Η υπόθεση Galloway και η ακραία πολιτική ορθότητα

Του Χρίστου Δαγρέ

Η ακραία Πολιτική Ορθότητα και η μνησικακία του Ριζοσπαστικού Ακτιβισμού μας αφορά όλους, διότι απειλεί την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση. Διάβασα τυχαία για το καφκικό εφιάλτη που έζησε ο Steven Galloway και συγκλονίστηκα από το πόσο ξεκάθαρα ξεπροβάλλει η απειλή αυτή. Ακολουθώντας το νήμα, πέρασα από τη μία υπόθεση στην επόμενη, όλες τους τρομακτικές και με κάποιες βασικές ομοιότητες αλλά και διαφορές που υπογραμμίζουν τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του φαινομένου. Θα περιγράψω τις κυριότερες από αυτές τις υποθέσεις σε σειρά κειμένων, ενώ σε κάποια στιγμή θα επιχειρήσω και ένα ιστορικό περίγραμμα της εξέλιξης του φαινομένου και τους πολιτικοϊδεολογικούς του στόχους, όπως διαμορφώνονται μέσα στα πανεπιστήμια, στις μόδες της διανόησης και στις ακτιβιστικές γκρούπες. Τα παραπάνω δεν αποτελούν κάποια συστηματική έρευνα του φαινομένου – αυτό άλλωστε θα απαιτούσε μήνες έρευνας και πάλι δε θα το εξαντλούσε, μιας και εκατοντάδες μικρά “Σάλεμ” έχουν ξεπηδήσει στις ΗΠΑ, το καθένα κυνηγώντας τις “μάγισσες” του. Ελπίζω όμως να δώσω μια αίσθηση της απειλής που βιώνουμε.


Steven Galloway

Ο Στήβεν Γκάλογουεϊ (Steven Galloway), γεννημένος το 1975 στο Βανκούβερ της Βρετ. Κολομβίας, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους Καναδούς λογοτέχνες, ίσως ο δεύτερος μετά την Μάργκαρετ Άτγουντ. Το 3o του μυθιστόρημά “The Cellist of Sarajevo”, θεωρείται το πιο επιτυχημένο και έχει γνωρίσει παγκόσμια επιτυχία. Στην Ελλάδα δε, έχει μεταφραστεί και εκδοθεί από τις εκδ. Λιβάνη (2009) το 2ο βιβλίο του, η “Ανάβαση”.

Ο Γκάλογουεϊ ευτυχώς βρίσκεται ακόμη εν ζωή, παρά τις προσπάθειες για το αντίθετο εχθρών, “φίλων” και ευεργετηθέντων. Έγραψα παραπάνω ότι “υπήρξε” από τους κορυφαίους λογοτέχνες, διότι σήμερα, δυστυχώς, φαίνεται ότι έχει τερματιστεί η συγγραφική του καριέρα μετά την μακαρθική επίθεση εναντίον του κατά την περίοδο που ήταν ο επικεφαλής του τμήματος Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας (εφεξής, “ΠανΒΚ”). O πρόωρος τερματισμός της καριέρας του εν πολλοίς οφείλεται σε σειρά τραγικών και απαράδεκτων λαθών στα οποία υπέπεσε το ΠανΒΚμέσα στη τοξική ατμόσφαιρα που έχουν δημιουργήσει οι ιεροεξεταστές της ορθοπολιτικής καλλιέπειας. Οι λεπτομέρειες της υπόθεσης είναι γνωστές κυρίως χάρη στην εκτεταμένη και λεπτομερή έρευνα του Brad Cran που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2018 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Quillette.

Τα γεγονότα ξεκινούν την 13η Νοεμβρίου 2015. Το κλίμα στο ΠανΒΚ ήταν ήδη προβληματικό μετά από καταγγελίες για “καταπίεση διαφόρων μειονοτήτων” με κύριο (ίσως και μοναδικό) άξονα των κατηγοριών την αυτοαναφερόμενη “θυματοποίησή” τους. Τότε, μία πρώην φοιτήτρια του τμήματος, η Chelsea Rooney, κατήγγειλε τον Γκάλογουεϊ (μέντορα και επιβλέποντα καθηγητή της πτυχιακής της εργασίας) ότι είχε βιάσει μία μεταπτυχιακή φοιτήτρια. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν ακόμη 19 καταγγελίες φοιτητών (συμπεριλαμβανομένης της ίδιας) εις βάρος του για “κακοποιητική συμπεριφορά”. Ως αποδεικτικό στοιχείο των ισχυρισμών της, προσκόμισε ένα ηχογραφημένο μήνυμα του καθηγητή σε τηλεφωνητή, όπου ο ίδιος ακούγεται να ζητάει συγνώμη, να αναγνωρίζει ότι η συμπεριφορά του ήταν ανάρμοστη και να εκφράζει την επιθυμία να το αποκαλύψει ο ίδιος στον προκάτοχο της έδρας και μέντορα του Keith Maillard.

Τα στοιχεία της ισχυριζόμενης ως βιασθείσας δεν είχαν γίνει ακόμη γνωστά. Τότε, απλώς αναφερόταν ως “MC” (από το Main Complainant, δηλαδή Κύρια Καταγγέλουσα). Η συστηματική διερεύνηση των γεγονότων σχετικά εύκολα απέδειξε ότι η κύρια καταγγελία ήταν σαθρή. Καταρχάς, ήταν δύσκολο να προσδιοριστεί για τι ακριβώς κατηγορούνταν ο  Γκάλογουεϊ δεδομένου ότι (μιλώντας μέσω της Rooney) η MC άλλαζε συνεχώς τις λεπτομέρειες, πέφτοντας συχνά σε αντιφάσεις. Χονδρικά, κατήγγειλε τελικά ότι αφού αποπειράθηκε να τη βιάσει δύο φορές, τελικά τη νάρκωσε και τη βίασε στο γραφείο του, λίγο πριν από μία μεγάλη εκδήλωση του τμήματος στην οποία συμμετείχαν και οι δύο. Όπως αποδείχθηκε, στην πραγματικότητα ο καθηγητής Γκάλογουεϊ και η ισχυριζόμενη ως βιασθείσα φοιτήτρια διατηρούσαν μεταξύ τους εξωσυζυγική σχέση. Η MC αρνούνταν πεισματικά να το παραδεχτεί, αλλά αυτό αποδείχτηκε περίτρανα μετά την ανάκληση 250 σελίδων με σβησμένα μηνύματα που είχαν ανταλλάξει οι δυο τους στην πορεία της σχέσης τους. Το δε περίφημο “ηχητικό ντοκουμέντο” στο οποίο βασίστηκε η καταγγελία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η αποδοχή εκ μέρους του καθηγητή τού ηθικού σφάλματος της εξωσυζυγικής τους σχέσης, και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε παραδοχή του (εξαιρετικά σοβαρού) ποινικού κακουργήματος του βιασμού. Καμία καταγγελία βιασμού ή απόπειρας βιασμού δεν είχε γίνει ποτέ από την MC στην αστυνομία ή αλλού.

Ωστόσο, όλα τα παραπάνω έγιναν γνωστά με καθυστέρηση και αφού προηγουμένως έγινε σειρά λαθών και κακόβουλων ενεργειών εναντίον του Γκάλογουεϊ. Αρχικά, το ηχητικό ντοκουμέντο παρουσιάστηκε παράτυπα σε μία κλειστή ομάδα, επιλεγμένων στελεχών του τμήματος, όπου αποφασίστηκε άτυπα ότι ο Γκάλογουεϊ  είναι ένοχος και απαιτήθηκε από το ΠανΒΚ ο καθηγητής να τεθεί σε διαθεσιμότητα και να αναλάβουν το τμήμα του το δίδυμο Linda Svendsen και Annabel Lyon (πρώην οικογενειακή φίλη του καθηγητή). Το ΠανΒΚ ενήργησε αμέσως, όπως απαιτήθηκε από το παρασυμβούλιο, χωρίς να ζητηθούν αποδείξεις. Ο Γκάλογουεϊ ενημερώθηκε τηλεφωνικά ότι τίθεται σε διαθεσιμότητα, όντας στο εξωτερικό προσκεκλημένος σε εκδήλωση του Πανεπ. του Οχάιο χωρίς καν να ενημερωθεί για τί κατηγορείται και από ποιόν. Επικοινωνεί τηλεφωνικά με τη συνάδελφο και “φίλη” του Α. Lyon ζητώντας να μάθει λεπτομέρειες για τη διαθεσιμότητά του. Μετά από μία πραγματικά μακαρθική αλληλουχία τηλεφωνημάτων, τελικά, αστυνομικοί του Οχάιο τον μεταφέρουν και τον κλείνουν για 72 ώρες σε αμερικανική ψυχιατρική κλινική με εντολή αναγκαστικής νοσηλείας, μετά από (ψευδή) αναφορά της Lyon ότι ο καθηγητής έχει αυτοκτονικές σκέψεις και ότι μπορεί να γίνει χειριστικός!

Οι ανακοινώσεις από διάφορα τμήματα του ΠανΒΚ έριξαν περισσότερο λάδι στη φωτιά, καθώς επαναλάμβαναν ότι έχουν “ληφθεί όλα τα μέσα για να προστατευτεί η ασφάλεια των φοιτητών”, υπονοώντας ότι ο Γκάλογουεϊ ήταν δυνητικά επικίνδυνος ή είχε πραγματοποιήσει βίαια εγκλήματα (χωρίς την παραμικρή απτή ένδειξη για κάτι τέτοιο). Τη σκυτάλη πήραν στη συνέχεια τα δημοσιογραφικά δίκτυα του δικαιωματισμού και οι αγέλες των αυτόκλητων υπερασπιστών θυμάτων στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) που αφενός αναπαρήγαγαν ή και κατασκεύαζαν νέες φήμες χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αφετέρου επιτίθονταν σε όποιους ζητούσαν αποδείξεις ή περίμεναν να ακουστεί και η άποψη του “κατηγορούμενου”, κατηγορώντας τους ως “απολογητές των βιαστών”. Για να ολοκληρωθεί η καταστροφική στάση του ΠανΒΚ, το “Γραφείο για την Ισότητα και την Αποδοχή” ανέθεσε στην Rooney (“φωνή” της ανώνυμης MC και ελάσσονα καταγγέλουσα η ίδια) να συλλέξει καταγγελίες εις βάρος του Γκάλογουεϊ, ουσιαστικά αναθέτοντάς της τον έλεγχο των δικών της καταγγελιών! Μεταξύ άλλων, η Rooney απέστειλε σειρά από email σε πιθανά θύματα, με τα οποία καθοδηγούσε (σχεδόν πίεζε) τους αποδέκτες, ώστε να προχωρήσουν σε καταγγελίες. Είναι άγνωστο δε, πώς βρέθηκαν τα πρόσωπα αυτά στη λίστα της ως πιθανά “θύματα” ή “μάρτυρες κακοποιητικών συμπεριφορών”. Οι “συμβουλευτικές” υπηρεσίες του ΠανΒΚ είχαν μετατραπεί επισήμως σε εισαγγελικές έδρες!

Τελικά, το “κυνήγι μαγισσών” που εξαπέλυσε η Rooney είχε πενιχρά αποτελέσματα. Από τους αρχικούς ισχυρισμούς της περί ύπαρξης 19 καταγγελιών, τελικά κατόρθωσε με 7 φίλους της και την ίδια να παρουσιάσει μόλις 8 καταγγελίες. Το Δεκέμβριο του 2015, το ΠανΒΚ επιτέλους αντιλήφθηκε ότι είναι απαραίτητο να διεξαχθεί επαγγελματική και αντικειμενική έρευνα και ανέθεσε το έργο αυτό στη Δικαστή Mary Ellen Boyd, τέως μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου της επαρχίας, με συμμετοχή της σε εμβληματικές δίκες σεξουαλικής κακοποίησης και προστασίας των γυναικών. Η έρευνα της έγινε με νομικά δομημένο και ανεξάρτητο τρόπο, χωρίς “προαπαιτούμενα” και προαποφασισμένες καταδίκες. Γρήγορα αποκαλύφθηκε πόσο σαθρές ήταν τόσο η αρχική καταγγελία όσο και οι 8 “ελάσσονες” καταγγελίες και όλες απορρίφθηκαν ως αβάσιμες. Στο άρθρο του ο Brad Cran παρουσιάζει αναλυτικά πόσο εύκολη ήταν η αποδόμηση των κατηγοριών. Κάποιες καταγγελίες δε, ήταν απλώς ιστορίες από δεύτερο χέρι, χωρίς άμεση προσωπική γνώση. Η Δικαστής Boyd παρέδωσε την ανεπιφύλακτα απαλλακτική αναφορά της για τον Γκάλογουεϊ στις 25 Απριλίου 2016.

Η τροπή της υπόθεσης άφηνε έκθετο το ΠανΒΚ για τον κωμικοτραγικό τρόπο διαχείρισης της ατεκμηρίωτης καταγγελίας από μια πικραμένη ερωμένη και το πώς το Πανεπιστήμιο επέτρεψε να συρθεί στη λάσπη ένας καταξιωμένος συγγραφέας και μέλος του διδακτικού  προσωπικού. Μπροστά σε αυτό το επικοινωνιακό αδιέξοδο, το Πανεπιστήμιο προχώρησε σε μία νέα θλιβερή επιλογή. Ανέθεσε σε μία από τις ελάσσονες καταγγέλουσες, την Sierra Skye Gemma, να κάνει οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο των πεπραγμένων του Γκάλογουεϊ κατά την περίοδο που κατείχε την έδρα, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να βρεθεί έστω και μια επαρκής πρόφαση για να τον απολύσουν. Τελικά, αφού ούτε έτσι βρέθηκε κάτι ουσιαστικό, στις 22 Ιουνίου 2016 τον απολύουν με το σκεπτικό ότι “παραβίασε την εμπιστοσύνη” που του έδειξαν, μία δικαιολογία τόσο ασαφής, όσο και γελοία.

Τον Ιούνιο του 2018 ανακοινώθηκε ότι το Πανεπιστήμιο συμφώνησε να τον αποζημιώσει με 167 χιλ. δολάρια για παραβίαση των δικαιωμάτων του και για ηθική βλάβη. Μια συμφωνία που ουσιαστικά ακύρωνε οτιδήποτε είχε ειπωθεί ή υπονοηθεί τον Νοέμβριο του 2015 ότι δηλαδή αποτελούσε “κίνδυνο για τους φοιτητές”. Τον Οκτώβριο του 2018, συμφωνήθηκε και μία δεύτερη αποζημίωση από το ΠανΒΚ ύψους 60 χιλ. δολαρίων. Η αποζημίωση μοιάζει ελάχιστη μπροστά στην τεράστια ζημιά που υπέστη η προσωπικότητά του, η φήμη του, η σχέση του με φίλους (κάποιοι εκ των οποίων των πρόδωσαν με το χυδαιότερο τρόπο) και συνεργάτες, η συγγραφική του καριέρα (δε δημοσίευσε τίποτε έκτοτε, παρά την υποστήριξη που είχε από τον εκδοτικό του οίκο) και η υγεία του, καθώς, όντως πλέον, είχε οδηγηθεί στα πρόθυρα της αυτοκτονίας.

Τον Οκτώβριο του 2018, o Γκάλογουεϊ μήνυσε 25 άτομα που αναμείχθηκαν στην υπόθεση για ηθική βλάβη από τις φήμες για “βιασμό, σεξουαλική επίθεση και κακοποίηση”, τις οποίες αναπαρήγαγαν στο διαδίκτυο ή/και σε συζητήσεις εντός του πανεπιστημίου. Στη μήνυσή του συμπεριλαμβάνονται η MC, της οποίας το όνομα αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά, η συνάδερφος-φίλη Annabel Lyon, η μπροστάρισσα καταγγέλουσα Chelsea Rooney, άλλοι φοιτητές και καθηγητές και διάφορες περσόνες-ακτιβιστές των Μέσων. H δίκη θα διεξαχθεί τον Απρίλιο του 2021 και η εξέλιξή της αναμένεται με ενδιαφέρον. Μετά από σειρά παρόμοιων παράλογων υποθέσεων στον Καναδά, το #MeToo εμφανίζεται ηθικά απονομιμοποιημένο, οπότε ενδεχόμενες καταδίκες για συκοφαντία θα οριοθετήσουν και νομικά πλέον τα όρια του αγελαίου ακτιβισμού.

Ανάλυση των χαρακτηριστικών της υπόθεσης

Παρακολουθώντας κάποιος, εκ των υστέρων, την κλιμάκωση του διασυρμού ενός καταξιωμένου συγγραφέα χωρίς το παραμικρό έγκυρο στοιχείο που να στηρίζει τις κατηγορίες, μπορεί να διακρίνει μια σειρά από χαρακτηριστικά που συναντώνται σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις. Τα στοιχεία αυτά αφορούν τόσο στον τύπο των προσώπων που εμπλέκονται όσο και στις δομές και το ευρύτερο πλαίσιο, εντός των οποίων μία επί της ουσίας αστεία υπόθεση μετατρέπεται σε καφκική τραγωδία.

Αναμφισβήτητα, το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η κατάχρηση μιας ρηχής ηθικολογίας, που γρήγορα ευτελίζεται σε ηθικοσυναισθηματικό κουτσομπολιό, πίσω από την οποία διακρίνεται η τυφλή οργή και η μνησικακία όσων την εργαλειοποιούν. Είναι η “βιομηχανία της θυματοποίησης” πουεγκαθιδρύει έναν άϋλο, “ηθικιστικό καπιταλισμό”, μέσα στον οποίο διάφοροι “ακτιβιστές” αποταμιεύουν σε ηθικό κεφάλαιο, ενώ όσοι στοχοποιούνται τιμωρούνται όχι για τα εγκλήματα (που δε διέπραξαν) αλλά για συλλογικές αμαρτίες που υπάρχουν στη μνησίκακη φαντασία των κατηγόρων τους. Έτσι, η “πρωταγωνίστρια” Chelsea Rooney (και μέσω αυτής, η “άγνωστη” MC) σκιαγραφείται από κάποια ΜΜΕ ως η γενναία ηρωίδα που έσπασε την “ένοχη” σιωπή και δε δίστασε να τα βάλει με έναν τεράστιο εκπαιδευτικό οργανισμό (αφήγημα πασιφανώς ψευδές, δεδομένων των τεράστιων μεροληπτικών λαθών του ΠανΒΚ εις βάρος του Γκάλογουεϊ, με αποκορύφωμα ότι όρισε την Rooney επικεφαλής της διερεύνησης των καταγγελιών της). Επίσης, όσοι θα προχωρούσαν σε καταγγελία παρουσιάζονταν στα email του πανεπιστημίου (που έστειλε η Rooney) ως θαρραλέοι και έχοντες ηθική δύναμη, ενώ υπονοούνταν ότι όσοι δε κατήγγειλαν κάτι θα το έκαναν από αδυναμία ή δειλία. Δεν είναι περίεργο που κάποιος ανώνυμος άνδρας φοιτητής πρόθυμα “κατήγγειλε” δύο “στοιχεία” για τον Γκάλογουεϊ, τα οποία αποδείχθηκαν χωρίς καμιά αξία. Η πίστη του στο μάντρα #believewomen και η ηθική επιβράβευση που του υποσχέθηκαν τα χειριστικά email της Rooney ήταν επαρκές κίνητρο για να δηλώσει κι αυτός “παρών”, ακόμη και χωρίς κάτι αξιόμεμπτο να καταγγείλει. 

Το 2ο στοιχείο είναι η διαμόρφωση ενός ευρύτερου κομφορμιστικού ρεύματος που παρασύρει τους ευκολόπιστους, υποδεικνύοντάς τους τον “αποδεκτό τρόπο ερμηνείας της πραγματικότητας”, όπου η απουσία κριτικής σκέψης αναπληρώνεται από τον ψευδοηθικισμό. Η διαρροή πληροφοριών, οι φήμες, τα μισόλογα και τα υπονοούμενα, οι άστοχες ανακοινώσεις του ΠανΒΚ για “ασφάλεια” ξεκίνησαν ένα σπιράλ κουτσομπολιών που στην πορεία απέκτησε τη δική του δυναμική, ενώ την ίδια στιγμή καμία έγκυρη πληροφορία δε δινόταν στα μέλη του τμήματος. Το “μίνι Σάλεμ” έσπασε τα όρια του σκληρού πυρήνα των ορθοπολιτικών Ταλιμπάν και διαχύθηκε σε επάλληλους κοινωνικούς κύκλους με τη μορφή επικοινωνιακής μόδας. Οι αδαείς που φοβούνταν μήπως αποκοπούν από τις εξελίξεις άρχισαν να αναπαράγουν μαζικά τα κουτσομπολιά από δεύτερο χέρι (ή και να εφευρίσκουν “γλαφυρές λεπτομέρειες” που έκαναν ακόμη πιο εύκολη τη λεκτική καταδίκη του “ενόχου”) ωσάν να γνώριζαν μια αδιάψευστη αλήθεια. Ο ίδιος ζόφος πολλαπλασιάστηκε στα ΜΚΔ καθώς οργανώθηκε σε αγελαίες επιθέσεις από ανώνυμους λογαριασμούς ή από επώνυμους “επαγγελματίες” ανθρωπιστές και ζητιάνους της “δημοσιότητας για δίκαιο σκοπό”. Το μοτίβο τυποποιείται στο εξής: ανενδοίαστη αναπαραγωγή φημών και υπονοούμενων για “ειδεχθή” πράξεις αλλά καμία αξιόπιστη μαρτυρία όταν ζητηθεί.

Οι αγελαίες απόψεις μπορεί να επικαλούνται την ηθική αλλά δεν είναι τίποτε περισσότερο από ηθικιστικά πασαλείμματα. Κάτω από την επιφάνεια τους κρύβονται συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις που εργαλειοποιούν τον ηθικό λόγο στοχεύοντας στην προώθηση μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής ατζέντας. Η Rooney στα διαβόητα email της προς “πιθανά θύματα” (ή πληροφοριοδότες) υπογράμμισε ότι “έχει έρθει η στιγμή να διαρρήξουμε το κυρίαρχο αφήγημα”. Η αυτοχαρακτηριζόμενη ως “φεμινίστρια” και μέτρια συγγραφέας Alicia Elliott, που ηγήθηκε των επιθέσεων στον Γκάλογουεϊ στο Twitter, δημοσίευσε άρθρο στην καναδική εφημερίδα Globe and Mail με τίτλο “Πρέπει να ιεραρχούμε τον πόνο των γυναικών πάνω από την υπόληψη των αντρών”, υπονοώντας ότι οι ισχυρισμοί περί θυματοποίησης έχουν μια αυταπόδεικτη αξία που δικαιολογεί την καταστροφή της ζωής και της τιμής κάποιων αθώων. Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με το δίκαιο και το σωστό, αλλά είναι καθαρή πολιτικολογία με βάση την ισχύ. Κοντολογίς, ο Γκάλογουεϊ είναι ένοχος απλώς επειδή είναι λευκός, ετεροφυλόφιλος άντρας και μόνο, όπως αποφάσισε μία μειοψηφική σέχτα  ακτιβιστών.

Παρά τα εχθρικά μπλοκ στα Μέσα, υπήρξαν και κάποιοι γενναίοι που έκαναν την εξαίρεση και στάθηκαν δίπλα στον Γκάλογουεϊ. Οι περισσότεροι φίλοι του, είτε πήραν αποστάσεις, είτε – ακολουθώντας το παράδειγμα της πρώην “οικογενειακής φίλης” Lyon – στράφηκαν ανοιχτά εναντίον του, ακολουθώντας τη διαδικτυακή αγέλη. Κοντά του στάθηκαν, ο πρόεδρος της ένωσης διδασκόντων του πανεπιστημίου, ο εκδοτικός του οίκος, κάποια μέλη της καναδικής λογοτεχνικής κοινότητας (με κορυφαία της Μάργκαρετ Άτγουντ, η οποία δημοσίευσε και ένα σχετικό άρθρο) και, κυρίως, ο συνάδελφος και εξέχων καθηγητής του τμήματος Andreas Schroeder, ο οποίος τελικά εξαναγκάστηκε σε πρόωρη παραίτηση. Επίσης, κυκλοφόρησε μία δημόσια επιστολή συμπαράστασης, υπογεγραμμένη από 90 συγγραφείς, αν και κάποιοι από αυτούς υποχρεώθηκαν στη συνέχεια να ανακαλέσουν ύστερα από πιέσεις.

Η δημόσια υποστήριξη στον Γκάλογουεϊ έγινε σε μεγάλο βαθμό από ανθρώπους που δεν τον γνώριζαν προσωπικά και δεν αφορούσε το χαρακτήρα του αλλά κάτι ουσιαστικότερο, (που κάποτε, στην εποχή της κοινής λογικής, θεωρούνταν αυτονόητο): το νομικό και ηθικό δικαίωμά του να γνωρίζει για ποιές πράξεις κατηγορείται και από ποιούς, καθώς και το δικαίωμα σε αντικειμενική διερεύνηση των καταγγελιών εναντίον του. Η επίθεση σε ό,τι θεωρούμε αυτονόητο δικαιϊκό πλαίσιο είναι ένα ακόμη κοινό στοιχείο που παρουσιάζεται σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις και έχει βαθιές ιστορικές ρίζες στη διάβρωση του ακαδημαϊκού νομικού χώρου από ριζοσπαστικές ιδέες (περισσότερα στοιχεία θα δοθούν σε επόμενο κείμενο, καθώς αυτό ξεφεύγει από τα όρια της περίπτωσης Γκάλογουεϊ).

Φυσικά, ο διαδικτυακός όχλος, έμπλεος “ιερής” οργής, αντιμετώπιζε την ενοχή του όχι απλώς ως δεδομένη αλλά ως ένα είδος σεχταριστικού θέσφατου. Η τυφλή “σεχταριστική” πίστη και η μανιχαϊστική διαίρεση της πραγματικότητας σε Απόλυτο Κακό και Απόλυτη Αθωότητα – χωρίς περιθώρια κριτικής αμφισβήτησης των αφηγημάτων – είναι ακόμη ένα (τρομακτικό) στοιχείο που ξεχωρίζει. Γι’ αυτό οι εκκλήσεις για δικαιοσύνη και διαφάνεια απαντήθηκαν με κατηγορίες για απόπειρα “φίμωσης των θυμάτων”, “μισογυνισμό” και “κανονικοποίηση του βιασμού”. Όταν όμως αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε βιασμός, ότι ουδέποτε υπήρξαν σεξουαλικές επιθέσεις ή συστηματική διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος που επιτρέπει τη σεξουαλική εκμετάλλευση κάποιων, τότε το ερώτημα είναι “ποιός είναι πλέον το Θύμα σε αυτήν την περίπτωση”; ‘Οταν η νομική έρευνα που διενεργήθηκε από τη Δικαστή Boyd, ένα πρόσωπο υπεράνω πάσης υποψίας για “μισογυνισμό” και μεροληψία, απέδειξε ότι δεν υπάρχει καμία υποψία για σεξουαλική κακοποίηση (οποιασδήποτε μορφής) τότε ο όχλος στράφηκε εναντίον της ίδιας της διερεύνησης: “Πώς τολμάτε να μην πιστεύετε το θύμα και να διερευνάτε το αφήγημα του;”, ρωτούσαν, εννοώντας “πώς τολμάτε να απορρίπτετε τα θέσφατά μας αντιπαραθέτοντάς τα με … τα γεγονότα”; 

Tέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πέρα από τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης υπάρχει και ένα ίσως τραγικότερο αλλά αφανές θύμα, με πολύ ευρύτερες συνέπειες από την ευζωία κάποιων, η ακαδημαϊκή ελευθερία. Το μακαρθικό κυνήγι μαγισσών που εξαπολύουν οι ριζοσπάστες ακτιβιστές φτιάχνει χιλιάδες “μικρά Σάλεμ” στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα σε όλο τον κόσμο. Οι μαρτυρίες επιβεβαιώνουν ότι στο ΠανΒΚ είχε εδραιωθεί ένα κλίμα φόβου και απομόνωσης. Ο Schroeder ανέφερε ότι κυκλοφορούσαν φήμες ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία παρακολουθούνταν. Ένας ανώνυμος συνεργάτης του τμήματος περιέγραψε στον Cran τη ριζική μεταμόρφωση του τμήματος από έναν ανοιχτό, φιλόξενο χώρο σε χώρο καχυποψίας με κλειστές πόρτες ως συνέπεια των απειλών και της συκοφάντησης όσων υπερασπίστηκαν τον Γκάλογουεϊ. Οι ευρύτερες συνέπειες ενός τέτοιου συστημικού κλίματος κατατρομοκράτησης της κριτικής σκέψης είναι αδύνατον να περιγραφούν εδώ, αλλά συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι αγγίζουν κάθε πτυχή της έρευνας και της επιστήμης. Νομίζω ότι ο σεχταριστικός φανατισμός με τον οποίον γίνεται προσπάθεια να φιμωθεί η αντίθετη άποψη ξεπερνάει σε δριμύτητα ακόμη και αυτόν της Ιεράς Εξέτασης.

Αντί επιλόγου, αρκεί να γίνει μία μόνο ερώτηση: “Θα συνηθίσουμε αυτόν τον Νέο Μεσαίωνα; Θα τον δεχτούμε αδιαμαρτύρητα, χωρίς αντίσταση;”

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.