Θεοδόσης Κυριακίδης: Οι βίαιοι εκτοπισμοί ως εργαλείο εξόντωσης στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

100 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων

Θεοδόσης Κυριακίδης

Οι βίαιοι εκτοπισμοί ως εργαλείο εξόντωσης στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου[i].

Η καταστροφή του ελληνορθόδοξου μιλλέτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την καταστροφή και εξαφάνιση των υπόλοιπων γηγενών χριστιανών της Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεταβατικής δεκαετίας, από την ίδια τους την κυβέρνηση. Οι γενοκτονημένοι λαοί με άλλα λόγια υπήρξαν οθωμανοί υπήκοοι και εξοντώθηκαν από το ίδιο τους το κράτος[ii]. Για να κατανοήσουμε πως οι κυβερνητικές ελίτ, οι Νεότουρκοι και αργότερα οι Κεμαλικοί κατέληξαν στο σχέδιο της εξόντωσης των χριστιανών οθωμανών πολιτών, θα πρέπει να κατανοήσουμε το ιστορικό συγκείμενο και τις αιτίες που πυροδότησαν τη συγκεκριμένη εξέλιξη.  Η Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής αποτελεί την κορύφωση δυο ιστορικών διαδικασιών και μεταμορφώσεων που είχαν ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα. Αυτές ήταν αφενός το περίφημο Ανατολικό ζήτημα και αφετέρου η αφύπνιση του εθνικισμού και η κυριαρχία των εννοιών του έθνους-κράτους.

Η διαδρομή από τη σύλληψη της ιδέας, -οι ερευνητές προβληματίζονται για το πότε ακριβώς αποφασίστηκε επιτελικά η εξόντωση-, μέχρι τη  διάπραξη της Γενοκτονίας αναπτύχθηκε σταδιακά και επηρεάστηκε τόσο από εξωτερικά, όσο και από εσωτερικά γεγονότα, όπως θα σημειώσουμε παρακάτω. Αυτή η σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής χαρακτηρίστηκε από την Tessa Hofmann  ως Γενοκτονία εν ροή  (cumulative Genocide)[iii].

Είναι γεγονός πως οι γενοκτονίες δεν πραγματοποιούνται χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και βασικούς πρωταγωνιστές. Με άλλα λόγια δεν αποτελούν μια σειρά από αυθόρμητες βιαιότητες. Αντίθετα, αποτελούν καλά μελετημένες πράξεις σφαγών και βίαιων εκτοπίσεων πληθυσμών, σε συνθήκες που οδηγούν αναπόφευκτα σε εξόντωση[iv]. Ως εκ τούτου, η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην εξαφάνιση των χριστιανικών πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πληρούν τις προδιαγραφές του ορισμού  της «γενοκτονίας», που διατυπώθηκε από τον πολωνοεβραίο νομικό Raphael Lemkin και υιοθετήθηκε με  τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Δεκεμβρίου 1948, σύμβαση που τέθηκε σε ισχύ από τις 12 Ιανουαρίου 1951[v].

Στη Σύμβαση αναφέροναι, μεταξύ άλλων, ως πράξεις Γενοκτονίας οι οργανωμένες σφαγές ή άλλες πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή της στοχευμένης ομάδας με σκοπό την εξολόθρευση. Εκείνο που παραμένει σημαντικό στην περίπτωση μιας Γενοκτονίας, είναι η πρόθεση. Για τον Roger Smith, αυτή ακριβώς η πρόθεση εφαρμόστηκε στην περίπτωση των Ελλήνων στον Πόντο. Όπως γράφει «… κάποιος πρέπει να εξετάσει την πρόθεση και τις συνέπειες. Και στις περιπτώσεις των οθωμανικών αρχών, η πρόθεση είναι σαφής καθώς και οι συνέπειες: οι χριστιανικές μειονότητες της Τουρκίας καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό από το 1913 έως το 1923»[vi]. Ο Hannibal Travis αντίστοιχα σημειώνει: «Εάν δεν υπήρξε κυβερνητική πρόθεση να εξοντωθούν οι χριστιανοί της Αυτοκρατορίας, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να εξηγηθεί πώς οι σφαγές, οι βιασμοί, οι απελάσεις και οι εκδιώξεις των Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων χριστιανών που ζουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την εποχή του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Πώς θα μπορούσε να προκύψει ένας τέτοιος σημαντικός βαθμός συντονισμού και κοινός σκοπός στη σφαγή αμάχων, τη διαφθορά των γυναικών, τη δημιουργία ορφανών παιδιών και την κλοπή χρημάτων και περιουσίας χωρίς οργάνωση και κατεύθυνση από ψηλά;»[vii].

Στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου η εξολόθρευση δεν επιτεύχθηκε μόνο με σφαγές, αλλά με σειρά μέτρων που εφαρμόστηκαν. Οι αναφορές σε διπλωματικά έγγραφα το καταδεικνύουν καθαρά καθώς αναφέρουν ότι μέχρι το 1916, μεγάλο μέρος του Ελληνισμού του Πόντου και της Ανατολίας εξοντώθηκε με την αναγκαστική είσοδό του στα τάγματα εργασίας[viii], αλλά και από εκτοπίσεις και βίαιους διωγμούς, οι οποίοι ήταν εξίσου θανατηφόροι όσο και οι σφαγές, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Τάγματα Εργασίας.

Οι εκτοπίσεις ισοδυναμούν με θάνατο

Σχετικά με τις εκτοπίσεις και τις μακρές εξαντλητικές πορείες  θανάτου, οι καθολικοί ιεραπόστολοι και διάφοροι διπλωμάτες ήταν πεπεισμένοι ότι δεν πραγματοποιούνταν για στρατιωτικούς λόγους και ότι ο εκτοπισμός σήμαινε σκόπιμο και βέβαιο θάνατο. Πολλές είναι οι σχετικές μαρτυρίες. Μια αναφορά που απεστάλη στον καρδινάλιο Gasparri, της Γραμματείας του Κράτους του Βατικανού, στις 20 Μαρτίου 1916, από τον αποστολικό επιτετραμμένο της Βιέννης καρδινάλιο Scapinelli[ix] υπογράμμιζε τα εξής: «Κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι η απέλαση είναι μια πιο ήπια μορφή τιμωρίας από τη δολοφονία. Πράγματι, αλλά η πρώτη δεν διαφέρει πολύ από την τελευταία. Και αυτό διότι παρόλο που κάποιος μπορεί να ξεφύγει τη γενική σφαγή, μπορεί να κρυφτεί ή να διαφύγει στα βουνά, η προοπτική επιβίωσης για τους εκτοπισμένους είναι εξαιρετικά χαμηλή. Αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους όπως τα βοοειδή, περπατούν εβδομάδες και μήνες σε διαφορετικές κατευθύνσεις του αρχικού προορισμού τους, ενώ η παροχή του απαραίτητου φαγητού είναι η πιο σπάνια περίπτωση. Έτσι, οι φτωχοί υποκύπτουν στη μαζική λιμοκτονία και τις επιδημίες. Όταν φτάνουν στον προορισμό τους δεν υπάρχει διαμονή για αυτούς, αλλά οδηγούνται σε έναν νέο προορισμό και στη συνέχεια πάλι σε άλλο, έτσι ώστε να μην ξαποστάσουν ποτέ. Σε άλλες περιπτώσεις, οι οικογένειες διασκορπίζονται και επειδή οι άνδρες συνήθως διαχωρίζονται από τις γυναίκες και επειδή οι τελευταίες εξαρτώνται εξ ολοκλήρου στη ζωή τους από τους συζύγους, η πείνα και οι απειλές οδηγούν τις γυναίκες στα τουρκικά σπίτια. Τα παιδιά εξισλαμίζονται από ιδιώτες Τούρκους ή ως ορφανά πολέμου εξισλαμίζονται μέσω κρατικών δομών … «[x]. Παρόμοιες πληροφορίες απεστάλησαν από τον Αποστολικό Νούντσιο της Βιέννης στις 5 Νοεμβρίου 1915, όπου σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι «ο εκτοπισμός είναι πολύ συχνά ισοδύναμος με τον θάνατο ή για τα μικρότερα παιδιά σημαίνει την είσοδο στις ισλαμικές και τουρκικές οικογένειες»[xi].  Και ο Γερμανός πρόξενος της Σαμψούντας, Kückhoff, έγραψε στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 16 Ιουλίου 1916: «Από αξιόπιστες πηγές, ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής έχει εξοριστεί. Εξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δε δολοφονείται, πεθαίνει ως επί το πλείστον από τις αρρώστιες και την πείνα»[xii].

Από τους 13.000 συνολικά κατοίκους της περιοχής Τριπόλεως επέζησαν μετά τους βίαιους εκτοπισμούς μόνο οι 800.

Πράγματι, όπως φαίνεται από το ποσοστό των επιζώντων, η πεποίθηση των ιεραποστόλων και των διπλωματών είναι ακριβής. Ας δούμε κάποια παραδείγματα: Από τους 13.000 που απελάθηκαν από την Τρίπολη μόνο 800 επέζησαν [xiii], από 700 εκδιωγμένους από το Τεπέκιοϊ της Πουλαντζάκης το 1916, μόνο 232 επέζησαν [xiv] και σύμφωνα με τις αναφορές του Μητροπολίτη Γερμανού: «Εκ των εξορισθέντων εις το βιλαέτιον της Άγκυρας μόλις το δέκατον ευρίσκεται σήμερον εν ζωή, οι δε κάτοικοι των προαστίων Άνω Αμισού και Ελιάζκιοϊ δεν ευρίσκονται πλέον εν τη ζωή, διότι το Σουγκουρλού υπήρξεν ο τάφος αυτών»[xv].

«Εκ των εξορισθέντων εις το βιλαέτιον της Άγκυρας μόλις το δέκατον ευρίσκεται σήμερον εν ζωή, οι δε κάτοικοι των προαστίων Άνω Αμισού και Ελιάζκιοϊ δεν ευρίσκονται πλέον εν τη ζωή, διότι το Σουγκουρλού υπήρξεν ο τάφος αυτών», Μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός.

Παρόλο, όμως, που οι εκτοπίσεις είχαν το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό των σφαγών, παρέχουν στον θύτη των εγκλημάτων το πλεονέκτημα του ισχυρισμού ότι είναι αθώος. Αναφέρει ο Hannibal Travis: «Η γενοκτονία  διαμέσου του εκτοπισμού διευκολύνει την άρνηση του εγκλήματος. Λίγοι θα μπορούσαν να αρνηθούν ότι η γενοκτονία με άμεση δολοφονία μιας φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας θα αποτελούσε ένα τεράστιο έγκλημα… Στην πρόσφατη εργασία μου υποστήριξα ότι η γενοκτονία μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω εκτοπισμών σε συνθήκες που προκαλούν θανάτους μεγάλης κλίμακας από πείνα, την ασθένεια, την έκθεση και την έλλειψη στέγης»[xvi]. Η συγκεκριμένη πρακτική των βίαιων εκτοπισμών εμπίπτει στο άρθρο 2, παρ. γ) της Σύμβασης του 1948, το οποίο αναφέρει πως πράξεις γενοκτονίας είναι η «Εκ προθέσεως υποβολή της ομάδος εις συνθήκας διαβιώσεως δυναμένας να επιφέρωσιν την πλήρη ή την μερικήν σωματικήν καταστροφήν αυτής»[xvii].

Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη αξία για έναν ιστορικό, από το να κατονομάσει τα γεγονότα, είναι να κατανοήσει τη χρονική αλληλουχία και τις αιτίες αυτών. Υπό αυτή την έννοια, η εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών, δηλαδή των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων, πρέπει να ειδωθεί ως ένα συνολικό σχέδιο εξόντωσης και αντικατάστασης του ανεπιθύμητου πληθυσμού στην προσπάθεια δημιουργίας «καθαρού» εθνικού κράτους. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε  με διωγμούς και  απελάσεις ήδη από το 1913 με τους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και στη συνέχεια με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Το πρόγραμμα εξολόθρευσης περιελάμβανε βίαιες μετακινήσεις και απελάσεις, οικονομικό αποκλεισμό, σφαγές και λεηλασίες. Είναι επίσης σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως όλα τα παραπάνω συνέβησαν πριν από την παρέμβαση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αντίθεση με όσα συχνά υποστηρίζει η τουρκική ιστοριογραφία, ότι δηλαδή τα γεγονότα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Αυτό που συνέβη με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης ήταν πρόδρομος σε αυτό που θα ακολουθούσε και σε άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς[xviii]. Πράγματι, ο αμερικανός πρέσβης Henry Morgnethau,αποκαλύπτει ότι ο Bedri Bey, αστυνομικός διοικητής στην Κωνσταντινούπολη, ανέφερε σε έναν από τους γραμματείς του ότι οι μετακινήσεις των Ελλήνων ήταν τόσο επιτυχείς, που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την ίδια μέθοδο και στις άλλες φυλές της Αυτοκρατορίας[xix]. Υπήρξαν δηλαδή όχι απλά σαφείς ενδείξεις, αλλά δημόσιες ομολογίες για την εξολόθρευση των χριστιανών.

Henry Morgenthau, Αμερικανός πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη.
Bedri Bey, αστυνομικός διοικητής στην Κωνσταντινούπολη.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι δημογραφικές ανησυχίες της Αυτοκρατορίας διαμόρφωσαν τις απελάσεις του ελληνικού πληθυσμού στον Πόντο. Ως εκ τούτου, οι εκτοπισμοί δεν πραγματοποιήθηκαν τυχαία και χωρίς σχέδιο, αλλά υπήρξαν συνέπεια  μιας συστηματικής μελέτης των δεδομένων του πληθυσμού. Ο Fuat Dundar κατέγραψε στη μελέτη του ότι οι Νεότουρκοι ανέπτυξαν εθνικές στατιστικές, χάρτες και εθνολογικές μελέτες το καλοκαίρι του 1914, γεγονός που τους βοήθησε να προσδώσουν έναν επιστημονικό τρόπο στην πολιτική ομοιογενοποίησης της Ανατολίας. Επιπλέον, οι Fuat Dundar και Taner Akcam συμφωνούν ότι τα οθωμανικά έγγραφα αποκαλύπτουν ότι η δημογραφική πολιτική χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά των Ελλήνων στη δυτική Ανατολία και εφαρμόστηκε μεταξύ των ετών 1913 και 1914. Έτσι, πρώτοι οι Έλληνες και αργότερα οι Αρμένιοι διανεμήθηκαν σε όλη την Αυτοκρατορία, ώστε ο αριθμός των χριστιανών σε κάθε περιοχή να είναι 10%, 5% και 2% ή ακόμα λιγότερο από τον υπόλοιπο μουσουλμανικό πληθυσμό. Με άλλα λόγια, είναι πλέον γεγονός ότι η πολιτική βίαιων εκτοπισμών στο εσωτερικό ήταν μια καλά μελετημένη και όχι τυχαία ενέργεια για την απομάκρυνση των Ελλήνων του Πόντου[xx].

Στην σχετική έκθεση που συντάσσει ο εκπαιδευτικός Π. Κυνηγόπουλος επιβεβαιώνει τα παραπάνω σημειώνοντας πως: «Στην περιοχή της Σεβάστειας, από το 1916, οι περισσότεροι άνδρες είτε εκτοπίστηκαν είτε φυλακίστηκαν. Οι γυναίκες και τα παιδιά μεταφέρθηκαν στην περιοχή Αζηζηγιέ, όπου κατανεμήθηκαν σε τουρκικά χωριά, με σκοπό τον εξισλαμισμό, κατά τέτοιο τρόπο,  ώστε  σε κάθε χωριό να μην υπάρχουν περισσότερες από  πέντε δέκα  ψυχές»[xxi]. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος έλαβε σχετική προειδοποίηση για τον επικείμενο κίνδυνο εκτουρκισμού που επικρατούσε στις 14 Ιανουαρίου 1915, η οποία είχε ως εξής: «Μεταξύ των υπό του Νεοτουρκικού κομιτάτου ληφθεισών αποφάσεων είναι και ο εκτουρκισμός των ελληνικών πληθυσμών, ο οποίος δεν είναι δυνατός, εφόσον υπάρχουσι συμπαγείς ελληνικοί συνοικισμοί. Αι στρατιωτικαί ανάγκαι παρέχουσιν καταλληλοτάτην πρόφασιν ίνα διασκορπισθώσιν οι χριστιανοί και ούτω καταστή δυνατός ο εκτουρκισμός αυτών»[xxii]. Ενδεικτικό αυτής της πολιτικής είναι ότι η Διεύθυνση Εγκατάστασης Φυλών και Προσφύγων (ΙΑΜΜ), ρωτούσε διαρκώς πόσοι έφυγαν, πόσοι είχαν εγκατασταθεί και πόσοι είχαν παραμείνει στις περιοχές ενδιαφέροντος τους[xxiii]. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα στελέχη της Ένωσης και Προόδου είχαν προγραμματίσει όχι μόνο τη μετανάστευση των χριστιανών, αλλά και τη διαδικασία εγκατάστασης των μουσουλμάνων [xxiv]. Μόλις οι αρχές εκκένωναν ένα  χωριό ή μια περιοχή, εγκαθιστούσαν αμέσως μουσουλμανικό πληθυσμό[xxv]. Μάλιστα, διευκόλυναν την εθελοντική μετανάστευση για εκείνους που ήθελαν να φύγουν στην Ελλάδα. Σε επιστολή που στάλθηκε στην επαρχία Τραπεζούντας στις 15 Απριλίου 1914 αναφέρεται ότι ο ναύλος ήταν 10 γρόσια, αλλά σημειωνόταν ότι όλοι είχαν το δικαίωμα να ταξιδέψουν, ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν[xxvi]. Προκειμένου να καλυφθεί αυτή η διαδικασία μετακίνησης με ένα νομικό πλαίσιο, ψηφίστηκε στη Βουλή στις 27 Μαΐου 1915 ένας νόμος περί αποστολής και εγκατάστασης (Sevk ve İskan Kanunu), γνωστός ως νόμος tehcir [xxvii].

Πρόσφυγες από τη Σαμψούντα στην Ελλάδα. Μεταφέρονται από την Πάτρα στην ενδοχώρα (Πηγή: National Geographic Magazine, Nοέμβριος 1925, αρ. τεύχους 48, σ. 568.

Μετά την έναρξη των πρώτων διωγμών το 1913, κυρίως στην Ανατολική Θράκη και τη Δυτική Μικρά Ασία, πολλοί παράγοντες επηρέασαν τους Νεότουρκους να αλλάξουν την πολιτική τους και να σταματήσουν τους εκτοπισμούς. Ένας λόγος ήταν ότι η Ελλάδα δεν είχε εξέλθει στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ, αλλά είχε παραμείνει ουδέτερη. Ως εκ τούτου, η Γερμανία είχε ζητήσει από τους Νεότουρκους να αλλάξουν την πολιτική τους με την ελπίδα να κερδίσουν την Ελλάδα στο πλευρό τους[xxviii]. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι διαμαρτυρίες του Πατριαρχείου για τις βιαιότητες, οι διαμαρτυρίες των Ελλήνων βουλευτών στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο, καθώς και εκείνες  των ξένων διπλωματικών αντιπροσώπων. Ο Taner Akcam υπογραμμίζει ότι ένας ακόμα λόγος ήταν το γεγονός ότι η πίεση που ασκούνταν στους μουσουλμάνους του ελληνικού κράτους είχε επίσης σταματήσει[xxix]. Θεωρείται πάντως πως εάν δεν υπήρχε το ελληνικό κράτος και το σημαντικό μουσουλμανικό στοιχείο που πίεζε την Τουρκία, ο αριθμός των Ελλήνων θυμάτων των πρώτων αυτών διωγμών θα ήταν υψηλότερος[xxx]. Επιπλέον, ο Βενιζέλος χρησιμοποιούσε στη ρητορική του τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι Νεότουρκοι στους Έλληνες και έτσι η αναστολή των εκτοπισμών κατά τη συγκεκριμένη περίοδο πραγματοποιήθηκε για να μην ενισχύονται τα επιχειρήματά του εναντίον του φιλογερμανού βασιλιά Κωνσταντίνου[xxxi].Τόσο ο Βενιζέλος όσο όμως και ο Κωνσταντίνος είχαν διαμαρτυρηθεί έντονα για τις διώξεις ήδη από το 1914 και υπήρχε φόβος ότι, λόγω των διωγμών, θα  μπορούσε να ξεσπάσει μια γενική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, την οποία οι Τούρκοι και οι Γερμανοί δεν ενέκριναν για την ώρα[xxxii].

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η Γερμανία διατηρούσε μια πιο ήπια θέση εναντίον της Ελλάδας με την ελπίδα να την κερδίσει στην πλευρά της και να ευνοήσει τον βασιλιά σε βάρος της εξουσίας του Βενιζέλου. Αλλά οι σφαγές και τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει οι Τούρκοι και οι σύμμαχοί τους, είχαν αρχίσει να την απασχολούν. Οι Γερμανοί ανησυχούσαν ιδιαιτέρως για τον αρνητικό αντίκτυπο που προκάλεσαν οι σφαγές και οι εκτοπίσεις της Τουρκίας στη διεθνή τους εικόνα, καθώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αυτοί ενέπνευσαν τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν. Η άποψη της κοινής γνώμης στη Γερμανία  καταγράφεται  στην εφημερίδα Münchner Tagesblatt στις 12 Οκτωβρίου 1915, όπου σημειωνόταν ότι οι σφαγές έγιναν στο όνομα του Kaiser[xxxiii].

Πάντως, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι αρχές ενέκριναν τη γενική εκκένωση των επαρχιών μόνο αφού είχαν κατορθώσει να μεταφέρουν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς εκεί. Με τον τρόπο αυτό, δεν θα κατέστρεφαν τις βιομηχανικές περιοχές της Αυτοκρατορίας ούτε θα σταματούσαν τη γεωργική παραγωγή που στήριζε την αδύναμη οικονομία της χώρας. Αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο κάποιοι Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και να διδάξουν μεθόδους παραγωγής στους μουσουλμάνους πρόσφυγες. Όπως δήλωσε ο Ραμμί Μπέη: «Οι Τούρκοι προτού εξαφανίσουν τους Έλληνες θα πρέπει να μάθουν πολλά από αυτούς»[xxxiv]. Πράγματι, οι ζημιές που αντιμετώπιζε η τουρκική οικονομία και οι δυσκολίες με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπη, λόγω της απειρίας των μουσουλμάνων στο εμπόριο, υπήρξαν εξαιρετικά σημαντικές[xxxv].

 Ασυμφωνία τηλεγραφημάτων και πραγματικότητας. Οι ομολογίες του Ταλαάτ και το συστηματικό σχέδιο εξόντωσης.

Μέχρι το 1916, οι αρχές δεν είχαν εκτοπίσει μαζικά τους Έλληνες στον Πόντο. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει μόνο μετά το φθινόπωρο του 1916. Σύμφωνα με τον Taner Akcam, αυτό συνέβη για τρεις λόγους: 1) την κατάληψη των νησιών του Αιγαίου Μυτιλήνης, Χίου και Σάμου την προηγούμενη άνοιξη. 2) τη ρωσική πρόοδο στις ανατολικές επαρχίες της Ανατολίας. και 3) την αναμονή μιας επικείμενης ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας και της Βρετανίας. Εκείνο που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον στην μελέτη των τηλεγραφημάτων είναι ότι, μέχρι το καλοκαίρι του 1916, ο Ταλαάτ ζητά να ακολουθηθεί μια ηπιότερη μεταχείριση στους Έλληνες, προκειμένου να μην προκαλέσουν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ενώ το χειμώνα του 1916, οι σφαγές και οι εκτοπισμοί κλιμακώνονται. Σε ένα τηλεγράφημα που στάλθηκε στην Τραπεζούντα στις 15 Μαΐου 1916 διαβάζουμε: «να διατηρείται μια ανεκτική πολιτική έναντι των Ελλήνων, είναι μειονέκτημα να κινηθούν όλοι οι Έλληνες της ακτής στο εσωτερικό της Ανατολίας, εκτός από εκείνους που κρίνεται απαραίτητο για λόγους ασφαλείας»[xxxvi]. Επιπλέον, ο Ταλαάτ ζήτησε τον τερματισμό των διώξεων στέλνοντας στην Τραπεζούντα το ακόλουθο τηλεγράφημα: «γνωρίζουμε ότι οι εκτοπίσεις των Ελλήνων πραγματοποιήθηκαν μετά από απόφαση των νομαρχιών και της συναίνεσης του στρατού». Αλλά «για να διασφαλιστεί η πρόληψη των αντιδράσεων της ελληνικής κυβέρνησης», το ελληνικό στοιχείο πρέπει να «αντιμετωπίζεται με πολιτική ανοχής»[xxxvii]. Το προαναφερθέν τηλεγράφημα, στέλνεται ακριβώς στη λογική της μη προτροπής της Ελλάδας να παρέμβει στον πόλεμο και χρησιμοποιείται από την τουρκική ιστοριογραφία ως πειστήριο για την ευνοϊκή μεταχείριση των εκτοπισμένων. Εκείνο, όμως, που πιστοποιούν τα γεγονότα με την κλιμάκωση των βιαιοτήτων και των εκτοπίσεων αμέσως μετά από τα συγκεκριμένα τηλεγραφήματα, είναι η ύπαρξη ενός διπλού μηχανισμού, με τον οποίο λειτουργούσαν οι Νεότουρκοι: από τη μια επίσημα τηλεγραφήματα για αναστολή των σφαγών ή ήπια μεταχείριση και από την άλλη ανεπίσημες οδηγίες, με κεντρικά πρόσωπα τους τοπικούς γραμματείς του Κομιτάτου για σφαγές και εξολόθρευση. Τέλος, εκείνο που επίσης πρέπει να επισημανθεί, είναι ότι τα τηλεγραφήματα αυτά αποκαλύπτουν επίσημα τη συμμετοχή των κρατικών οργάνων, των νομαρχιών και του στρατού στις εκτοπίσεις.

Ο Akcam διαπιστώνει ότι τα τηλεγραφήματα του Ταλαάτ από το Σεπτέμβριο του 1916 στους κυβερνήτες των επαρχιών, αποκαλύπτουν ότι περίμεναν την απέλαση των Ελλήνων υπό τη δικαιοδοσία τους. Με βάση τους αριθμούς των τηλεγραφημάτων, φαίνεται ότι η διαδικασία αυτή κλιμακώθηκε το 1917[xxxviii]. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, ο Ταλαάτ σημειώνει συχνά στη βιογραφία του, ότι αυτό που συνέβη στους Έλληνες δεν είχε σχεδιαστεί κεντρικά. Σε προσωπική συνομιλία όμως, που είχε με έμπιστο του πράκτορα των Αυστριακών στις 31 Ιανουαρίου 1916, λίγο πριν από την κατάκτηση της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, αποκάλυψε τη σκέψη του λέγοντας ότι «βλέπει να παρουσιάζεται η αναγκαιότητα στην Τουρκία να ξεμπλέξει με τους Έλληνες, όπως προηγουμένως με τους Αρμένιους»[xxxix]. Η πρόθεση του Ταλαάτ να καθαρίσει την Τουρκία από όλα τα χριστιανικά στοιχεία είχε αποκαλυφθεί και νωρίτερα από τον Γερμανό Πρέσβυ Wangenheim, σε μια έκθεση που έστειλε στις 17 Ιουνίου 1915 στο Γερμανό Καγκελάριο Bethmann-Hollweg. Οι διπλωμάτες φαίνεται να είναι έκπληκτοι  από τις κυνικές αποκαλύψεις του[xl], καθώς μίλησε μαζί τους ανοιχτά για το θέμα της απέλασης των Χριστιανών: «Ο Ταλαάτ Μπέης … εξήγησε χωρίς δισταγμό ότι η κυβέρνηση ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Παγκόσμιο Πόλεμο ως πρόσχημα (προκειμένου να μην επιτρέψει στις ξένες δυνάμεις να παρεμβαίνουν), έτσι ώστε να καθαρίσει τη χώρα από τον εσωτερικό εχθρό – δηλαδή τους χριστιανούς όλων των ομολογιών»[xli]. Επιπλέον και άλλοι αξιωματούχοι μιλούσαν ανοικτά για την διάθεση ολοκληρωτικής εξόντωσης των Ελλήνων. Σε μια εξαιρετικά εμπιστευτική έκθεση που έστειλε ο αυστριακός πρόξενος Kviatkovski από τη Σαμψούντα στις 29 Νοεμβρίου 1916, δηλώνεται ότι ο τοπικός μουτεσαρίφης του είπε: «Πρέπει τώρα να τελειώνουμε  με τους Έλληνες, έστειλα σήμερα στα περίχωρα μέρος της χωροφυλακής με σκοπό να σκοτώσουν κάθε Έλληνα που θα συναντούσαν στο δρόμο «[xlii].

Mehmed Talaat Pasha, υπουργός Εσωτερικών
Hans Freiherr von Wangenheim, Γερμανός πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη

Ο Taner Akcam θεωρεί  ότι η προσπάθεια του Ταλαάτ να κρύψει τις γνώσεις του για τις σφαγές βασίστηκε ακριβώς στον διπλό  μηχανισμό που χρησιμοποιούσαν οι Νεότουρκοι. Από τη μια πλευρά δίνονταν γραπτές εντολές προς τις κυβερνητικές αρχές για να χειρίζονται ήπια τους Έλληνες και, από την άλλη, υπήρχαν προφορικές εντολές σε παραστρατιωτικές ομάδες, που οργάνωνε η Teskilat-i-mahsusa, για να πραγματοποιούν τις δολοφονίες και τις λεηλασίες. Πιστεύει επίσης ότι ο ίδιος αυτός μηχανισμός τέθηκε σε λειτουργία και στο μποϊκοτάζ που εφαρμόστηκε στους χριστιανούς.[xliii]. Η ίδια εικόνα, αφενός της υπεράσπισης μιας μη βίαιης εκτόπισης των Ελλήνων και αφετέρου της συμμετοχής του κεντρικού πολιτικού και στρατιωτικού μηχανισμού, αποκαλύπτεται στο ακόλουθο τηλεγράφημα που έστειλε ο Ταλαάτ στην επαρχία της Σαμψούντας στις 11 Ιανουαρίου 1917: «Μίλησα με τον Ένβερ Πασά. Λέει ότι οι ρυθμίσεις έγιναν από την 3ηΣτρατιά. Ο στόχος είναι να μεταφερθούν οι Έλληνες κατά μήκος της ακτής περίπου τριάντα έως πενήντα χιλιόμετρα στο εσωτερικό. Ωστόσο, είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην υπάρξουν επιθέσεις σε κανένα άτομο ή ιδιοκτησία κατά τη διάρκεια των απελάσεων» [xliv]. Και πάλι αν διαβάσει κανείς το συγκεκριμένο τηλεγράφημα αποκομμένο από το ιστορικό συγκείμενο, θα θεωρήσει ότι, πράγματι, οι μετακινήσεις πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την προστασία των Ελλήνων. Για αυτό λοιπόν είναι σημαντικό  να υπογραμμίσουμε πως το συγκεκριμένο επίσημο τηλεγράφημα στάλθηκε αμέσως μετά τις μαζικές σφαγές και τις φρικαλεότητες στο τέλος του 1916, υποδεικνύοντας αυτό που σημειώσαμε και παραπάνω, τη λειτουργία του διπλού μηχανισμού και τη διπλή φύση του Ταλαάτ και της Επιτροπής. Δηλαδή, ενώ εκδίδονταν επίσημα  τηλεγραφήματα για την προστασία των ανθρώπων και της περιουσίας τους, εκτελέστηκαν αντίθετες ενέργειες όπως εξορίες, εκτελέσεις, βίαιες εκτοπίσεις ανθρώπων μακρύτερα από τριάντα ή πενήντα χιλιόμετρα στην Άγκυρα, στη Σεβάστεια ή ακόμη και στο Χαλέπι, το Χάρπουτ και στην Μαλάτια, ενώ ακολούθησε άμεση εγκατάσταση μουσουλμάνων στα εγκαταλελειμμένα σπίτια τους. Στις περιπτώσεις που δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις μουσουλμάνων, τα σπίτια και τα χωριά λεηλατήθηκαν και κάηκαν[xlv].

Παρά την διαταγή για εκτόπιση 30 ή 50 χλμ προς το εσωτερικό οι ομάδες των εκτοπισμένων εκτοπίζονταν εκατοντάδες χιλιόμετρα στην Άγκυρα, στο Χαλέπι, το Χάρπουτ και στην Μαλάτια ακόμη και μέχρι τη Σεβάστεια.

Η χρήση του εκτοπισμού ως αποτελεσματικού μηχανισμού για την εκκαθάριση των χριστιανών αποκαλύφθηκε από τον Ταλαάτ στον αμερικανό πρέσβη Henry Morgenthau. Ο Morgenthau έγραψε σχετικά με μία από τις συναντήσεις του με τον Ταλάτ: «Μου είπε ότι η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου εξέτασε προσεκτικά το θέμα σε όλες τις λεπτομέρειες και ότι η πολιτική που ακολουθούσε ήταν εκείνη που είχαν εγκρίνει επίσημα. Είπε ότι δεν πρέπει να έχω την ιδέα ότι οι απελάσεις αποφασίστηκαν βιαστικά· στην πραγματικότητα, ήταν το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης και προσεκτικής συζήτησης»[xlvi].

Ωστόσο, η επαγρύπνηση της Τουρκίας για την αποτροπή της εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο και η ήπια στάση προς τους εκτοπισμένους, συνοδεύτηκε κι από ένα δεύτερο σχέδιο, σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε τελικά να συνταχθεί με τις δυνάμεις της Αντάντ. Το τηλεγράφημα, που έστειλε ο Ταλαάτ στις επαρχίες  προς το σκοπό αυτό, είναι διαφωτιστικό: «Υπό το φως της σημερινής κατάστασης, πρέπει να γίνουν ήδη τα αναγκαία βήματα και προετοιμασίες ώστε, στην πιθανή περίπτωση που η Ελλάδα θα ενταχθεί στον πόλεμο εναντίον μας, οι Οθωμανοί Έλληνες που ζουν στις παραμεθόριες περιοχές μπορούν, αμέσως μετά την αρχική διαταγή που προέρχεται από εδώ, να μετακινηθούν αμέσως στο εσωτερικό και να εγκατασταθούν σε κατάλληλα μέρη. Αυτή η κατάσταση πρέπει να διατηρείται αυστηρά μυστική και οι πληροφορίες [σχετικά με την κατάσταση της επιχείρησης] θα αναφέρονται πίσω εδώ»[xlvii]. Φαίνεται λοιπόν και από το συγκεκριμένο τηλεγράφημα πως το σχέδιο εκτοπισμού είχε μελετηθεί συστηματικά εκ των προτέρων, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι οι εκτοπίσεις έγιναν μετά από συστηματική μελέτη και στρατηγικό σχεδιασμό. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι η Γενική Διεύθυνση Ασφαλείας (ΕUΜ) είχε ζητήσει να ενημερωθεί για τον αριθμό των εκτοπισθέντων Ελλήνων και αυτών που παρέμειναν πίσω, πριν από τη διαταγή της 3ης Στρατιάς για τον εκτοπισμό των Ελλήνων του Πόντου. Αυτό που ακολούθησε ήταν η απέλασή τους, ο χωρισμός τους και η διασπορά τους σε μικρούς αριθμούς σε διαφορετικά σημεία στο εσωτερικό[xlviii].

Στοχευμένη και συστηματική εξολόθρευση

Η πρώτη μεγάλη καταστροφή στην περιοχή του Δυτικού Πόντου πραγματοποιήθηκε το 1916 στην Σαμψούντα. Η προσεκτική παρατήρηση των συγκεκριμένων γεγονότων αποδεικνύει, όχι μόνο πως η καταστροφή υπήρξε συστηματική,  -καίγεται και καταστρέφεται το ένα χωριό μετά το άλλο, -αλλά και ότι συνδυάζεται με την παρουσία συγκεκριμένων προσώπων στην περιοχή, γνωστών για τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με ένα τηλεγράφημα που στάλθηκε στο Τζανίκ, οι αρχές ζητούν να πληροφορηθούν πόσοι Έλληνες είχαν μετακινηθεί από τη συγκεκριμένη επαρχία του Δυτικού Πόντου, πού είχαν αποσταλεί και πόσοι από αυτούς είχαν παραμείνει στις θέσεις τους[xlix]. Δεν  γνωρίζουμε, δυστυχώς, την απάντηση στο συγκεκριμένο τηλεγράφημα, αλλά στους επόμενους μήνες οι διώξεις και η βία κλιμακώθηκαν απότομα. Η άφιξη του μέλους της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ Bahaeddin Sakir έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Μετά την άφιξη του στην περιοχή το φθινόπωρο του 1916, η διαδικασία απέλασης έγινε πιο συστηματική, ενώ μεταξύ του Ιουνίου του 1916 και του Φεβρουαρίου του 1917 οι σφαγές και οι μετακινήσεις κλιμακώθηκαν.

Οι εκκαθαριστικές ενέργειες στη Σινώπη και στην Ινέπολη περιγράφονται στις 7 Σεπτεμβρίου 1916 από τον Γερμανό επιτετραμένο Mithrinek ως εξής: «Στη Σινώπη, η εκκαθάριση διήρκεσε 4 ώρες. Ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός, που φτάνει τα 4.500 άτομα, μεταφέρθηκε εν μέρει στο Μπογιαμπάτ και την Κασταμονή και εν μέρει μοιράσθηκε σε τουρκικά χωριά του βιλαετίου. Τα ίδια μέτρα πάρθηκαν στην Ινέπολη και σε μερικά άλλα χωριά»[l]. Αργότερα, μεταξύ 3 και 16 Νοεμβρίου 1916, πραγματοποιήθηκε η πρώτη απέλαση από την Τρίπολη [li]. Στις 28 Δεκεμβρίου 1916, μια επιτροπή Τούρκων αξιωματικών που παρουσιάστηκε στην Κερασούντα και επιλέγοντας από έναν ειδικό κατάλογο πρώτα 65 και στη συνέχεια 150 οικογενειών, άρχισε τη δίωξη και τον εκτοπισμό των Ελλήνων της πόλης[lii].Συνολικά, μόνο στην Κερασούντα, 88 χωριά καταστράφηκαν, ενώ 33.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν το χειμώνα του 1916[liii]. Ο πρέσβυς της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη αναφέρει τη συστηματική καταστροφή: «11 Δεκεμβρίου 1916.  ελληνικά χωριά λεηλατήθηκαν και καίγονται. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν. 12 Δεκεμβρίου 1916. Στα περίχωρα της πόλης, τα χωριά καίγονται. 14 Δεκεμβρίου 1916. Όλα τα χωριά καίγονται μαζί με σχολεία και εκκλησίες. 17 Δεκεμβρίου 1916. Στην περιοχή της Σαμψούντας, 11 χωριά κάηκαν. Η λεηλασία συνεχίζεται. Οι χωρικοί διώκονται. 31 Δεκεμβρίου 1916. Περίπου 18 χωριά έχουν καεί εντελώς, 15 εν μέρει. Περίπου 60 γυναίκες βιάστηκαν. Έχουν λεηλατήσει ακόμη και τις εκκλησίες»[liv]. Ομοίως, νωρίτερα το ίδιο έτος, διατάχθηκε να εκκενωθούν οι ακτές της περιοχής Κασταμονής, Σινώπης, Κέρζε και της γύρω περιοχής, του Αλατζάμ και του Αγιαντζίκ. Επιπλέον, τον Δεκέμβριο του 1916, 80 από τους πλουσιότερους και πιο ισχυρούς πολίτες της Σαμψούντας φυλακίστηκαν και την επόμενη ημέρα εξορίστηκαν χωρίς να τους επιτραπεί να πάρουν τίποτα για τη συντήρησή τους[lv].

Η Νεοτουρκική εξουσία κατά την πάγια τακτική της και αρνούμενη τις ευθύνες, απέδιδε τα γεγονότα σε άτακτες ομάδες. Σε τηλεγράφημα, λοιπόν, στο Τζανίκ στις 26 Φεβρουαρίου 1917, ο Ταλαάτ Πασάς απαίτησε: «να διεξαχθεί έρευνα και να αναφερθούν τα αποτελέσματα σχετικά με τα χωριά που καίγονται και καταστρέφονται μέχρι τώρα κατά τη διάρκεια επιδρομών ληστών«[lvi].

Η εξολόθρευση των κατοίκων της Κερασούντας μέσω των βίαιων εκτοπισμών και η καταστροφή των χωριών της περιοχής.

Εκτοπισμοί λόγω στρατιωτικών αναγκών;

Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει από την πολιτική των Νεότουρκων είναι ότι, ακόμη και αν αποδεχθεί κάποιος τη λογική της στρατιωτικής ανάγκης πίσω από τις διώξεις, ορισμένα ερωτήματα παραμένουν: γιατί οι αρχές δεν εξόρισαν μόνο τους άνδρες, αλλά συμπεριέλαβαν στα μέτρα και τις γυναίκες και τα παιδιά; Ποιος ήταν ο στρατιωτικός λόγος που επέβαλλε τη συγκεκριμένη διαταγή; Ο Hans von Wanghenheim, τότε γερμανός πρέσβυς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν θεωρούσε ότι οι απελάσεις επιβλήθηκαν για στρατιωτικούς λόγους, αλλά ότι ο απώτερος στόχος των Τούρκων ήταν η οριστική απομάκρυνση των αυτόχθονων χριστιανών που θεωρούνταν εσωτερικοί εχθροί[lvii]. Σημαντικές ανησυχίες εξέφρασε επίσης ο αυστριακός πρόξενος Kwiatkowski, ο οποίος δήλωσε ότι τα μέτρα δεν είχαν επιβληθεί από κάποιον στρατιωτικό λόγο, αλλά για να εξυπηρετήσουν πολιτικούς σκοπούς[lviii]. Ο Αυστριακός πρέσβυς Παλλαβιτσίνι είχε την ίδια άποψη: «Είναι φανερό ότι οι εκτοπίσεις αυτές δεν υπαγορεύονται, αυτή τη στιγμή, από κανένα στρατιωτικό λόγο και ότι στοχεύουν μόνο σε κακώς εννοούμενες πολιτικές σκοπιμότητες»[lix]. Επιπλέον, όπως έγραψε ο Αμερικανός πρέσβυς Henry Morgenthau, ο Ενβέρ και ο Ταλαάτ τον διαβεβαίωσαν ότι οι γυναίκες και τα παιδιά θα εξαιρούνταν από τα μέτρα [lx]. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν σκόπευε να επιτρέψει σε όσους απελάθηκαν από τις παράκτιες περιοχές να επιστρέψουν στα χωριά τους, δεδομένου ότι σχεδίαζε να εγκαταστήσει μουσουλμάνους πρόσφυγες στα σπίτια τους [lxi]. Σύμφωνα με τον Σουηδό πρέσβυ στην Κωνσταντινούπολη Cosswa Anckarsvärd, αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο οι διωγμοί τόσο των Αρμενίων όσο και των Ελλήνων, είχαν συμπεριλάβει τον άμαχο πληθυσμό. Σε μια επιστολή που απέστειλε στην κυβέρνησή του, σημείωνε τα εξής: «Αυτό που φαίνεται πάνω από όλα ως περιττή σκληρότητα είναι ότι η απέλαση δεν περιορίζεται μόνο στους άνδρες, αλλά επεκτείνεται και στις γυναίκες και τα παιδιά. Αυτό υποτίθεται ότι γίνεται για να είναι πολύ ευκολότερο να κατασχεθεί η περιουσία του απελαθέντος»[lxii]. Στην πραγματικότητα όμως, η συγκριτική μελέτη των Γενοκτονιών μας δίνει την απάντηση. Όπως σημειώνει ο Anthonie Hoslag «η στοχοποίηση των γυναικών και των παιδιών καταδεικνύει ότι στη γενοκτονία δεν είναι ποτέ αρκετό να σκοτωθούν μαχητές, να δολοφονηθούν άνδρες και οι ηγέτες της κοινότητας, αλλά η συνέχεια της ομάδας πρέπει να διαρρηγνύεται αμετάκλητα με τη στοχοποίηση των γυναικών. Δεν πρέπει να επιτραπεί στην κοινότητα να έχει μέλλον»[lxiii]. Η πρόθεση εξόντωσης των εκτοπισμένων αποκαλύπτεται και από την έλλειψη πρόθεσης των αρχών να επιτρέψουν οποιαδήποτε επιστροφή στα χωριά και στις οικίες τους, όπως φανερώνει το παράδειγμα στον διωγμό των Ελλήνων της Κερασούντας. Δυο εβδομάδες μετά τον εκτοπισμό τους και το διαμοιρασμό τους τον Ιούνιο του 1917 στη Σεβάστεια, την Άγκυρα, το Μπολού και την Κασταμονή, πρόσφυγες από τον Καύκασο εγκαταστάθηκαν στα σπίτια τους [lxiv].

Πόντιοι αντάρτες το 1919.

Μετά την παρέμβαση της Ελλάδας στον πόλεμο, το καλοκαίρι του 1917, οι συστηματικές  διώξεις και σφαγές εντάθηκαν εκ νέου[lxv]. Τον Οκτώβριο του 1917, οι Έλληνες από την Κοτύωρα εκτοπίστηκαν στην Τοκάτη, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους οι Έλληνες της Μπάφρας στάλθηκαν στην Άγκυρα και στο Τσόρουμ [lxvi]. Ακριβώς επειδή οι εξοντώσεις και οι εκτοπισμοί αποτελούν μέρος ενός στρατηγικού σχεδιασμού, λίγους μήνες πριν το τέλος του πολέμου και της απώλειας της εξουσίας, οι Ενωτικοί ενδιαφέρονται να δουν πόσο έχει προχωρήσει το σχέδιό τους και ζητούν στατιστικές και αριθμούς του ελληνικού πληθυσμού. Με τηλεγράφημα που στέλνουν στην Τραπεζούντα στις 9 Σεπτεμβρίου 1918, επιθυμούν να πληροφορηθούν πόσοι Έλληνες έχουν εκτοπισθεί και πόσοι έχουν παραμείνει στους οικισμούς τους[lxvii]. Όταν κατάλαβαν ότι ο πόλεμος είχε χαθεί, αποφάσισαν την επιστροφή των εκτοπισθέντων, ενεργοποιώντας ξανά τον γνωστό μηχανισμό. Ζήτησαν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του πληθυσμού του Δυτικού Πόντου και της Τραπεζούντας όπου έπρεπε να επιστρέψουν, καθώς και τους υπολογισμούς αυτών που αναμένονταν να επιστρέψουν. Αφού ενημερώθηκαν για τα στατιστικά στοιχεία τον Σεπτέμβριο του 1918, δόθηκε η άδεια για την επιστροφή τους. Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία μετά το τέλος του πολέμου, δεν επιθυμούσε την επιστροφή των Ελλήνων στα σπίτια τους. Αυτό το γεγονός, μαζί με την κατάκτηση των αυτοκρατορικών εδαφών από τις νικηφόρες συμμαχικές δυνάμεις, οδήγησε στην ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος. Άλλωστε πολλοί Κεμαλικοί ήταν μουσουλμάνοι που είχαν εγκατασταθεί στα σπίτια των εκτοπισμένων Ελλήνων και συνεπώς δεν επιθυμούσαν την επιστροφή τους καθώς είχαν ήδη διαμοιράσει την περιουσία τους[lxviii]. Μάλιστα η καλοσχεδιασμένη στρατηγική των νεοτουρκικών αρχών προκειμένου να νομιμοποιήσουν τις πράξεις τους απέναντι στη διεθνή κοινότητα, ανάγκασε σε πολλές περιπτώσεις τους Έλληνες να υπογράψουν δηλώσεις ότι εγκατέλειπαν με δική τους βούληση και με δική τους πρωτοβουλία τα χωριά τους και τις περιουσίες τους[lxix].

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρατηρείται μια διακοπή στη γενοκτονική διαδικασία, την οποία όμως σύντομα θα ανατρέψει η απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, στις 19 Μαΐου του 1919. Ο Κεμάλ στάλθηκε στον Πόντο με την ιδιότητα του επιθεωρητή των ανατολικών επαρχιών και με την εντολή, ουσιαστικά, των Βρετανών να επιβάλλει την τάξη στην περιοχή. Αμέσως μετά την αποβίβαση στη Σαμψούντα και ενώ έχει σταλεί εκεί προκειμένου να σταματήσει τη δράση των άτακτων ομάδων που βιαιοπραγούσαν και δολοφονούσαν, ο Κεμάλ ενέτεινε το σχέδιο της Γενοκτονίας, συγκεντρώνοντας γύρω του τα σημαντικότερα στελέχη αυτών των άτακτων ομάδων. Η περιγραφή αυτής της περιόδου ξεπερνά τους στόχους της παρούσας μελέτης.

Ο Θεοδόσης Κυριακίδης είναι Διδάκτωρ Ιστορίας και επιστημονικός συνεργάτης της Έδρας Ποντιακών Σπουδών του ΑΠΘ

Υποσημειώσεις

[i] Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται μόνο η περίοδος των Νεοτούρκων (1913-1918), όπου οι βίαιοι εκτοπισμοί χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη έκταση για την καταστροφή της ελληνοχριστιανικής κοινότητας του Πόντου. Οι μεταφράσεις των ιταλικών και αγγλικών κειμένων είναι του συγγραφέα.

[ii] Τη συγκεκριμένη πρακτική, να γενοκτονούνται δηλαδή πολίτες από το ίδιο τους το κράτος ο Rudolph J. Rummel την ονόμασε Democide, στη γνωστή μελέτη του με τον τίτλο: Statistics of DemocideGenocide and Mass Murder since 1900.

[iii] Bλ. Tessa Hofmann, “Γενοκτονία εν Ροή-Cumulative Genocide, The massacres and Deportations of the Greek Population of the Ottoman Empire (1912-1923)”, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (επιμ.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, New York 2011, σ. 39-111.

[iv] Θεωρώ πως η λογική της εκδίωξης και εκτοπισμού από τις εστίες στόχευσε όλους τους Έλληνες της Αυτοκρατορίας και όχι μόνο στους Έλληνες του Πόντου. Η σύλληψη της εξαφάνισης του ελληνικού ορθόδοξου στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν χαρακτηρίζεται από περιοχικούς περιορισμούς, καθώς η εθνική και θρησκευτική ομογενοποίηση της Ανατολίας αφορούσε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Ο χρόνος της εκτέλεσης, η ένταση και η έκταση των διωγμών διαμορφώθηκαν ανάλογα με πολιτικές, στρατιωτικές και άλλες περιστάσεις που ακροθιγώς αναφέρονται στο παρόν κείμενο. Ειδικότερα για τις διώξεις και το κλίμα που διαμορφώθηκε στην Αυτοκρατορία του Ελληνισμού πριν από τους πρώτους διωγμούς στον Πόντο, βλέπε ενδεικτικά Tessa Hofmann, “Γενοκτονία εν Ροή-Cumulative Genocide, The massacres and Deportations of the Greek Population of the Ottoman Empire (1912-1923)”, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (επιμ.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, Νέα Υόρκη 2011, σ. 39-111, Taner Akcam, “The Greek Deportations and Massacres of 1913-1914: A Trial for the Armenian Genocide”, σ. 69-88, Matthias Bjørnlund, “The Persecution of Greeks and Armenians in Smyrna, 1914-1916: A Special Case in the course of the Late Ottoman Genocides”, σ. 89-133 στο George N. Shirinian, The Asia Minor catastrophe and the Ottoman Greek Genocide, Νέα Υόρκη 2012, Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 26.

[v] Άλλωστε ο ίδιος ο Raphael Lemkin προκειμένου να δομήσει την έννοια της Γενοκτονίας βασίστηκε στις σφαγές που πραγματοποίησαν οι Νεότουρκοι και Κεμαλικοί στους πληθυσμούς των Αρμενίων και των Ελλήνων. Βλ. Steven Leonard Jacobs, Genocide of others: Raphael Lemkin, the Genocide of the Greeks, the Holocaust, and the present moment, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (ed.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, Νέα Υόρκη 2011, σ. 297-309.

[vi] Roger W. Smith, “Introduction: The Ottoman Genocides of Armenians, Assyrians, and Greeks”, Genocide Studies International, vol. 9. No. 1 (2015) 2.

[vii] Hannibal Travis, “Native Christians Massacred”: The Ottoman Genocide of the Assyrians during the World War I”, στο Genocide Studies and Prevention, vol. 1, no. 3, (2006), σ. 342.

[viii] βλ. χαρακτηριστικά Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων τουΠόντου, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 185-196 και Speros Vryonis, “Greek Labor Battalions in Asia Minor”, στο Richard G. Hovannisian, The Armenian Genocide: Cultural and Ethnical Legacies, New Jersey 2007, 275-290. Βλ. και Tessa Hofmann, “The Genocide against the Ottoman Armenians: German diplomatic correspondence and eyewitness testimonies”, Genocide Studies International, vol. 9, no 1 (2015) 30-32.

[ix] Segreteria di Stato, Sezione per i Rapporti con gli Stati, Archivio Storico, Congregazione degli Affari Ecclesiastici Straordinari, Austria-Ungheria, 1916, Pos. 1075, fasc. 466, ff. 8r, Card. Scapinelli στον Card. Gasparri, Βιέννη, 20 Μαρτίου, 1916.

[x] Segreteria di Stato, Sezione per i Rapporti con gli Stati, Archivio Storico, Congregazione degli Affari Ecclesiastici Straordinari, Austria-Ungheria, 1916, Pos. 1075, fasc. 466, ff. 9r, 10r, 11r, 12r, 13r, 14r, 15r, 16r, 17r, 18r, 19r, 20r, 21r, 22r, 23r, 24r and 25r, M. Erzberger, Memorandum uber die Lage der kath. Armenier in der Türkei, Βερολίνο, Φεβρουάριος 1916. Σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1948 και το άρθρο 2, παράγραφος  ε), πράξη γενοκτονίας αποτελεί η «αναγκαστική μεταφορά παίδων μιας ομάδος εις ετέραν ομάδα».

[xi] Segreteria di Stato, Guerra (1914-1918), rubr. 244, fasc. 110, p. 259r, mons. Raffaele to card. Gasparri, Vienna, 5 November, 1915 and Segreteria di Stato, Guerra (1914-1918), rubr. 244, fasc. 110, σ. 244r-246r, MEMORANDUM, Sullo stato delle cose cristiane in Turchia durante la guerra.

[xii] Bonn PAAA, Türkei Nr. 168, Beziehungen der Türkei zu Griechenland, Bd. 15, (16.7.1916), Abschrift von Telegramm Nr. 129 (15.7.1916) von Kückhoff. Wien HHSTA, PA, XXXVIII, Karton 369, Konsultate 1916, Trapezunt, ZI 27/p, Kwiatkowski an Buriàn, Samsun (30.7.1916) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων τουΠόντου, σ. 208.  Βλ. και “Turkish Cruelty Bared by Greeks”, The New York Times (June 16, 1918), σ. 42 στο Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 54, που αναφέρεται στη μαρτυρία του Kückhoff ως εξής: “In Turkish the terms deportation and destruction have the same meaning, for in most cases those who are not killed fall victim to diseases or starvation”.

[xiii] Τ. Γκρίτσι Μιλλιέξ, Η Τρίπολη του Πόντου, Αθήνα 1976, σ. 150-152.

[xiv] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1917, Β/38, Kerasun (15.12.1916) στο Konstantinos Emm. Fotiadis, The Genocide of the Pontian Greeks, σ. 185.

[xv] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 254.

[xvi] Hannibal Travis, “Genocide by deportation into poverty. Western diplomats on Ottoman Christian killings and expulsions, 1914-24”, in George N. Shirinian, Genocide in the Ottoman Empire, Armenians, Assyrians and Greeks 1913-1923, Νέα Υόρκη-Οξφόρδη, σ. 354.

[xvii]http://www.ohchr.org/EN/ProfessionalInterest/Pages/CrimeOfGenocide.aspx. (προσπέλαση 15/1/2018) Σχετικά με τη συζήτηση για το αν οι βίαιοι εκτοπισμοί και η συνεπακόλουθη έκθεση σε κίνδυνο θανάτου αποτελούν νομικά μέρος μιας γενοκτονικής πρακτικής βλ. Hannibal Travis, Genocide by deportation, σ. 371-78. Βλ. και Tessa Hofmann, “The Genocide against the Christians in the Late Ottoman Period, 1912-1922”, στο George N. Shirinian, The Asia Minor Catastrophe and the Ottoman Greek Genocide. Essays on Asia MinorPontosand Eastern Thrace, 1912-1923, Νέα Υόρκη 2012, σ. 55, όπου σημειώνει ότι οι εκτοπίσεις καταγράφονται στο άρθρο 7 του Καταστατικού της Ρώμης (1998) ως ένα από τα επτά αδικήματα που συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

[xviii] Taner Akcam, A shameful act, σ. 108 και Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 48-52.

[xix] Henry Morgenthau, Ambassador Morgenthau’s Story, Νέα Υόρκη 1919, σ. 323.

[xx] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, Η μηχανική των εθνοτήτων της «Ένωσης και Προόδου» (1913-1918), Αθήνα/Νέα Υόρκη 2014.

[xxi] Κυνηγόπουλος Π., Εκθέσεις περί των καταστροφών και σφαγών της επαρχίας Κολωνίας της Νικοπόλεως του Πόντου, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 70. Βλ. και Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 230.

[xxii] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1917, Οι ανθελληνικοί εν Τουρκία διωγμοί, reg. No 3501, Costantinople (14.6.1915), στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ.

[xxiii] Taner Akcam, The Young Turks’ crime against humanity. The Armenian Genocide and Ethnic Cleansing in the Ottoman Empire, Πρίνστον και Οξφόρδη 2012, σ. 78.

[xxiv] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 71-76. Βλ. και Hannibal Travis, Genocide by deportation, σ. 361 και 362.

[xxv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 200-7.

[xxvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 77-8.

[xxvii] Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 123.

[xxviii] Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 55-7.

[xxix] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 97 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 233-37. Ο Ντουντάρ σημειώνει ότι η δίωξη των Ελλήνων σταμάτησε στις 22 Οκτωβρίου 1914 λόγω της έναρξης των μυστικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Γερμανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βλ. Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 238. Βλ. και Matthias Bjørnlund, Danish sources on thedestruction, σ. 164.

[xxx] Gevorg Vardanyan, “The Greek Genocide in the Ottoman Empire. Parallels with the Armenian Genocide”, στο George N. Shirinian, Genocide in the Ottoman Empire, Armenians, Assyrians and Greeks 1913-1923, Νέα Υόρκη-Οξφόρδη, σ. 285-286.

[xxxi] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 237 και 240. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 122.

[xxxii] Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 155-56.

[xxxiii] ASV, Arch. Deleg. Turchia 101, fasc 527, σ. 47r-48r και ASV, Arch. Deleg. Turchia 113, fasc. 601, σ. 263r-264r, Münchner Tagesblatt, 12 Οκτωβρίου, 1915.

[xxxiv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 233-5. Πράγματι, οι Έλληνες ήταν εξειδικευμένοι τεχνίτες και πρωτοπόροι στις γεωργικές παραγωγές. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 119-120.

[xxxv]Βλ. Ayhan Aktar, “Homogenizing the Nation, Turkifying the Economy: Turkish Experience of Populations Exchange Reconsidered”, στο Renée Hirschon (ed.), Crossing the Aegean: An Appraisal of the 1923 Compulsory Exchange between Greece and Turkey,Οξφόρδη 2003, σ. 88-92. Βλ. Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 159-61.

[xxxvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, 106-7 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας τηςΣύγχρονης Τουρκίας, σ. 245-6.

[xxxvii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ.  246.

[xxxviii] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 97 και 109-110 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 247.

[xxxix] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 227. Βλ. και Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 152.

[xl] PA-AA/R 14086; A 19744, pr. 24.6.1915 p.m.; Bericht (1915-06-17-DE-003), Nr. 372, Der Botschafter in Konstantinopel (Wangenheim) an den Reichskanzler (Bethmann Hollweg), Pera, den 17. Juni 1915, στο  Wolfgang Gust (Hg.), Der Völkermord an den Armeniern 1915/16, Springe 2005, σ. 171. Βλ. και Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 28.

[xli] PA-AA/Botschaft Konstantinopel/Bd. 169. Note added by Germany’s Consul-General in Constantinople, and expert on Armenian affairs Johannes Mordtmann to the report, dated 6 June 1915,  by the Consul in Aleppo, Rößler to the German Embassy in Constantinople.

[xlii] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, Διπλωματικά Έγγραφα από την Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη 1996, σ.  139. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι μερικές μέρες νωρίτερα (24/11/1916) από την προαναφερθείσα διακήρυξη, η κυβέρνηση Βενιζέλου της «Εθνικής Αμύνης» κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, γεγονός που ασφαλώς θα συνέβαλε στην επιτάχυνση της διαδικασίας εξόντωσης.

[xliii] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 85. Βλ. και  Taner Akcam, Deportation and Massacres, σ. 306-308.

[xliv] BOA/DH,SFR, no. 71/234, Coded telegram from interior minister Talat to the Provincial District of Samsun, dated 11 January 1917: στο Taner Akcam, The Young Turks’ crime against humanity, σ. 111.

[xlv] Για παράδειγμα βλ. Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 251-252. Αυτή η προσπάθεια να χαλκευθεί η αλήθεια με τηλεγραφήματα που δεν είχαν καμιά σχέση με το τι πραγματικά συνέβαινε αναλύεται εξαιρετικά στην τελευταία μελέτη του Taner Akcam με τίτλο: Killing OrdersTalat Pashas Telegrams and theArmenian Genocide, Palgrave Macmillan, 2018

[xlvi] George N. Shirinian, The Background, σ. 59.

[xlvii] BOA/DH,SFR, no. 67/243, Coded telegram from interior minister Talat to several Provinces, dated 11 September 1916: στο Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σσ. 109-110. Βλ. και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 248.

[xlviii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 248-9.

[xlix] BOA/DH/ŞFR, 72/83/1335.RA.30, telegram from Interior Minister Talât to Canik district, dated 22 January 1916, στο  Taner Akcam, “Deportation and Massacres in the Cipher Telegrams of the Interior Ministry in the Prime Ministerial Archive (Başbakanlık Arşivi)”, στο Genocide Studies and Prevention, vol. 1, no. 3, (2006) 309.

[l] Bonn P.A.A.A., Türkei No. 168, Bd. 15, f. Bd. 16, No. 532, A. 24684, Θεραπειά (7.9.1916) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 210.

[li] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 217.

[lii] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Μαύρη Βίβλος, διωγμών και μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού 1914-1918, Οικουμενικό Πατριαρχείο, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 262.

[liii] Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 26-27.

[liv] Wien HHSTA, PA, Türkei XXVII, Liasse 467 LIV, Griechenverfolgungen in der Türkei 1916-1918, No 97/pol., Konstantinopel (19.1.1916) and (2.1.1917). Ίδιες αναφορές και στα γερμανικά αρχεία: Bonn PAAA, Türkei Nr. 168. Bd. 15, f Bd. 16 (9.2.1917) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 201-211. Οι διώξεις που σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 1916 περιγράφεται και από τον μητροπολίτη Αμασσίας Γερμανού Καραβαγγέλη.. Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 124.

[lv] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Μαύρη Βίβλος, σ. 291-293.

[lvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 112.

[lvii] Gabriele Paolini, Offensive di Pace, La Santa Sede e la prima guerra mondiale, Φλωρεντία 2008, σ. 329.

[lviii] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, σσ. κστ΄, κζ΄.

[lix] Wien HHStA, PA, Türkei XII, Liasse 467 LIV, No. 4/E/pol., Costantinople (12.1.1918) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 250.

[lx] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, σ. 115.

[lxi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 113-14.

[lxii] Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 126.

[lxiii] Anthonie Hoslag, “Exposed Bodies: A Conceptual Approach on Sexual Violence During the Armenian Genocide, στο A.E. Randall (επιμ.), Genocide and Gender in the Twentieth Century, Bloomsbury Publishing, Λονδίνο 2015, σ. 101.

[lxiv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 250.

[lxv] Βλ. χαρακτηριστικά Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 126-28.

[lxvi] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 250.

[lxvii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 251.

[lxviii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 251-2.

[lxix] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 151. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 121.

ΠΗΓΕΣ: http://clioturbata.com

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.