Η φύση στο έργο του λορδου Βύρωνα

του Γ. Σχίζα

“Η Τέ­χνη, η Ε­λευ­θε­ρί­α, η Δό­ξα σβή­σα­νε
μα η φύ­ση εί­ναι πά­ντα ω­ραί­α”

Το προ­σκύ­νη­μα του Τσά­ϊλ­ντ Χά­ρολ­ντ, δεύ­τε­ρο ά­σμα, στρο­φή 87.

Ο Τζωρ­τζ Γκορ­ντον, Λόρ­δος Βύ­ρων, έ­ζη­σε τη μι­κρή αλ­λά ε­ξαι­ρε­τι­κά πε­ριε­κτι­κή ζω­ή των 36 χρό­νων (1788-1824), μέ­σα στο εύ­ρος μιας πε­ριό­δου που φι­λο­ξέ­νη­σε ι­δε­ο­λο­γι­κές, οι­κο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές α­να­τρο­πές. Ό­που η “ε­πι­τά­χυν­ση της ι­στο­ρί­ας” πα­ρή­γα­γε ι­δε­ο­λο­γι­κά άλ­μα­τα αλ­λά και πι­σω­γυ­ρί­σμα­τα, ό­που η αμ­φι­σβή­τη­ση της “φε­ου­δαρ­χι­κής τά­ξης πραγ­μά­των” α­νέ­δει­ξε τον νέ­ο Δη­μο­κρα­τι­κό Αν­θρω­πι­σμό της Ι­σό­τη­τας και του Κρά­τους Δι­καί­ου. Η α­νή­συ­χη φύ­ση του τον έ­φε­ρε σε ε­πα­φή με ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά κι­νή­μα­τα, τον ο­δή­γη­σε σε α­ντι­πα­ρά­θε­ση με τον αυ­ταρ­χι­σμό των η­γε­τι­κών κύ­κλων της χώ­ρας του, τον ώ­θη­σε στην υ­πε­ρά­σπι­ση οι­κου­με­νι­κών πο­λι­τι­στι­κών α­ξιών – ό­πως έ­δει­ξε η πο­λε­μι­κή του ε­να­ντί­ον του Έλ­γιν για την υ­πό­θε­ση των γλυ­πτών του Παρ­θε­νώ­να. Στο ποί­η­μά του “Η κα­τά­ρα της Α­θη­νάς” θα κα­ταγ­γεί­λει με συ­γκλο­νι­στι­κή λι­τό­τη­τα τον συ­μπα­τριώ­τη του Σκω­τσέ­ζο Λόρ­δο για την πρά­ξη του να α­φαι­ρέ­σει “ό,τι Γότ­θος, Τούρ­κος, Χρό­νος εί­χε α­φή­σει”… Α­κό­μη ό­μως δεν θα φει­σθεί κα­ταγ­γε­λιών ε­να­ντί­ον άλ­λων, λι­γό­τε­ρο διά­ση­μων, αλ­λά πά­ντως αρ­χαιο­κά­πη­λων, της ε­πο­χής του, ό­πως ο Λόρ­δος Aberdeen – στιγ­μα­τί­ζο­ντάς τους ως “κλέ­φτες πε­ριω­πής”…

Η δη­μιουρ­γι­κή πο­ρεί­α του Βύ­ρω­να ε­ντάσ­σε­ται μέ­σα στο πλαί­σιο του Αγ­γλι­κού Ρο­μα­ντι­σμού, του ο­ποί­ου α­φε­τη­ρια­κή πρά­ξη θε­ω­ρεί­ται η δη­μο­σί­ευ­ση των Lyrical Ballads (1798) α­πό τους Wordsworth και Coleridge. Αυ­τή η λο­γο­τε­χνι­κή σχο­λή θα πα­τή­σει στο σα­θρό και α­στα­θές έ­δα­φος της βιο­μη­χα­νι­κής ε­πα­νά­στα­σης, με την έ­ντο­νη αλ­λα­γή των κοι­νω­νι­κών και πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων, τη με­τα­μόρ­φω­ση των α­στι­κών και άλ­λων το­πί­ων, την ταυ­τό­χρο­νη εμ­φά­νι­ση α­κραί­ων μορ­φών πλου­τι­σμού αλ­λά και φτώ­χειας. Η πα­ρα­δο­σια­κή προ­κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νί­α με τις πα­γιω­μέ­νες σχέ­σεις και μορ­φές –αν­θρώ­πων, χώ­ρων, το­πί­ων– θα υ­πο­στεί δρα­μα­τι­κή αλ­λα­γή, η αγ­γλι­κή ύ­παι­θρος θα ζή­σει τη νέ­α κα­τά­στα­ση των πε­ρι­φρά­ξε­ων των α­γρών και των βιο­μη­χα­νι­κών συ­γκρο­τη­μά­των με τις εκ­πο­μπές κα­πνών και ρύ­πων, η ερ­γα­τι­κή τά­ξη θα “χω­ρο­θε­τη­θεί” σε ά­θλια οι­κι­στι­κά σύ­νο­λα κο­ντι­νά με τις πα­ρα­γω­γι­κές μο­νά­δες. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο το ό­τι, α­κό­μη και χω­ρίς τη διέ­γερ­ση ε­νός Μαρ­ξ, ο με­τέ­πει­τα πρω­θυ­πουρ­γός Disraeli θα μι­λή­σει “για δύ­ο έ­θνη στη συ­σκευα­σί­α του ε­νός” (!) –που δεν εί­ναι άλ­λα α­πό το κεφά­λαιο και την ερ­γα­σί­α, τους πλού­σιους και τους φτω­χούς. Οι ερ­γα­ζό­με­νοι των αρ­χών του 19ου αιώ­να δεν δια­θέ­τουν ψή­φο, δεν έ­χουν δι­καί­ω­μα να συν­δι­κα­λί­ζο­νται, δεν εί­ναι φι­λι­κοί με τα νέ­α μη­χα­νι­κά συ­στή­μα­τα που προ­κύ­πτουν στην πο­ρεί­α της βιο­μη­χα­νι­κής α­νά­πτυ­ξης. Γι αυ­τό και εκ­φρά­ζουν την α­ντί­θε­σή τους με βί­αια ξε­σπά­σμα­τα και α­να­τα­ρα­χές.

Ο Βύ­ρων θα γί­νει ι­διαί­τε­ρα γνω­στός στην αγ­γλι­κή κοι­νω­νί­α α­πό τον “παρ­θε­νι­κό” του λό­γο α­πό το βή­μα της Βου­λής των Λόρ­δων (Φε­βρουά­ριος 1812) ε­να­ντί­ον νο­μο­σχε­δί­ου που πρό­βλε­πε την ποι­νή του θα­νά­του κα­τά των “Λου­δι­τών” ερ­γα­τών ­οι ο­ποί­οι κα­τέ­στρε­φαν τις μη­χα­νές για να πε­ρι­σώ­σουν τις θέ­σεις ερ­γα­σί­ας των. Λί­γο και­ρό πριν, στην Ελ­λά­δα, η ευαί­σθη­τη φύ­ση του τον εί­χε ο­δη­γή­σει στο να σώ­σει α­πό τον θά­να­το “με μια τολ­μη­ρή πρω­το­βου­λί­α, την μοι­χα­λί­δα Τουρ­κά­λα Α­ϊ­σέ, που έ­να α­πό­σπα­σμα με­τέ­φε­ρε στο Φά­λη­ρο κλει­σμέ­νη σ’ έ­να σακ­κί” για πνιγ­μό (Σι­μό­που­λος)… Ό­μως η πο­λυ­διά­στα­τη αν­θρω­πιά του δεν έ­παυε να συ­νται­ριά­ζει στην ό­λη ψυ­χι­κή του ταυ­τό­τη­τα και τα στοι­χεί­α μιας άλ­λης α­γά­πης, ό­πως αυ­τής προς τη φύ­ση… Η ποι­η­τι­κή ι­διο­συ­γκρα­σί­α του τον ο­δη­γού­σε σε μια αι­σθη­τι­κή προ­σέγ­γι­ση του φυ­σι­κού χώ­ρου, μέ­σα σε συν­θή­κες ό­που η βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση τραυ­μά­τι­ζε τη γρα­φι­κό­τη­τα της βρε­τα­νι­κής υ­παί­θρου και α­νέ­τρε­πε τις συν­θή­κες ζω­ής με­γά­λων κοι­νω­νι­κών ο­μά­δων. Με­τα­γε­νέ­στε­ρα πολ­λοί θε­ώ­ρη­σαν τη Ρο­μα­ντι­κή ποί­η­ση σαν μια “ποί­η­ση της φύ­σης”, ό­μως μια προ­σε­κτι­κή μα­τιά α­πο­δεί­κνυε πά­ντο­τε ό­τι η “ε­ξω­τε­ρι­κή φύ­ση” και οι πε­ρι­γρα­φές της α­πο­τε­λού­σαν για τους Ρο­μα­ντι­κούς την α­φε­τη­ρί­α για στο­χα­στι­κές προ­σεγ­γί­σεις της ί­διας της αν­θρώ­πι­νης φύ­σης…

Ο Βύ­ρων δό­θη­κε στα κι­νή­μα­τα της ε­πο­χής του, α­κό­μη και σε έ­ναν πλού­σιο και πο­λυ­σχι­δή ε­ρω­τι­σμό –που γι­νό­ταν ι­διαί­τε­ρα έκ­δη­λος ό­ταν π.χ. έ­γρα­φε στον φί­λο του Drury στις 10 Μα­ΐ­ου 1810 ό­τι “πε­θαί­νει α­πό έ­ρω­τα για τρί­α κο­ρί­τσια, τρεις α­δελ­φές Ελ­λη­νί­δες στην Α­θή­να”… Ό­μως ε­πί­σης “α­νή­κεν εις τη φύ­ση”, ό­ντας γό­νος μιας ε­πο­χής “με­τα­-Ρουσ­σω­ϊ­κής”, που εί­χε υ­πο­στεί τις ε­πι­δρά­σεις του Γαλ­λι­κού Δια­φω­τι­σμού αλ­λά δια­πο­τί­ζο­ταν α­πό το συ­γκρου­σια­κό κλί­μα των Να­πο­λε­ό­ντιων πο­λέ­μων. Η ε­πο­χή αυ­τή δια­κι­νού­σε ά­με­σα ή έμ­με­σα τις ι­δέ­ες του Γάλ­λου φι­λο­σό­φου για την ι­σό­τη­τα των αν­θρώ­πων ως συ­νέ­πεια της ί­διας της φύ­σης τους. Ο Ρουσ­σώ κή­ρυσ­σε μέ­σα στις φε­ου­δαρ­χι­κές συν­θή­κες της προ­ε­πα­να­στα­τι­κής Γαλ­λί­ας τον νό­μι­μο χα­ρα­κτή­ρα της ε­ξέ­γερ­σης κα­τά του δε­σπο­τι­σμού, με στό­χο την ε­γκα­θί­δρυ­ση της λα­ϊ­κής κυ­ριαρ­χί­ας. Οι Ρο­μα­ντι­κοί στο­χα­στές του τέ­λους του 18ου και των αρ­χών του 19ου αιώ­να α­πο­θέ­ω­ναν τη φύ­ση και πα­ρέ­πε­μπαν μά­λι­στα στα φυ­σι­κά δι­καιώ­μα­τα ό­λων των ό­ντων, κα­θώς συ­χνά ε­μπνέ­ο­νταν α­πό τις πλέ­ον “τα­πει­νές” υ­πάρ­ξεις ό­πως οι Κό­ουλ­ρι­ντζ και ο Μπερ­νς, που στι­χουρ­γού­σαν α­ντί­στοι­χα για έ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι ή για μια πο­ντι­κί­να των α­γρών! Με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και υ­πό την ε­πί­δρα­ση του ί­διου πνεύ­μα­τος, ο Βύ­ρων θα ε­ντά­ξει στον λό­γο του τη φύ­ση ως ε­νο­ποιό ου­σί­α των ό­ντων, θα ξι­φουλ­κή­σει ε­νά­ντια στους τε­χνη­τούς δια­χω­ρι­σμούς αν­θρώ­που προς άν­θρω­πο, θα υ­ψώ­σει στο ποί­η­μά του “Το νη­σί” τον εμ­βλη­μα­τι­κό στί­χο: “η φύ­ση έ­να έ­θνος τέ­κνων της α­να­γνω­ρί­ζει”… Ό­μως δεν ή­ταν το εί­δος του θε­ω­ρη­τι­κού “χει­ρι­στή” νο­η­τι­κών α­φαι­ρέ­σε­ων, που θα μπο­ρού­σε να δια­γνώ­σει και να προ­βλη­μα­τι­σθεί για τη δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα πί­σω α­πό την ε­νό­τη­τα, αλ­λά προ­πά­ντων μια καλ­λι­τε­χνι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα που ε­μπνε­ό­ταν α­πό τις συ­γκε­κρι­μέ­νες πε­ριρ­ρέ­ου­σες μορ­φές και κα­τα­στά­σεις. Α­κρι­βώς ε­πει­δή ή­ταν αυ­τός που ή­ταν, θα μι­λή­σει σε έ­να γράμ­μα προς τη μη­τέ­ρα του το 1811 –ού­τε 23 χρο­νών– για τη μορ­φή του ατ­τι­κού χώ­ρου α­πό την ο­πτι­κή γω­νί­α του κα­τα­λύ­μα­τός του, που βρί­σκε­ται στο μο­να­στή­ρι των Κα­που­τσί­νων. Θα κά­νει μια λι­τή αλ­λά και έ­ντο­να ποι­η­τι­κή δή­λω­ση: “Μπρο­στά μου έ­χω τον Υ­μητ­τό, πί­σω μου την Α­κρό­πο­λη, δε­ξιά μου το ναό του Δί­α, μπρο­στά το Στά­διο, α­ρι­στε­ρά μου την πό­λη. Έ, κύ­ριε! Αυ­τό θα πει το­πί­ο, αυ­τό θα πει γρα­φι­κό­τη­τα!”.

Στις αρ­χές του 19ου αιώ­να, ο ερ­χο­μός στην Α­θή­να και στην Α­κρό­πο­λη ή­ταν το ό­νει­ρο του κά­θε δυ­τι­κού πε­ρι­η­γη­τή και ι­διαί­τε­ρα των γό­νων των α­ρι­στο­κρα­τι­κών οι­κο­γε­νειών που, με­τά την α­πο­φοί­τη­σή τους α­πό τα κο­λέ­για, συ­μπλή­ρω­ναν την παι­δεί­α τους με πο­λύ­μη­να τα­ξί­δια στην Α­να­το­λή. Οι ε­πι­σκέ­πτες της Ατ­τι­κής ε­ντυ­πω­σιά­ζο­νταν α­πό τον αρ­μο­νι­κό συν­δυα­σμό φύ­σης και τέ­χνης. Ο Henry Holland, πε­ρι­η­γη­τής στα 1812 -13, θα ση­μειώ­σει: “Κι αν α­κό­μη δεν μπο­ρείς να α­ξιο­λο­γή­σεις τα αρ­χαί­α λεί­ψα­να, μπο­ρείς να θαυ­μά­σεις την κοι­λά­δα του Κη­φι­σού, τον λό­φο του Κο­λω­νού και την κο­ρυ­φο­γραμ­μή του Υ­μητ­τού, να α­γνα­ντέ­ψεις α­πό τη μια τη θά­λασ­σα της Σα­λα­μί­νας και α­πό την άλ­λη τα υ­ψώ­μα­τα της Φυ­λής”. Ο Σι­μό­που­λος θα υ­πο­στη­ρί­ξει ό­τι ο Βύ­ρων συ­γκι­νεί­το πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το “ζω­ντα­νό” ελ­λη­νι­κό το­πί­ο των και­ρών του, πα­ρά α­πό τα λεί­ψα­να της κλασι­κής ε­πο­χής –ί­σως α­πό α­ντί­δρα­ση στο πνεύ­μα ε­νός αρ­χαιο­λα­τρι­κού ρο­μα­ντι­σμού, που “βρι­σκό­ταν ε­κεί­να τα χρό­νια σε πλή­ρη άν­θι­ση και καλ­λιερ­γού­σε τις ο­νει­ρο­πο­λή­σεις και τις αρ­χαιό­πλη­κτες αι­σθη­μα­το­λο­γί­ες”, που πε­ρι­φρο­νού­σε το πα­ρόν και έ­στρε­φε την πλά­τη του στην τρέ­χου­σα ελ­λη­νι­κή δυ­στυ­χί­α… Και θα τεκ­μη­ριώ­σει αυ­τή την προ­τί­μη­ση του ποι­η­τή και τα­ξι­δευ­τή με μια στρο­φή του “Τσά­ϊλ­ντ Χά­ρολ­ντ”, που α­να­φέ­ρε­ται στην Ατ­τι­κή:

τό­σο γα­λά­ζιος που εί­ναι ο ου­ρα­νός σου, τό­σο ά­γριοι οι βρά­χοι σου
τ’ άλ­ση σου με­λι­χρά και οι κά­μποι σου ο­λο­πρά­σι­νοι,
καρ­πί­ζει η ε­λιά κα­θώς στης Α­θη­νάς τα χρό­νια
κι ο Υ­μητ­τός τον θη­σαυ­ρό του τον με­λέ­νιο
πά­ντα σου χα­ρί­ζει.
Το μυ­ρω­μέ­νο πυρ­γο­στά­σι του και τώ­ρα χτί­ζει
Το λεύ­τε­ρο με­λίσ­σι, έ­τσι ως πε­τα­ρί­ζει πά­νω απ’ το
βου­νό σου.
Σαν και τό­τε ο Α­πόλ­λω­νας χρυ­σώ­νει
Τ’ α­τέ­λειω­τά σου κα­λο­καί­ρια
Κι α­κό­μη στρα­φτα­λί­ζουν κά­τω απ’ τις α­χτί­δες του τα
πε­ντε­λί­σια μάρ­μα­ρα.
Η Τέ­χνη, η Ε­λευ­θε­ρί­α, η Δό­ξα σβή­σα­νε
μα η φύ­ση εί­ναι πά­ντα ω­ραί­α…

Το Δη­μο­κρα­τι­κό, Οι­κου­με­νι­κό και Ε­πα­να­στα­τι­κό πνεύ­μα του Βύ­ρω­να, που ο­δη­γεί σε κα­ταγ­γε­λί­α του Έλ­γιν και των συ­μπα­τριω­τών του Σκω­τσέ­ζων στην “Κα­τά­ρα της Α­θη­νάς”, διαν­θί­ζε­ται α­πό τη φυ­σιο­λα­τρί­α και την α­γά­πη του το­πί­ου, και μά­λι­στα σε α­ντι­πα­ρά­θε­ση με το μου­ντό σκη­νι­κό του γε­νέ­θλιου τό­που του. Στην “Κα­τά­ρα της Α­θη­νάς” ο νε­α­ρός Λόρ­δος θα στι­χουρ­γή­σει για το Ατ­τι­κό δει­λι­νό

Με­γα­λό­πρε­πα κι α­γά­λια τώ­ρα ο ή­λιος κα­τε­βαί­νει
πά­νω στου Μω­ριά τους λό­φους με θω­ριά χα­ρι­τω­μέ­νη.
Ό­χι σαν ε­κεί, στις χώ­ρες του Βορ­ρά, σκο­τει­νια­σμέ­νος,
Αλ­λ’ α­στρα­φτε­ρός σαν φλό­γα, ζω­ντα­νός, φω­το­λου­σμέ­νος

Η λι­τό­τη­τα και διαύ­γεια των πε­ρι­γρα­φών του Βύ­ρω­να, δο­σμέ­νη μέ­σα α­πό στί­χους που ε­πέ­χουν θέ­ση τα­ξι­διω­τι­κών α­να­φο­ρών, θα α­να­γνω­ρι­σθεί α­πό το ευ­ρύ­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κό κοι­νό. Οι α­να­φο­ρές του στο ελ­λη­νι­κό το­πί­ο έ­χουν τέ­τοια ποιό­τη­τα ώ­στε πολ­λοί με­τα­γε­νέ­στε­ροι τα­ξι­διώ­τες θα τις “αν­θο­λο­γή­σουν” και θα τις εν­σω­μα­τώ­σουν αυ­τού­σιες στα δι­κά τους κεί­με­να. Στη συ­νέ­χεια του τα­ξι­διού του προς την Α­να­το­λή θα με­τα­βεί στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη (Μά­ιος 1810), ό­που και ε­κεί η α­ντι­συμ­βα­τι­κή του ι­διο­συ­γκρα­σί­α θα τον κρα­τή­σει μα­κριά α­πό τα “α­ξιο­θέ­α­τα” και τα μνη­μεί­α, ε­νώ το πνεύ­μα του θα μα­γνη­τι­σθεί πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τη γρα­φι­κό­τη­τα της ζω­ής της α­να­το­λί­τι­κης πό­λης και των πε­ρι­χώ­ρων. Ε­πι­στρέ­φο­ντας στην Ελ­λά­δα τον ί­διο χρό­νο, θα γρά­ψει στην μη­τέ­ρα του: “Νοιώ­θω δι­κή μου την Ελ­λά­δα, πά­ω να δω τα χώ­μα­τά μου, τη θά­λασ­σά μου, τα βου­νά μου. Εί­ναι οι μό­νες γνω­ρι­μί­ες που μου κά­νουν κα­λό”… Με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1816, ο Βύ­ρων θα βρε­θεί στις Ελ­βε­τι­κές Άλ­πεις, ό­που ε­πί­σης θα ε­ντυ­πω­σια­σθεί α­πό το αυ­στη­ρό με­γα­λεί­ο του ο­ρει­νού το­πί­ου. Προ­ϊ­όν της συ­νά­ντη­σης του ποι­η­τή με το α­πό­κο­σμο σκη­νι­κό του κε­ντρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κού ο­ρει­νού ό­γκου θα α­πο­βεί ο “Μάν­φρε­ντ” –κα­τά τον υ­πό­τι­τλό του– “Έ­να δρα­μα­τι­κό ποί­η­μα”. Στον “Μάν­φρε­ντ”, που θα ο­λο­κλη­ρω­θεί τον ε­πό­με­νο χρό­νο στην Ι­τα­λί­α, ο Βύ­ρων σκια­γρα­φεί έ­ναν χα­ρα­κτή­ρα α­ντί­θε­το του Φά­ου­στ, έ­ναν χα­ρα­κτή­ρα που αρ­νεί­ται να προ­σχω­ρή­σει στις δυ­νά­μεις του σκό­τους, που πα­ρα­μέ­νει α­νε­ξάρ­τη­τος α­πό την ε­ξου­σί­α της κοι­νω­νί­ας και πα­ρά­γει τις δι­κές του α­ξί­ες. Στον ί­διο χω­ρο­χρό­νο της Ελ­βε­τί­ας του 1816, ο Βύ­ρων θα βιώ­σει μια σει­ρά α­πό κα­τα­στά­σεις α­πόρ­ρι­ψης, εν μέ­ρει α­πό την αγ­γλι­κή κοι­νω­νί­α που λί­γα χρό­νια πριν τον α­πο­θέ­ω­νε, και εν μέ­ρει α­πό τον προ­σω­πι­κό του πε­ρί­γυ­ρο και τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές πε­ρι­πέ­τειές του –στις ο­ποί­ες συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται και έ­να δια­ζύ­γιο… Μέ­σα στο σκη­νι­κό των ά­γριων α­νά­γλυ­φων, των ε­φορ­μή­σε­ων των βρα­χω­δών σχη­μα­τι­σμών προς και α­πό τον ου­ρα­νό, θα α­να­πλά­σει, υ­πό την ε­πή­ρεια της προ­σω­πι­κής του ζω­ής, αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κούς συμ­βο­λι­σμούς και θα συν­θέ­σει έ­ναν δι­κό του “Προ­μη­θέ­α”: “Έ­να σύμ­βο­λο του η­ρω­ϊ­κού α­το­μι­κι­σμού, έ­ναν ε­πα­να­στά­τη με σπου­δαί­α αι­τί­α, έ­ναν που ου­δέ­πο­τε θα εκ­στό­μι­ζε τη λέ­ξη ‘με­τα­νο­ώ’” (Ρα­­ΐζης). Στον “Προ­μη­θέ­α” του ο Βύ­ρων εκ­φρά­ζε­ται με πι­κρί­α και α­παι­σιο­δο­ξί­α σχε­τι­κά με την έκ­βα­ση της σύ­γκρου­σης με­τα­ξύ ε­λευ­θε­ρί­ας και τυ­ραν­νί­ας, ό­μως ταυ­τό­χρο­να ε­ξυ­μνεί την η­ρω­ϊ­κή αν και α­πέλ­πι­δα α­ντί­στα­ση του α­τό­μου ε­να­ντί­ον της δύ­να­μης και της αυ­θαι­ρε­σί­ας. Δεν εί­ναι υ­πο­ταγ­μέ­νος, δεν εί­ναι α­πο­λο­γη­τής της κα­τά­στα­σης που ε­γκα­θι­δρύ­ει η Ιε­ρά Συμ­μα­χί­α με­τά την ήτ­τα του Να­πο­λέ­ο­ντα, δεν εί­ναι “α­να­χω­ρη­τής” σε ε­ξω­τι­κούς-γε­ω­γρα­φι­κούς και πνευ­μα­τι­κούς προ­ο­ρι­σμούς. Στη δη­μιουρ­γι­κή πο­ρεί­α του η ευαί­σθη­τη και α­ντι­κομ­φορ­μι­στι­κή φύ­ση του θα ε­πι­κου­ρεί­ται α­πό έ­να καλ­λιερ­γη­μέ­νο ι­στο­ρι­κό πνεύ­μα και α­πό μια γε­νι­κό­τε­ρη ευ­ρυ­μά­θεια, που κά­λυ­πτε συγ­γρα­φείς ό­πως ο Μο­ντε­σκιέ,ο Λοκ, ο Μπέρ­κλε­ϊ, ο Χιούμ,κα­θώς και Έλ­λη­νες ή Λα­τί­νους κλα­σι­κούς…

Η ει­κο­νο­ποι­ί­α του Βύ­ρω­να θα συ­μπε­ρι­λά­βει α­κραί­α φυ­σι­κά σκη­νι­κά για να δη­λώ­σει το κοι­νό ι­δε­ο­λο­γι­κό υ­πό­βα­θρο των ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών α­γώ­νων και το ρι­ζο­σπα­στι­κό πνεύ­μα της ε­πο­χής του: “Πά­νω στις κορ­φές του Ά­θω και στις Άν­δεις κυ­μα­τί­ζει – Λά­βα­ρο που εί­ναι το ί­διο και δυό κό­σμους χαι­ρε­τί­ζει”. Δεν θα μεί­νει ό­μως σε “φι­λι­κή α­πό­στα­ση” με τα δρώ­με­να της ε­πο­χής του. Τον Αύ­γου­στο του 1823 θα πα­τή­σει το πό­δι του στην Κε­φα­λο­νιά, θα μεί­νει ε­κεί λί­γο και­ρό δια­τη­ρώ­ντας ε­πα­φή με το Φι­λελ­λη­νι­κό Κο­μι­τά­το του Λον­δί­νου, και τε­λι­κά θα βρε­θεί στο Με­σο­λόγ­γι τις τε­λευ­ταί­ες η­μέ­ρες του 1823. Ο κό­σμος θα τον υ­πο­δε­χθεί με πα­νη­γυ­ρι­σμούς και υ­πέρ­τα­τες τι­μές, στρώ­νο­ντας το πέ­ρα­σμά του με βά­για – έ­να στοι­χεί­ο της φύ­σης που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε και στον ερ­χο­μό του Ι­η­σού Χρι­στού στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα. Ε­κεί θα πε­ρά­σει τους ε­λά­χι­στους μή­νες που του α­πο­μέ­νουν μέ­χρι τον θά­να­τό του δου­λεύ­ο­ντας για την ελ­λη­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση, α­να­λαμ­βά­νο­ντας τον ε­ξο­πλι­σμό ε­νός σώ­μα­τος πυ­ρο­βο­λη­τών με δι­κά του έ­ξο­δα, στη­ρί­ζο­ντας την έκ­δο­ση των “Ελ­λη­νι­κών Χρο­νι­κών” και του “Ελ­λη­νι­κού Τη­λέ­γρα­φου”. Θα φύ­γει α­πό τη ζω­ή τον Α­πρί­λιο του 1824, πα­ρά τις ια­τρι­κές πα­ραι­νέ­σεις να α­πο­φύ­γει το υ­γρό και αν­θυ­γιει­νό κλί­μα της πε­ριο­χής με την ά­με­ση α­πο­μά­κρυν­σή του… Και θα φύ­γει μέ­σα σε έ­να σκη­νι­κό εκ­θαμ­βω­τι­κής υ­περ­κυ­ριαρ­χί­ας της Ά­νοι­ξης, ό­πως ε­κεί­νο που πε­ριέ­γρα­φε ο Διο­νύ­σιος Σο­λω­μός στους “Ε­λεύ­θε­ρους Πο­λιορ­κη­μέ­νους”, βά­ζο­ντας στο στό­μα της φύ­σης έ­ναν α­δυ­σώ­πη­το στί­χο: “Ό­ποιος πε­θαί­νει σή­με­ρα – χί­λιες φο­ρές πε­θαί­νει”…

ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ

  • Κυ­ριaκου Σι­μoπου­λου, Ξέ­νοι τα­ξι­διώ­τες στην Ελ­λά­δα, τό­μοι Γ1 και Γ2, Εκ­δό­σεις ΣΤΑ­ΧΥ, Α­θή­να 1999.
  • The Norton Anthology of English Literature, fourth edition, volume 2, “The Romantic period”, New York, 1979.
  • M. Byron Raizis, From Caucasus to Pittsburgh – The Pro­metheus theme in British and American Poetry, Gnosis Publishing Co.
  • Μπά­ϊ­ρον ε­να­ντί­ον Έλ­γιν, συλ­λο­γι­κό έρ­γο σε ε­πι­μέ­λεια Πά­νου Τρι­γά­ζη, με κεί­με­να των Graham Binns, Ken Coates, Αι­κα­τε­ρί­νη Δού­κα-Κα­μπί­το­γλου, Ε­λέ­νη Κα­ρα­σα­βί­δου, Ευ­γε­νί­α Κε­φαλ­λη­ναί­ου, Χρι­στί­να Ντό­κου, Μά­ριος-Βύ­ρων Ρα­ΐζης, Πέ­πη Ρη­γο­πού­λου, Εκ­δό­σεις Τα­ξι­δευ­τής, Α­θή­να 2004/06/22.
  • Αγ­γε­λι­κhς Κoκ­κου, “Ξέ­νοι πε­ρι­η­γη­τές στην Ατ­τι­κή”, Κα­θη­με­ρι­νή, “Ε­πτά η­μέ­ρες”, 31/12/1999.
  • Μaριου-Βyρω­να Ρα­ϊ­ζη, Αγ­γλό­φω­νη Φι­λο­λο­γί­α-Συ­γκρι­τι­κές με­λέ­τες, Εκ­δό­σεις Κέ­δρος, Α­θή­να 1981.

Άρδην τ. 50, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2004

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.