Θ. Ζιάκας: Για το βιβλίο “Ορθοδοξία και Δύση” του Χ. Γιανναρά

Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – Σχόλιο πάνω στό βιβλίο τον Χρήστου Γιανναρά «’Ορθοδοξία καίΔύση στη νεώτερη Ελλάδα», Δόμος, ‘Αθήνα 1992 [σήμερα Ίκαρος 2020)

Από το περιοδικό Ελλοπία τ. 14, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1993, σελ. 68-71

Μιά συνολική καί χωρίς ἐξωραϊσμούς ἐπισκόπηση τῆς κατάστασής μας δείχνει ἕνα κενό γύρω μας καί μέσα μας: Κενό στόχων καί ἀξιῶν. Κενό πραγματικῶν σχέσεων. Δείχνει τήν ἀδυναμία τῆς παιδείας νά συνθέσει τήν κοινωνική ἰδεολογική ἐνέργεια σέ ἐθνική συνείδηση ἱκανή νά στηρίξει ἐθνική στρατηγική. Μοιραῖα ὁδηγούμαστε στό ἐρώτημα: Ζεῖ ἡ Ἑλλάδα;

Τό ἐρώτημα τό ἔχει θέσει προκλητικά, ἐδῶ καί ἀρκετά χρόnια, ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, γιά νά τοῦ δώσει μιά ἀπάντηση σαφῶς ἀρνητική᾽. Μέ τό νέο βιβλίο του Ὀρθοδοξία καί Δύση στή Νεώτερη Ἑλλάδα ἐπανέρχεται μέσα ἀπό μιά μοναδική πανοραμική παρουσίαση τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ ἀπό τόν 140 αἰώνα ὥς τίς μέρες μας. Τό βιβλίο εἶναι σπάνιο δεῖγμα ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας, σέ μιά ἐποχή τυπικοῦ γραικυλισμοῦ σάν τή σημερινή. Εἶναι ἡ πληρέστερη μέχρι σήμερα κριτική τῆς ἐθνικῆς μας ἀλλοτρίωσης.

Κατά τόν ΧΙ. δύο εἶναι οἱ βασικές ὁριοθετήσεις τῆς ἐθνικῆς μας ἀλλοτρίωσης: α) Ἐκδυτικισμός καί ἐθνική ἀλλοτριώση εἶναι, στήν περίπτωσή μας, ἕνα καί τό αὐτό. β) Τό βαθύτερο περιεχόμενό της πρέπει νά ζητηθεῖ στή θρησκευτική μας ἀλλοτρίωση, στό θρησκευτικό μας ἐκδυτικισμό.

ἐκδυτικισμός τοἑλληνισμο

Ο Χ.Γ. τοποθετεῖ τήν ἀφετηρία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ στόν 14o αἰώνα καί συγκεκριμένα στό 1354: τή χρονιά πού ὁ Δημήτριος Κυδώνης, μέ προτροπή καί τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ, μεταφράζει στά ἑλληνικά τή «Θεολογική Σοῦμα» τοῦ κορυφαίου δυτικοῦ σχολαστικοῦ Θωμᾶ ᾿Ακινάτη (σ. 9).

ἀντιστροφή τῶν ὅρων τῆς ἑλληνικότητας

Τό γεγονός ὁριοθετεῖ, λέει ὁ ΧΙ. τήν ἔναρξη μιᾶς νέας ἐποχῆς, ὅπου οἱ Ἕλληνες λόγιοι ἐκστασιάζονται ἀπό τό καινούριο «φῶς» πού ἔρχεται «ἐξ Ἑσπερίας»” καί προσπαθοῦν νά τό μεταδώσουν στούς συμπατριῶτες τους. Ὁριοθετεῖ μιά νέα ἱστορική περίοδο, ὅπου τό ἐνδιαφέρον τῶν Ἑλλήνων μετατίθεται προοδευτικά ἀπό τή δική τους παράδοση καί τόν δικό τους πολιτισμό σέ κάποιο ἄλλο πρότυπο. καί ὅραμα βίου. Σέ ἕναν πολιτισμό δεσμευμένο στήν πόλωση νοησιαρχικοῦ ατομοκεντρισμού και εξουσιαστικής αντικειμενικότητας– ἕναν πολιτισμό με ανεστραμμένους τους ελληνικούς όρους ὅρους (τόν ἑλληνικό «κοινό λόγο», τήν ταύτιση τοῦ «ἀληθεύειν» καί τοῦ «κοινωνεῖν», τήν κοινωνική ἐμπειρική ἐπαλήθευση κάθε θεωρίας καί πρακτικῆς) (σ. 23).

Τό ἐκπληκτικό εἶναι ὅτι ἡ ἔκσταση τῶν. Ἑλλήνων διανοουμένων δηπρός στό δυτικό πνεῦμα, αὐτή «ἡ αὐτουποτίμηση και ο απεριόριστος θαυμασμός των ξέωνν προτύπων γεννήθηκε σέ μιά ἐποχή ἐκρηκτικῆς ἐκδήλωσης τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ζοῦσαν στήν ἐποχή τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, λέει ὁ Χ.Γ., καί ὅμως γοητεύονταν ἀπό τή σκέψη τοῦ Θωμᾶ ᾿Ακινάτη -σάν νά ζοῦσαν στήν ἐποχή τοῦ Πλάτωνα καί νά ἐκστασιάζονταν ἀπό κάποιους ἐλάσσονες σοφιστές. Σάν νά μήν ἔβλεπαν ἐπίσης σέ ποιά κορυφώματα γιά τήν παγκόσμια Ἱστορία τῆς Τέχνης εἶχαν φτάσει, τήν ἴδια ἐποχή, οἱ Ἕλληνες ἁγιογράφοι, ὄχι μόνο στόν Μυστρᾶ ἤ στή Θεσσαλονίκη, ἀλλά καί στήν ἴδια τήν Κωνσταντινού στήν Μονή τῆς Χώρας (σ. 22).

Τό ἔργο τῶν «ἑνωτικῶν» τοῦ 14ου καί 15οὺυ αἰῶνα (τῶν ἀδελφῶν Κυδώνη, τοῦ Μανουήλ Καλέκα, τῶν ἀδελφῶν Χρυσοβέργη, τοῦ καρδινάλιου Βησσαρίωνα) τό συνεχίζουν, μέχρι τόν Κοραῆ καί τούς σύγχρονους φωταδιστές, πλῆθος Ἑλλήνων διανοουμένων. Γενικῶς οἱ Ἕλληνες λόγιοι δέν ἀντιλαμβάνονται τήν προσπάθεια τῆς Δύσης νά σφετεριστεῖ τήν ἐλληνική κληρονομιά, διαστρεβλώνοντάς την (σ. 92).

Δέν ἀντιλαμβάνονται, λέει ὁ Χ.Γ., ὅτι «πίσω ἀπό τήν ἐμμονή στήν “ἀντικειμενική” ἐγκυρότητα τῆς λογικῆς ἀπόδειξης και τῶν ὀρθῶν ὁρισμῶν λανθάνει τό ἀγεφύρωτο χάσμα τῆς διαφορᾶς ἀνάμεσα στή δυτική καί στήν ἑλληνική ἀντίληψη για τή γνώση καί τήν ἀλήθεια. Γιά τούς Δυτικούς ἀρκεῖ ἡ διάνοια γιά νά ὁρίσει καί νά ἐξαντλήσει τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καθ᾽ ἑαυτά. Μέ τήν προὐπόθεση νά πειθαρχεῖ ἡ διάνοια στις ἀρχές καί τούς νόμους τῆς ὀρθῆς συλλογιστικῆς. ᾿Αντίθετα, γιά τούς Ἕλληνες –ἀπό τόν Ἡράκλειτο ὥς τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ— τή γνώση τήν ἐξασφαλίζει ἡ ἀμεσότητα τῆς σχέσης μέ τό πραγματικό καί ὑπαρκτό, ἀφοῦ ἡ σχέση συγκεφαλαιώνει τίς πολυποίκιλες γνωστικές δυνατότητες ἐμπειρικῆς πρόσβασης στήν πραγματικότητα. Καί γιά μέν τούς ἀρχαίους Ἕλληνες ἡ σχέση συνιστᾶ λόγο πού ὀφείλει νά πειθαρχεῖ στη δεδομένη λογική ἀναγκαιότητα τῆς κοσμικῆς ἁρμονίας και τάξης (τήν ἀνυπέρβλητη γιά θεούς καί ἀνθρώπους) — στον συμπαντικό ἤ “ξυνό” (κοινό) λόγο. Ἐνῶ γιά τούς χριστιανούς Ἕλληνες ἡ ἐμπειρία τῆς σχέσης διασώζει τή δυναμική ἀπροσδιοριστία τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καί ἑτερότητας — ὁ μόνος δεδομένος λόγος εἶναι ἡ φανέρωση σέ συγκεκριμένα ἐνεργήματα τῆς ελευθερίας τοῦ  προσωπικού Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου… (σ. 106). Τά σημαίνοντα τῆς λογικῆς διατύπωσης δέν ἐξαντλοῦν οὔτε τήν πραγματικότητα οὔτε τή γνώση τῶν σημαινομένων, εἶναι μόνο σύμβολα (συνβάλλουν, συντονίζουν τίς ἀτομικές ἐμπειρίες, καλοῦν σε ἐμπειρική μετοχή στόν κοινό λόγο αὐτῶν τῶν ἐμπειριῶν). Το χάσμα λοιπόν εἶναι ἀγεφύρωτο» (σ. 107).

᾿Αντιμέτωποι μέ τούς Δυτικούς πού «προτιμοῦσαν τή σαφήνεια καί τήν ἀκρίβεια, οἱ Ὀρθόδοξοι ἀνεκάλυπταν ὅτι ἡ ἀποφατική, σύμφωνα μέ τή δική τους Παράδοση, ἀποφυγή τῆς ἀκρίβειας ἦταν ξεπερασμένη καί βλαβερή γι᾿ αὐτούς τούς ἴδιους. Ἡ Δύση δέν συμμεριζόταν τήν πνευματική τους μετριοφροσύνη. Θεωροῦσε τίς ἀπαντήσεις τους πεπαλαιωμένες᾿ ζητοῦσε βεβαιότητες». (Παράθεμα από τον Στῆβεν Ράνσιμαν, σ. 108). Εἴτε δίδασκαν, ἐπιλέγει ὁ Χ.Γ.., ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία σέ πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης, εἴτε «ἀναγεννοῦσαν» τήν παιδεία στήν ὑπόδουλη πατρίδα, ὅπως ὁ Θεόφιλος Κορυδαλλεύς (1570- 1622) καί οἱ μαθητές του, «δέν ἔκαναν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ὑπηρετοῦν μιά “ἑλληνική” παράδοση μέ ἀνεστραμμένους τούς ὅρους τῆς ἐλληνικότητάς της» (σ΄ 108).

Δύο αποσπάσματα από το βιβλίο

Οἱ πρῶτοι Ἕλληνες ἑνωτικοὶ (14ος αἰ.)

Ο ιστορικός ορίζοντας

Η θρησκευτική ἀλλοτρίωση τοἑλληνισμο

Ἡ δυτική προπαγάνδα (σ. 94-95) ἔπαιξε σ᾽ αὐτή τήν κατεύθυνση ἔνα σπουδαῖο ρόλο. Τό 1577 ἱδρύθηκε στή Ρώμη το «Ἑλληνικό Κολλέγιο τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου» μέ σκοπό να προσφἐρει ἀνώτατη παιδεία στούς ἀνύποπτους ὑπόδουλους Ἕλληνες. ᾿Ανώτατη σχολή ἱδρύθηκε ἐπίσης ἀπό τούς Ἰησουίτες στήν Κωνσταντινούπολη. Ἴδια σχολεῖα ἱδρύθηκαν στήν Θεσσαλονίκη καί τή Σμύρνη. ᾿Ακόμα καί στό Ἅγιον Ὅρος, στίς Καρυές, ἔφτιαξαν σχολή οἱ παπικοί (τό 1635), με αἴτημα (!) τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Βατοπεδίου Ἰγνατίου, γιά νά σπουδάζουν ἐκεῖ οἱ δικοί μας καλόγεροι (τήν ἔκλεισαν οἱ Τοῦρκοι τό 1641, γιά πολιτικούς λόγους). Οἱ ἐπιτυχίες τῶν παπικῶν, κατά τόν 17ο καί τόν 18ο αἰώνα, ὑπῆρξαν ἐντυπωσιακές: εἴχαμε προσηλυτισμούς ἀκόμα καί μητροπολιτῶν, ἐπισκόπων καί ἡγουμένων μοναστηριῶν (σ. 99). ᾿Αργότερα, μετά τήν ἀπελευθέρωση, μέ τήν προτεσταντική διείσδυση ἐπί Βαυαροκρατίας καί τά εὐσεβιστικά κινήματα τοῦ πρώτου μισοῦ τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἡ θρησκευτική ἐπιβολή τῆς Δύσης καί ἡ ἅλωση τῆς ἑλλαδικῆς Ὀρθοδοξίας θά ὁλοκληρωθεῖ.

Μεγαλύτερη ὅμως σημασία, γιά τήν ἀποκάλυψη τῆς θρησκευτικῆς ἀλλοτρίωσης τῶν Νεοελλήνων, ἔχει ὁ ἄδηλος ἐκδυτικισμός, ὁ ἀνεπίγνωστος, ὅπου οἱ Ἕλληνες καταλαβαίνουν καί ἑρμηνεύουν τήν πίστη τους σύμφωνα μέ τά δυτικά πρότυπα. Τά παραδείγματα εἶναι χαρακτηριστικά: Ὃ «ἀνθενωτικός» πατριάρχης Γεώργιος Σχολάριος (1406- 1472) εἶναι τυπικός σχολαστικός πού ἀπό σύμπτωση ἔγινε ἀρχηγός τῆς «ἀντιδυτικῆς» παράταξης (σ. 87). Τό πιό διαδεδομένο στο λαό θρησκευτικό ἐγχειρίδιο ἐπί Τουρκοκρατίας, ἡ «Αμαρτωλῶν σωτηρία» (1641), ἄν καί φέρει τήν ὑπογραφή τοῦ Ἕλληνα μοναχοῦ ᾿Αγάπιου Λάνδου, εἶναι μετάφραση τοῦ λατινικοῦ Dialogus Miraculorum τοῦ Heisterbach (σ. 110 καί 200).

Τό χαρακτηριστικότερο ὅμως παράδειγμα εἶναι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ὁ δεύτερος, μετά τόν Μακάριο Νοταρᾶ, πρωτεργάτης τῆς «φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης». Ὁ ἀκάματος αὐτός ἄνθρωπος πού τόσο πολύ προσπάθησε νά φέρει στήν ἐπιφάνεια τό ξεχασμένο πατερικό πνεῦμα, ζητάει συγχωροχάρτια ἐπί πληρωμῇ ἀπό τό Πατριαρχεῖο, ἤ μεταφράζει καί κυκλοφορεῖ καραμπινάτα παπικά βιβλία (ὅπως «Ὁ ἀόρατος πόλεμος» τοῦ Lorenzo Scupoli καί τά «πνευματικά Γυμνάσματα» τοῦ διαβόητου ἱδρυτοῦ τοῦ τάγματος τῶν Ἰησουιτῶν Ἰγνάτιουν Λοϋόλα), καί μάλιστα κρύβοντας τούς συγγραφεῖς τους (σ. 111). Μεταφυτεύει στήν Ἑλλάδα αὐτούσια τήν ἐφιαλτική περί ἁμαρτίας καί σωτηρίας διδασκαλία τῶν δυτικῶν. Τῆς ἀποδίδει ἁγιορειτικό κῦρος καί τήν καθιστᾷ ἀκαταμάχητη (σ. 201). ᾿Αλλοιώνει τήν ὀρθόδοξη πίστη στό πιο εὐαίσθητο σημεῖο της, ἀφοῦ ἡ περί ἁμαρτίας ἀντίληψη συνδέεται ἄμεσα μέ τίς κοινωνικές σχέσεις ἐξουσίας καί ρυθμίζει τήν ἀναπαραγωγή τοὺς στό ὑπαρξιακό ἐπίπεδο.

Ἄλλο παράδειγμα εἶναι ἡ συνήθεια πολλῶν Ἑλλήνων ἐπισκόπων νά ἐμπιστεύονται τήν ἐξομολόγηση, κληρικῶν και λαϊκῶν, σέ Ἰησουίτες μοναχούς, πράγμα πού δείχνει ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχαν ξεχάσει τί ἀκριβῶς ἦταν στή δική τους παράδοση τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης (σ. 97). ᾿Απτά πειστήρια τοῦ ἀνεπίγνωστου προσηλυτισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων στή δυτική θρησκευτικότητα καί νοοτροπία, εἶναι τόσο οἱ πρώιμες «ὁμολογίες πίστεως» (σ. 113-133) –τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἱερεμίου Β΄ (1573) καί τῆς ἐποχῆς τοῦ προτεσταντίζοντα πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι (1572- 1638), πού ὑποτίθεται ὅτι διεὐκρίνιζαν τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί σέ τί διαφέρει ἀπό τόν παπισμό καί τόν λουθηροκαλβινισμό—, ὅσο καί οἱ κατοπινοί «δογματικοί» δεινόσαυροι τῆς πανεπιστημιακῆς ἑλλαδικῆς θεολογίας — ἀπό τόν Χρῆστο ᾿Ανδροῦτσο (1869- 1935) ὥς τόν Παναγιώτη Τρεμπέλα (1886- 1977) (σ. 322, 330).

Μέσα στήν ἀτέλειωτη νύχτα τῆς θρησκευτικῆς ἀλλοτρίωσης ὑπῆρξαν καί πρόσωπα πού διέσωσαν κάποια στοιχεῖα ἀπό τή μεγάλη ἑλληνική παράδοση καί μᾶς προσφέρουν, σήμερα πού ἡ ἀκτινοβολία τῶν δυτικῶν προτύπων ἐξαντλεῖται, τό μέτρο σύγκρισης πού ἔχουμε ἀνάγκη (σ. 171-209). Εἶναι ὁ ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς (1731-1806), ὁ πατέρας τοῦ κινήματος τῶν Κολυββάδων καί τῆς ἀναγέννησης τοῦ φιλοκαλικοῦ πνεύματος, πού ἔδωσε καρπούς τόσο στήν Ἑλλάδα ὅσο καί στη Ρωσία. Εἶναι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (1714- 1779), ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης (1797- 1864), ὁ ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851- 1911). Εἶναι, μέσω τοῦ Παΐσιου Βελιτσκόφσκι (1722-1794) καί τῶν στάρετς τῆς Ὄπτινα, ἕνας Ντοστογιέφσκυ καί οἱ σπουδαῖοι Ρῶσοι θεολόγοι τοῦ 20οῦ αἰώνα (Λόσκυ, Φλωρόφσκυ κ.ἄ.).

Εἶναι τέλος ἡ πνευματική ἔκρηξη τῆς δεκαετίας τοῦ 60 (σ. 436-489), ἡ ἀφετηρία τοῦ πνευματικοῦ κινήματος πού ἔγινεγνωστό μέ τό μᾶλλον χλευαστικό προσωνύμιο: «νεο-ορθόδοξο ρεῦμα». Πνευματικοί ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς νέας καρποφορίας εἶναι ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς (ὁ ἴδιος δέν περιλαμβάνει τόν ἑαυτό του), ὁ μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἰβήρων Βασίλειος Γοντικάκης καί ἀρκετοί ἄλλοι. Χάρη σ᾽ αὐτούς συνειδητοποιοῦμε σήμερα ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τρόπος βίου, προσωπικός και ἐθνικός καί ὄχι θρησκευτική ἰδεοληψία ψυχολογικῆς καί ταξικῆς κατοχύρωσης, ὅπως μᾶς εἶχαν πείσει οἱ ἀντιλήψεις και τό ἦθος τῶν εὐσεβιστῶν. Εἶναι ἕνας ἄλλος πολιτισμός στους ἀντίποδες τοῦ δυτικοῦ.

Ἧ «νεο-ορθόδοξη» πρόκληση

Λόγω τῆς φύσης τοῦ θρησκευτικοῦ πεδίου στήν Ἑλλάδα τό ἔργο τοῦ Χ.Γ. παρ᾽ ὅλο πού λειτουργεῖ σάν μιά πολύ ἐνοχλητική πρόκληση, «ἀπορροφᾶται» χωρίς ἀντίλογο καί διάλογο.

Πῶς νά δεχτοῦν οἱ «ὀρθόδοξοι» ὅτι ἡ θρησκευτικότητά τους ταυτίζεται μέ τή δυτική; Πῶς νά δεχτοῦν οἱ «ὀρθόδοξοι ἄθεοι» ὅτι αὐτό πού ἀρνοῦνται εἶναι μιά παραχάραξη; Μιλᾶμε γιά θρησκευτικές πεποιθήσεις, δηλαδή γιά ἕνα πεδίο πού ἐλάχιστα ἐξαρτᾶται ἀπό ἐπιχειρήματα. Μιλᾶμε ἐπίσης για χώρους διανόησης, δηλαδή γιά διαμορφωμένες προσωπικότητες πού συνθέτουν κοινωνικές προσλαμβάνουσες καί κωδικοποιοῦν ἰδεολογικά συγκεκριμένες ἰσορροπίες κοινωνικῶν ὁμάδων. Τό πράγμα εἶναι ἑπομένως εὐεξήγητο. ᾿Αντίλογος καί διάλογος μπορεῖ νά ὑπάρξει μόνο στό συνειδητό πεδίο μιᾶς ὁλότητας ὅπου συντίθενται οἱ θρησκευτικές διαφορές. Ἡ ὁλότητα αὐτή εἶναι τό ἔθνος καί τό ἐν λόγῳ πεδίο͵ μιά πλουραλιστική ἐθνική συνείδηση, πού φυσικά δέν ὑφίσταται στή μανιχαϊκή Ἑλλάδα.

Ὁ Γιανναρᾶς καί οἱ ἄλλοι «νεο-ορθόδοξοι» συγγραφεῖς ἀποδεικνύουν τόν ἐκδυτικισμό τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἂς ἐξετάσουμε τίς προῦποθέσεις τοῦ ἐγχειρήματός τους. Προφανῶς μποροῦμε νά συγκρίνουμε τή σημερινή ὀρθόδοξη θρησκευτικότητα μέ τήν καθολική καί τήν προτεσταντική καί νά διαπιστώσουμε ἄν οἱ διαφορές ἀφοροῦν ἢ ὄχι τήν «οὐσία» τῆς θρησκευτικότητας. Πράγματι, στά οὐσιώδη —ὅπως τήν ἀντίληψη γιά τό Θεό σάν ὑποκείμενο τῆς ἀπόλυτης δύναμης και ἐξουσίας” τήν ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός τηρεῖ ἕνα ἀδυσώπητο «πόιντ σύστεμ» προκειμένου νά τιμωρήσει μέ αἰώνια βασανιστήρια τίς διάφορες παρεκτροπές (ἰδιαίτερα τίς σεξουαλικές) τή θρησκευτικότητα ὡς ἐξατομικευμένη σχέση μέ τη θεότητα κλπ.— δέν ὑπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ τῶν σημερινῶν «ὀρθοδόξων» καί τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης. Το πρόβλημα ὅμως δέν ἐξαντλεῖται σ᾽ αὐτό. Πρέπει νά δειχθεῖ ὅτι τά πράγματα δέν ἦταν πάντοτε ἔτσι. Ὅτι κάποτε ἡ Ὄρθοδοξία ἦταν διαφορετική καί μάλιστα διαμετρικά διαφορετική. Ὅτι ὑπῆρξε ἱστορικά ὡς διαφορετικός πολιτισμός.

Ἦταν ὄντως κάτι ἄλλο ἡ Ὀρθοδοξία; Ἂν ναί, ἦταν ὅπως τήν περιγράφουμε; Ἤ αὐτή ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι δική μας ἐπινόηση; Αὐτά εἶναι τά ἐρωτήματα.

Δεδομένου ὅτι μιλᾶμε γιά ἕναν πολιτισμό πού δέν ὑπάρχει πιά, εἶναι ἐμφανές ὅτι ἀπολύτως ἐπαληθευμένες ἀπαντήσεις δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχουμε. Θά ἀναζητήσουμε ἀσφαλῶς τις ἀπαντήσεις στίς γραπτές πηγές καί στίς ἐπιβιώνουσες πρακτικές. Πρέπει ὅμως νά διακρίνουμε τό ἰδανικό ἀπό τήν πραγματοποίηση, τή θεωρία ἀπό τήν πράξη καί ἐπιπλέον δέν θα πρέπει νά ἐκλάβουμε ὡς πραγματικό αὐτό πού ἦταν μόνο ἰδανικό καί ὡς ἰδανικό ὅ,τι ἦταν μόνο ἐλλιπής πραγματοποίηση.

“Ἂν ἡ Ὀρθοδοξία «δέν εἶναι θρησκεία», δηλαδή εἶναι ἰδεολογία, πού σέ ἀντίθεση μέ κάθε ἰδεολογία, ὑπερβαίνει τον ἑαυτό της, χαρίζοντας στόν ἄνθρωπο τήν ἐμπειρία τῆς ἀδιαμεσολάβητης σχέσης μέ τόν συνάνθρωπο, τόν Θεό καί τά «πράγματά» τους, πῶς μπορεῖ νά τό ἐπαληθεύσει τοῦτο ὁ ἄνθρωπος πού ζεῖ στά σπάργανα τῆς Ἰδεολογίας; Ὅσο καί ἄν ὑποστηρίξουμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία «δέν εἶναι θρησκεία», ἀπό τή σκοπιά τοῦ «κανονικοῦ» ἀνθρώπου, αὐτή θά φαίνεται πάντοτε σάν θρησκεία, ὅπου ἄλλο ἰδεολογία καί ἄλλο πραγματικότητα. Τό πολύ πολύ νά δεῖ σ᾽ αὐτήν μιάν ἀβέβαιη ὑπόσχεση. Μόνο ἄν γευτεῖ τήν ἀνάλογη ἐμπειρία θά δεῖ στήν Ὄρθοδοξία τό «εὐφρόσυνο ἄγγελμα». Ἄλλωστε ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι «βρῶσις καί πόσις», κατά Συμεών τόν Μεταφραστή. Ἐδῶ ὅμως ἀντιπαραβάλλουμε ἱστορικές διαπιστώσεις καί ἐπιχειρήματα — ὄχι μυστικές ἐμπειρίες. Πῶς λοιπόν θά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι δέν ἐντοπίζουμε σάν «ριζική διαφορά» μέ τή Δύση κάτι πού κινεῖται στή σφαῖρα τοῦ ἰδανικοῦ, τοῦ ἀπλησίαστου ἀπό τόν μέσο ἄνθρωπο (πού ζεῖ στόν κόσμο κι ὄχι στό μοναστήρι) καί ἡ ἀπόκλιση ἀπό τό ὁποῖο κάλλιστα μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ στήν ἐγγενῆ ἀντίφαση μεταξύ «καλῶν προθέσεων» και «ἀνθρώπινης ἀδυναμίας», «ἐπιθυμητοῦ» καί «ἐφικτοῦ» και ὄχι ὁπωσδήποτε σέ «ἐκδυτικισμό»;

Δέν ἔχουμε μπροστά μας τό Βυζάντιο, ἀλλά μόνο τή γραμματεία του καί πρακτικές πού μοιάζουν μέ κελύφη πού ξενίζουν σήμερα ἄλλα περιεχόμενα. Μᾶς μένουν οὐσιαστικά μόνο τά κείμενα. Τά κείμενα τῆς πλούσιας ἀσκητικῆς και θεολογικῆς γραμματείας, ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες μέχρι τόν Παλαμᾶ. Τό θέμα εἶναι νά δοῦμε ἄν τό βιοθεωρητικό περιεχόμενό τους εἶναι ριζικά διαφορετικό ἀπ᾿ αὐτό τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης. Προσωπικά ἔχω πεισθεῖ, ἀπό δική μου ἔρευνα καί μελέτη, ὅτι ὄντως ὑπάρχει βιοθεωρητικό δυναμικό τελείως ξένο πρός τή σύγχρονη τουλάχιστον ἑλληνική θρησκευτικότητα, κυριολεκτικά στούς ἀντίποδές της. Προσδιορίζει κάτι πού δέν εἶναι θρησκεία στήν κυριολεξία, γιατί δεν εἶναι λατρεία δυνάμεως καί δέν στηρίζεται στό φόβο, δεν ἔχειΐχνος φετιχισμοῦ καί δέν ἀφήνει περιθώρια γιά κτητικές ψευδαισθήσεις καί ἐπαναπαυτικές αὐταπάτες. Φυσικά ὑπάρχουν καί τά γνωστά μας στοιχεῖα τῆς δυτικῆς θρησκευτικότητας, ἀλλά αὐτά δέν ἀποτελοῦν ἀκόμη «σύστημα» — κατέχουν μιά «περιφερειακή» θέση. Μπορεῖ νά διακρίνει κανείς τό σῶμα μιᾶς παράδοξης ὅσο καί ἄγνωστης ἐπιστήμης πού ἀντικείμενο ἔχει τήν «καλή ἀλλοίωση» τοῦ ἴδιου τῆς τοῦ ὑποκειμένου. Ἢ ἐπιστήμη αὐτή βασίζεται ἀπόλυτα στήν ἐμπειρία: ἡ ἑλληνική θεολογία εἶναι ἡ θεωρία τοῦ προσωπικοῦ τριαδικοῦ τρόπου ὕπαρξης καί ἡ μυστηριακή καί ἀσκητική πρακτική της εἶναι τό εἰδικό ἐμπειρικό της πεδίο. Φυσικά, ὅπως καί στίς συνηθισμένες ἐπιστῆμες, δέν εἶναι δυνατόν να μάθει κανείς μόνο μέ τήν ἀνάγνωση τῶν «ἐγχειριδίων». Ἢ μαθητεία εἶναι ἀπαραίτητη.

Δέν εἶναι, λοιπόν, «τό ἴδιο ἰδανικό» πού τό προβάλλουμε ρομαντικά στό βυζαντινό παρελθόν, για να διαχωρίσουμε τεχνητά τή βυζαντινή θρησκευτικότητα ἀπό τή δυτική καί την ὁμότροπή της νεοελληνική. Πρόκειται γιά ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη βιοθεωρία. Καί ἐπειδή βιοθεωρία σημαίνει σύστημα διαχρονικῆς θεμελίωσης ἑνός πολιτισμοῦ, τό πρόβλημα μετατοπίζεται στό ἄν βάσιμα ὑποθέσουμε ὅτι, ὅπως κάθε ἀνάλογο σύστημα προτύπων, εἶχε. καί τοῦτο καί μπορεῖ νά ξαναέχει τό δικό του πρακτικό-πολιτισμικό ἀντίκρυσμα. Ἤ, ὅπως το θέτει ὁ Γιανναρᾶς: ἄν ὁ σύγχρονος δυτικός πολιτισμός θεμελιώνεται στή δυτική θρησκευτικότητα, ποιός πολιτισμός θά μποροῦσε νά θεμελιωθεῖ στήν ἀντίστοιχη καί διαμετρικά ἀντίθετη ἑλληνο-ὀρθόδοξη;

Ὑποστηρίζοντας μιά τέτοια πρόταση δέν σημαίνει φυσικά ὅτι «ἐξωραΐζουμε» τήν Ὀρθοδοξία.᾿Ἁπλῶς διερευνοῦμε τή δυνατότητα μιᾶς ἐναλλακτικῆς λύσηςστό πολιτισμικό ἀδιέξοδο τῆς ἐποχῆς μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ἐπιφυλλίδα στό ΒΗΜΑ μέ τίτλο Finis Graeciae Καί ἐν συνεχείᾳ ὁμώνυμη ἔκδοση (Δόμος, ᾿Αθήνα 1987).

2. «Ἡ ἀλλοτρίωση, ὁ ἀφελληνισμός, ἡ παραλυτική καχεξία, ὁδηγοῦν φανερά καί ἀναπότρεπτα τό ἐλλαδικό κρατικό σχῆμα στό ἱστορικό του τέλος», ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΔΥΣΗ ΣΤῊ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ (σ. 408).

Ἐπίσης: «.. ἔχουν καταρρεύσει ἢ ἀπαλειφθεῖ τά πραγματικά σύνορα τῆς ἑλληνικῆς ὕπαρξης, αὐτοσυνειδησίας καί ταυτότητας» (σ. 489).

3. Τό δυτικό «φῶς» ἀντιπροσώπευε τήν «πιό σημαδιακή γιά τήν ἀνθρώπινη Ἱστορία κοινωνικοπολιτική ἐξέλιξη καί διαμόρφωση»: τήν «πρώτη ἐμφάνιση τοῦ φαινομένου πού σήμερα τό ὀνομάζουμε ὁλοκληρωτισμό. Φαινόμενο καθολικῆς ὑποταγῆς κάθε πτυχῆς τοῦ ἀνθρώπινου βίου, ἀτομικῆς καί συλλογικῆς, σέ μιά κυρίαρχη ἰδεολογία, πού ἐπιβάλλεται αὐταρχικά μέσω τῶν θεσμῶν τῆς ἐξουσίας, ἀστυνομεύοντας καθολικά τόσο τή σκέψη ὅσο καί τήν καθημερινή πράξη τοῦ βίου». ᾿Αντιπροσώπευei «τή μετασκευή τῆς θρησκευτικῆς πίστης σέ; κυρίαρχη ἰδεολογία, καί τῆς κυρίαρχης ἰδεολογίας σέ αὐστηρά καθορισμένη κοσμοαντίληψη καί σέ καθολικά ἐπιβεβλημένη μεθοδολογία θεωρίας καί ἢ μιά τεχνολογίαα τῆς ἀλήθειας᾽”, βασισμένη ἀποκλειστικά στή νοητική ἱκανότητα τοῦ ὑποκειμένου καί στήν ἀποτελεσματικότητα τῆς μεθόδου… μιά “τεχνολογία᾽ ἀποκλεισμοῦ κάθε ἀμφιβολίας ἢ ἀντίρρησης ἢ ἀτομικῆς διακινδύνευσης» (ὅπ., σ. 22).

Διαβάστε ακόμη

Θ. Ζιάκας: Ρωμανία, Ενδιάμεση Περιοχή ή Δύση;

Θεόδωρος Ζιάκας: Το αίνιγμα της βυζαντινής μακροβιότητας, αλλά και του τέλους της

Θ. Ζιάκας: Μπορεί ο φονταμενταλισμός να απαντήσει στα προβλήματα;

Γιάννης Ταχόπουλος: Μερικές σκέψεις για τη Βυζαντινή Ταυτότητα

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Διαβάστε τα Περιεχόμενα και το 1ο Κεφάλαιο

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.