουργό που θα μπορούσε να περιορίσει την τεχνολογικά ενισχυμένη δύναμη που ασκούμε πάνω στη φύση – καταστρέφοντάς την.

Καμία αντίρρηση ως προς την ορθότητα αυτών των διαπιστώσεων. Σε εποχές όμως που η πίστη προς τον Δημιουργό ήταν πολύ πιο θερμή, είναι βέβαιο πως οι τότε ισχυροί αισθάνονταν μεγαλύτερο πειθαναγκασμό  να ακολουθήσουν τις ευαγγελικές εντολές της αγάπης προς τον πλησίον και της ταπεινότητας; Όπως έγραφε ο Μπέρτραντ Ράσελ για τους βασιλείς και τους βαρώνους τευτονικής καταγωγής που διαδέχτηκαν την Pax Romana:

Και γιατί εκείνοι, με τις στρατιές των υπερήφανων ιπποτών τους, θα έπρεπε να υπακούσουν τις εντολές γραμματιζούμενων ανθρώπων, ορκισμένων στην αγαμία και στερούμενων ένοπλης δύναμης; Παρά την εκκλησιαστική δυσμένεια, διατήρησαν τη μονομαχία και τη δίκη διά των όπλων και ανέπτυξαν τις κονταρομαχίες και τον αυλικό έρωτα. Ενίοτε, σε μια έκρηξη οργής, μπορεί ακόμα και να σκότωναν διαπρεπείς εκκλησιαστικούς άνδρες.

Είναι νομίζω λάθος να αποδίδει κανείς την ηθική αποχαλίνωση την ισχυρών του κόσμου μας στην επικράτηση μιας υλιστικής και νατουραλιστικής κοσμοθεωρίας στο επίπεδο της κοινωνικής ιδεολογίας. Οι αναζητούντες την ισχύ έπρατταν διαχρονικά με αυτόν τον τρόπο, ανεξάρτητα από την εκάστοτε επίσημη ιδεολογία της κοινωνίας στην οποία ζούσαν.

Πολύ ενδιαφέρον  παρουσιάζουν επίσης τα ιστορικά δοκίμια της συλλογής τα οποία εξετάζουν πώς δημιουργήθηκε σταδιακά η κοινωνική κατηγορία του «επιστήμονα» και πώς αυτός αναβιβάστηκε σε ουδέτερο και δίκαιο κριτή του ορθού και του αληθούς για την κοινωνική ολότητα. Στέκομαι επίσης στην περιγραφή των βικτωριανών πνευματικών και επιστημονικών ελίτ, των τόσο απασχολημένων με τα ζητήματα της θρησκευτικής και επιστημονικής αλήθειας και του συγκερασμού τους, που κάποιος κακεντρεχής θα σχολίαζε δηκτικά τη διάθεση θεωρητικής ενατένισης των μορφωμένων τάξεων της εποχής σε σχέση με τις σκληρές πραγματικότητες της βιομηχανικής επανάστασης που βίωναν οι εργαζόμενοι συμπολίτες τους.

Πλην όμως, στην εποχή του Διαδικτύου, σχεδόν όλοι είμαστε και λίγο δημόσιοι διανοούμενοι, οπότε έχουμε άποψη για τη θρησκεία, την επιστήμη και τη μεταξύ τους σχέση, την οποία σπεύδουμε να δημοσιοποιήσουμε.

Η αποδόμηση των αξιώσεων της σύγχρονης επιστήμης γίνεται με πολύ πειστικό τρόπο στο βιβλίο αυτό, το οποίο μυεί τον ελληνα αναγνώστη στις αναζητήσεις των ειδικών του αγγλοσαξονικού κόσμου. Ένα σύντομο βιβλιαράκι του Παναγιώτη Κονδύλη με τίτλο, Επιστήμη, Ισχύς και Απόφαση, με διαφορετική αφετηρία και παραδοχές, θυμάμαι να έχει προκαλέσει σε εμένα ως αναγνώστη παρόμοια αίσθηση απομάγευσης. Εκείνο το βιβλίο είχε αρραγή συλλογιστική, υπολειπόταν όμως του παρόντος σε παραπομπές και αναφορές σε τεχνικά επιστημονικά ζητήματα.

Όμως, αν ο επιστημονισμός είναι ένας Θεός που απέτυχε, ποια είναι η λύση για το κενό που θα αφήσει; Η επιστροφή στην παραδοσιακή ευσέβεια; Οι αναζητήσεις του πνευματικού κινήματος της Ριζοσπαστικής Ορθοδοξίας;(Radical Orthodoxy). Ο John Milbank, εμπνευστής του κινήματος, γράφει μεταξύ άλλων στο δοκίμιό του (το εκτενέστερο του τόμου):

Στην απουσία του Θεού, υπερίπταται η σκιά μιας σκοτεινής μαγείας, δυσνόητων δυνάμεων και παρορμήσεων, μιας επιστροφής της δεισιδαιμονίας σε κάθε επίπεδο – και μιας ανάγκης για αποσύνθεση. Γνωρίζουμε τις διονυσιακές πολιτικές εκδηλώσεις της πολύ καλά. Η μαγευμένη εμμενειοκρατία και ενδοκοσμικότητα, λοιπόν, διατηρεί τη γοητεία της, και η ελκυστικότητά της καθίσταται όλο και πιο μηδενιστική.

Με τα λόγια του γνωμικού που αποδίδεται στον Τσέστερτον, δηλαδή: «όταν οι άνθρωποι παύουν να πιστεύουν στον Θεό, δεν πιστεύουν στο τίποτα αλλά πιστεύουν στο οτιδήποτε».

Επιστροφή στις αγκάλες της Μητρός Εκκλησίας, λοιπόν; Ή οι εκάστοτε θεοί μας θα μας απογοητεύουν διηνεκώς στους αέναους κύκλους της ιστορίας, όπως πίστευε ο Παναγιώτης Κονδύλης;

Φοβάμαι πως κι εγώ έμεινα στα «πολεμικά» ερωτήματα που θέτει η ανάγνωση της παρούσας συλλογής. Ίσως γιατί μέχρι εκεί έφτανα, όπως  πιθανόν οι περισσότεροι από εμάς. Και  για  εμάς τους πολλούς, αλλά και για τους λιγότερους που μπορούν να συλλάβουν τη γοητεία και το βάθος των τεχνικών επιστημολογικών και φιλοσοφικών επιχειρημάτων, συνιστώ την ανάγνωση αυτού του πονήματος που έχει το επιπρόσθετο δέλεαρ ότι δεν συμπορεύεται με την κυρίαρχη ιδεολογία.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.