Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω τη ρεζέρβα να τους πάρω

Σαλταδόρος και Μαυραγορίτης, δυο λέξεις που έχουν συνδεθεί με τη γερμανική κατοχή.

Σαλταδόρος είναι αυτός που σαλτάρει, που πηδά, κάνει άλματα. Στη γερμανική κατοχή η έννοια σαλταδόρος συνδέθηκε με τα μικρά παιδιά που , στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν από την πείνα, σάλταραν στα φορτηγά των κατακτητών για ν΄ αρπάξουν τρόφιμα, λάστιχα κ.λ.π. Πολλά από αυτά τα παιδιά έχασαν τη ζωή τους για μια κουραμάνα.

Ποιος δε γνωρίζει τους στίχους του ρεμπέτη Μιχάλη Γενίτσαρη “Οι Γερμανοί μας κυνηγούν μα εμείς δεν τους ακούμε, εμείς θα τη σαλτάρουμε ώσπου να σκοτωθούμε. Θα σαλτάρω , θα σαλτάρω , τη ρεζέρβα να τους πάρω”.

“Ο Σαλταδόρος, το ρεμπέτικο αυτό τραγούδι , έγραφε ο Δ. Λιαντίνης,είναι η τελευταία επιβίωση της λαικής μας ποίησης. Ταυτόχρονα όμως και η επιτύμβια κατάθεσή της. Γιατί μετά το σαλταδόρο η δημοτική μας ποίηση , ωσάν η οργανική συνέχεια της αμεσότητας στη ζωή του λαού μας, πεθαίνει. Μετά το σαλταδόρο, τα άλλα είναι σιωπή, που είπε ο Αμλετ΄”.

Ο ποντιακής καταγωγής συγγραφέας Δημήτρης Ψαθάς , γράφει το γνωστό του διήγημα “Οι Πιτσιρίκοι”. Αναφέρεται σε μια νύχτα του Γενάρη του ΄42, όπου ένα γερμανικό φορτηγό σταματά στο Ζάππειο. Ο σκοπός βηματίζει νευρικά, φοβούμενος την τρομερή φήμη  που έχουν τα αλητάκια της Αθήνας , οι σαλταδόροι. Ξαφνικά, μέσα στο σκοτάδι εμφανίζεται ένα κουρελιασμένο παιδάκι που ζητά από το σκοπό ανάψει το τσιγάρο του από το φανάρι  του φορτηγού- ΄΄Καμαράτ, ανάψει σιγαρέτ΄΄. Ο Γερμανός σκοπός ξεκαρδίζεται από τα γέλια και σκέφτεται πόσο ανόητα είναι τα παιδάκια στην Αθήνα… Μετά από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες το αλητάκι ανάβει το τσιγάρο του από τον αναπτήρα του σκοπού και εξαφανίζεται. Ο σκοπός ξαναρχίζει τις βόλτες του στο αυτοκίνητο και έκπληκτος διαπιστώνει πως έπεσε θύμα κοροϊδίας. Όση ώρα γελούσε με το ΄΄κουτό΄΄ παιδάκι, η υπόλοιπή παρέα του ΄΄πιτσιρίκου΄΄, καταλήστεψε το γερμανικό φορτηγό.

Με τους σαλταδόρους ασχολείται και ο Γκρεγκ Τάλλας(Γρηγόρης Θαλασσινός) στην ταινία του ΄΄Το Ξυπόλητο Τάγμα΄΄, η οποία παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 1995 . Πρόκειται για την αληθινή ιστορία 160 παιδιών, που η δράση τους πήρε διαστάσεις μύθου όταν διώχτηκαν από τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί , στα χρόνια της κατοχής του B’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Γερμανοί είχαν αδειάσει τα δημόσια κτίρια για να τα επιτάξουν. Ανάμεσα σε αυτά τα κτίρια υπήρχαν αρκετά ορφανοτροφεία. Τα ορφανά τα πέταξαν στους δρόμους. Μια ομάδα απ’ αυτά τα ορφανά οργανώθηκαν σε ομάδες. Πηγή για την τροφοδοσία τους ήταν τα γερμανικά καμιόνια που κουβαλούσαν ψωμί και τρόφιμα και οι μαυραγορίτες. Τα κλεμμένα μοιράζονταν στα ορφανά αλλά και σε άλλους κατοίκους της Θεσσαλονίκης που είχαν ανάγκες. Τα παιδιά του “Ξυπόλητου Τάγματος” έμειναν στην ιστορία ως “σαλταδόροι”.

Η άλλη κατηγορία που συναντάμε κατά τη διάρκεια της κατοχής είναι οι μαυραγορίτες. Μαυραγορίτης ήταν αυτός που εμπορευόταν  και πούλαγε στη μαύρη αγορά. ΄΄Ο μαυραγοριτισμός κατά τη διάρκεια της κατοχής υπήρξε από τα πλέον απεχθέστερα φαινόμενα, που συνδέθηκε με την προσπάθεια του εύκολου κέρδους, πάση θυσία. Οι δυνάμεις της τριπλής κατοχής (Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία) άρπαζαν με τη βία τους πόρους της κατεχόμενης χώρας μας. Σε συνδυασμό με τα πολεμικά γεγονότα, τους αποκλεισμούς κ.λ.π. πολύ σύντομα η αγορά εμφάνισε σημαντικές ελλείψεις σε ήδη πρώτης ανάγκης, γεγονός που επέτρεψε σε διάφορα άτομα ρευστής συνείδησης να πλουτίσουν εκμεταλλευόμενα τις αδήριτες ανάγκες των συμπολιτών μας. Από τα χρόνια της κατοχής η λέξη μαυραγορίτης σημαίνει τον αδίστακτο κερδοσκόπο , χωρίς συνειδησιακούς φραγμούς…΄΄. (Παντελής Αθανασιάδης).

“Ο κόσμος πουλάει…πουλάει…πουλάει. Κι αυτός αγοράζει…αγοράζει…αγοράζει. Βούτηξε κιόλας το τρίτο σερβίτσιο, το πέμπτο χαλί και το δεύτερο σπίτι. Και μας κορδώνεται κι από πάνου πως είναι ατσίδας. Κι όλοι οι άλλοι που ξεπουλάνε το έχει τους γιατί, γιατί ψοφάνε της πείνας, είναι κορόιδα. Άκου θράσος[…] Κι εμείς να΄ χουμε την ανάγκη του, γιατί τα ντουλάπια μας όλο κι αδειάζουν..”.(Από το Ημερολόγιο ενός παιδιού, βιβλιοπωλείο Εστία).

Και εδώ συναντάμε πάλι το ρεμπέτη Μιχάλη Γενίτσαρη να τραγουδά  ΄΄Μικροί μεγάλοι γίνανε, μαυραγορίτες όλοι.  Κι αφήσαν όλο το ντουνιά με δίχως πορτοφόλι. Πουλήσαμε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας, για δυο ελιές κι ένα ψωμί, να φάνε τα παιδιά μας΄΄.

Η εφημερίδα Ελευθεροτυπία σε άρθρο της έγραφε  για το πώς άλλαξαν χέρια οι περιουσίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη: ΄΄Μέσα στην κατοχή άλλαξαν χέρια 350.000 περίπου ακίνητα. Το ένα τρίτο από αυτά ήταν ΄΄αστικά΄΄ (σπίτια και οικόπεδα), τα δυο τρίτα ΄΄αγροτικά΄΄ (χωράφια, συχνά στην περίμετρο των αστικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των σημερινών πολεοδομικών συγκροτημάτων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης), ενώ πουλήθηκαν και 1.000 περίπου ΄΄βιομηχανικά΄΄ ακίνητα , ως επί το πλείστον βιοτεχνίες΄΄.

Οι παραπάνω πληροφορίες βλέπουμε ότι περιορίζονται  μόνο στις δυο μεγάλες πόλεις. Όμως τα ίδια φαινόμενα διαδραματίζονταν και στις περιφερειακές πόλεις της πατρίδας μας. Οι επιτήδειοι έμποροι-μαυραγορίτες ,  την περίοδο της Κατοχής, συσσώρευσαν τεράστιες περιουσίες , ακόμη και με αθέμιτο τρόπο.

Ο Δημήτρης Ψαθάς διακωμωδεί  τη δύσκολη θέση που βρέθηκαν οι μαυραγορίτες της κατοχής μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν: <<Βάστα, Ρόμελ! Αντιλαλούν οι δρόμοι.  Βάστα, Ρόμελ! Ωρύονται οι άνθρωποι. Βάστα, Ρόμελ!  Το λένε στα σπίτια και στα μαγαζιά κι ολούθε. Χαρά. Και γέλια… Κι ο αντίλαλος της φευγάλας του φτάνει ως την Αθήνα και βάζει σε τρόμο τους μαυραγορίτες: – Βάστα, Ρόμελ! Είναι η σαρκαστική επίκληση της μαρίδας προς τον Γερμανό στρατάρχη που κλόνισε στη φευγάλα του και το φρούριο της μαύρης αγοράς. Φεύγει ο Ρόμελ. Άρα; Τελειώνει ο πόλεμος! Και μέσα στην παραζάλη της παθαίνει σύγχυση η μαύρη αγορά, χάνει το ηθικό της και τα βγάζει όλα στη φόρα. Πανικός. Τσακίζονται να προλάβουν οι μαυραγορίτες. Πρώτη η οδός Αθηνάς βλέπει απορημένη ν’ ανατέλλουν τα φασόλια. Και σιγά-σιγά στα πεζοδρόμια, στην άσφαλτο, πάνω σε τραπεζάκια, μέσα σε καρτοτσάκια, σε τσουβάλια, κάνουν την εμφάνισή τους -ανοιχτά!- όλα τα είδη που είχαν πάθει έκλειψη απ’ τον Απρίλη του ‘41. -Έσπασε, έσπασε η μαύρη! Βλέπει ο κόσμος φασόλια στους δρόμους! Ρεβύθια στα πεζοδρόμια! Πατάτες στα καροτσάκια! Άλλοι γελούν. Άλλοι φωνάζουν. Άλλοι φιλιούνται. Γυναικούλες στέκονται μπροστά σ’ αυτό το αναπάντεχο θαύμα, δακρύζουν και σταυροκοπιούνται: Αμήν, Παναγίτσα μου, δόξα σοι ο Θεός που αξιώθηκαν τα μάτια μας να δουν τόσο μεγάλη μέρα”.

Στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας η Σοφία Βέμπο τραγουδούσε

“Όχι καινούργιο πόλεμο

Όχι καινούργια αντάρα

Κατάρα στ’ αστροπέλεκα,

Στις σάλπιγγες, Κατάρα!”

Με εκτίμηση

Ουρανία Πανταζή

Υποπλοίαρχος (ε.α.)

koinignomi.gr

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.