Θ. Ζιάκας: Ελληνισμός και Ευρώπη στην σκέψη του Γ. Κακλαμάνη (Γ’ Μέρος)

Ρωμανία, Ενδιάμεση Περιοχή ή Δύση; Το πρόβλημα της ταυτότητας στη σύγχρονη ελληνική συνείδηση (Γ Μέρος – Η Ευρωπαϊκή ταυτότητα)
Από το περιοδικό Ελλοπία, τ. 9, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1992, σελ. 66-70

Άλλο ένα άρθρο, το οποίο αποκτά ιδιαίτερη αξία αν το δούμε από το 2020 σε σύγκριση με το 1992, μεσολαβουσών δηλαδή όλων των μεγάλων κρίσεων και αλλαγών της μεταψυχροπολεμικής εποχής – Cognosco Team

Α’ μέρος: Η Ρωμανική ταυτότητα
Β’ μέρος: Ενδιάμεση Περιοχή – Ελληνοτουρκισμός


Η «ευρωπαϊκή» ταυτότητα, που αποκτάται μέσω τῆς ἐνσωμάτωσης στην «Ενωμένη Εὐρώπη», ἐχεὶ πάρει σε μας διαστάσεις συλλογικού προτύπου. Εἶναι ἡ «νέα μεγάλη ἰδέα του ἐθνους» ἢ μόνη κατἀλληλη για τῆν ἐποχή «πέρα από το 2000». Ἔπειτα μάλιστα από τὴν κατάρρευση της, ὡς τα χθες «μοναδικής» εναλλακτικής εκδοχής «υπερεθνικού ιδανικού» (του αλήστου μνήμης «υπαρκτού σοσιαλισμού»), ο «εξευρωπαϊσμός» προβάλλει και σαν αναγκαστικός μονόδρομος.

Ὑπάρχει ὁμως ἕνα επίμονο πρόβλημα: Παρά τις λυρικές εκκλήσεις και τῆν ατράνταχτη επιχειρηματολογία (των… ΜῸΠ κλπ), η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει μακρυά από τὴν «Εὐρώπη». Δεν αλλάζει. Πράγμα που σημαίνει ότι οἱ ίδιοι οἱ «δυτικόφρονες», που αποτελούν πλέον και τὴ συντριπτική πλειοψηφία, δεν θέλουν ἡ δεν μπορούν να αλλάξουν. Τούτο το ἔχουν διαπιστώσει, ἰδίοις ὀμμασι, και οἱ τεχνοκράτες τῶν Βρυξελλών (θέτοντας ζήτημα αλλαγής του «πολιτικού καθεστώτος»), κι αυτό σήμερα, που ἢ εξουσία κατέχεται από τον παραδοσιακό φορέα της δυτικής επιρροής στην Ελλάδα.

Ὑποδυόμαστε τους «ευρωπαίους» και τούτο για λόγους και μόνο κομματικού συμφέροντος. Δεν εἰμαστε «ευρωπαίοι» και ούτε σκοπεύουμε να γίνουμε. Αὐτό λέει και ἀποδεικνύει, χρόνια τώρα, ἕνας από τους οξυδερκέστερους νέους στοχαστές μας: ο ἑπτανήσιος Γεράσιμος Κακλαμάνης΄. Δεν εἶναι πολύ γνωστός, γιατί μεταξύ των ὀσων λέει ὑπάρχουν πολύ πικρές αλήθειες, που δεν συμφέρει να ακούγονται.. Ὡστόσο και ἐπειδή τον θεωρούμε σαν τον αυθεντικότερο πνευματικό εκφραστή τῆς δυτικής παράδοσης στὴν Ἑλλάδα σήμερα, θα προσεγγίσουμε την «ευρωπαϊκή ταυτότητα» μέσα από τη δική του προβληματική.

Η ὑπεροχή τῆς Δύσης

Για τον Γερ. Κακλαμάνη ἡ σημερινή Δύση ἐνσαρκώνει τὸ υψηλότερο πολιτιστικό ἐπίπεδο στὴν ἱστορία. Ἔχει βέβαια μεγάλα προβλήματα (εξαθλίωση του τρίτου κόσμου, οικολογική απειλή κιλπ), αλλά ἡ λύση τους δεν μπορεί να ανευρεθεί ἕξω από το πολιτιστικό και ειδικότερα το κοινωνικό τῆς πλαίσιο. Αρμοδιότερο να τα λύσει εἰναι το ίδιο το δυτικό σύστημα. Και προς αυτή τὴν κατεύθυνση κινείται.

Η σοβαρότερη αμφισβήτηση του δυτικού προτύπου και εἰδικότερα του καπιταλισμού, υπήρξε ο ρωσικός σοσιαλισμός. Ἤταν η μόνη πραγματική αμφισβήτηση, γιατί σε ἕνα παγκόσμιο πρότυπο αντιπαρέθεσε ἕνα ἐπίσης παγκόσμιο (που ἐνσωμάτωνε τῆν οικουμενική παράδοση τῆς ανατολικής χριστιανοσύνης). Τελικάη αντίθεση λύθηκε μὲ τὴν απορρόφηση τῆς σοσιαλιστικής εναλλακτικής πρότασης. Δεν τίθεται όμως θέμα «υπεροχής» και «Ἔπικράτησης» του ενός συστήματος ἐναντι του άλλου, γιατί, μέσα από την εξέλιξη της παγκόσμιας σύγκρουσής τους, ο καπιταλισμός αφομοιώνοντας το σοσιαλισμό μετασχηματίσθηκε σε κάτι διαφορετικό, σε σοσιαλκαπιταλισμό.

Ο σοσιαλισμός ἐδειξε ότι μπορεί να εξασφαλίσει κοινωνική ἀμεριμνησία στις μάζες (ψωμί, στέγη, περίθαλψη, ἐκπαίδευση), με αντίτιμο όμως τῆν αφαίρεση του κινήτρου προς εργασία. Εκ φύσεως ἡ ἐργασία εἰναι (ως γνωστόν) ἐπαχθής και ο καθένας, σε ὁποιο βαθμό μπορεί, τείνει να τὴν αποφύγει. Ο καπιταλισμός μεταβάλλοντας την εργασία σε μισθωτή και θεμελιώνοντας τὴν κοινωνική οργάνωση στον ανταγωνισμό, λύνει το πρόβλημα με τρόπο ριζικό. Αν δεν δώσεις τὸ μέγιστο τῶν δυνατοτήτων σου κινδυνεύεις να βρεθείς στο δρόμο χωρίς δουλειά και να πεθάνεις από τὴν πείνα. Κανείς δεν πρόκειται να σε «ελεήσει:».

Η άλλη ἐμφανής αδυναμία του σοσιαλισμού ήταν η απονοημάτωση το προϊόντος τῆς ἐργασίας και ἡ μετατροπή του σε απλό χρηστικό αντικείμενο. Η ποιότητα, το στυλ, ἡ εκλέπτυνση, που μετατρέπουν το προϊόν σε στοιχείο της συλλογικής ιδεολογίας, δίνοντάς του «προσωπικότητα», ἀποδείχθηκαν αδύνατα στο σοσιαλισμό, ο οποίος κατέστη συνώνυμος με το ἀγοικονόμητο και το χοντροκομμένο. Αντίθετα ο καπιταλισμός με τὴν προσαρμογή του στο ευμετάβολο, και επιδεχόμενο ἐντεχνη χειραγώγηση, καταναλωτικό γούστο, λύνει το πρόβλημα.

Αὐτά τα δύο (η τιθάσευση της τεμπελιάς και της φυγοπονίας και η ελεγχόμενη ἱκανοποίηση τῆς απροσδιόριστης καταναλωτικής ἰδιοτροπίας) τον καθιστούν σύστημα ασυναγώνιστο. Είναι το πλησιέστερο στις ἀπαιτήσεις τῆς τεχνολογικής βάσης του σημερινού παγκόσμιου πολιτισμού, αλλά και στὴν ίδια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Δεν ἐχει νόημα επομένως να τον αμφισβητεί κανείς σαν σύστημα. Πρέπει να προσπαθεί να λύνει τα προβλήματά του χρησιμοποιώντας το όσο τὸ δυνατόν καλύτερα. Πράγμα που προϋποθέτει, πριν απ᾿ όλα, τὴν κατανόησή του.

Το δυτικό σύστημα και γενικότερα ο δυτικός πολιτισμός, εἶναι αποτέλεσματης εξέλιξης μιας συγκεκριμένης θρησκείας: του χριστιανισμού. Η ορθοδοξία, ο καθολικισμός και ο προτεσταντισμός αντιπροσωπεύουν, κατά τον Κακλαμάνη, τις τρεις βασικές εξελικτικές βαθμίδες στην ανοδική κλίμακα που οδηγεί από τὴν ελληνική ἀρχαιότητα στο σημερινό πολιτισμό. Κάθε βαθμίδα αντιμετώπιζε τὰ δικά της προβλήματα, αλλά αυτά βρήκαν την ἱστορική λύση τους με τῇ δημιουργία της επόμενης βαθμίδας και όχι με «επιστροφή» στην προηγούμενη. Ο φουνταμενταλισμός (“επιστροφή στις ρίζες” και ἄλλα ηχηρά παρόμοια) αποτελεί πάντα ἕναν τρόπο «φυγής» από την πραγματικότητα.

Φυσικά ἡ προοδευτική μετάβαση από την ορθοδοξία στον καθολικισμό και ἀπ᾿ αὑτόν στον προτεσταντισμό, δεν ἦταν χωρίς απώλειες σε νόημα. Οἱ διαφορές μεταξύ των τριών «σταδίων» και συνιστωσών του χριστιανισμού, διαφορές που έχουν σήμερα πρακτική σημασία, βρίσκονται στους τρόπους που αντιλαμβάνονται και πραγματοποιούν κοινωνικά, την ἐννοια του προσώπου. Το ορθόδοξο πρόσωπο εἰναι «αναρχικό» (η προσφορά του εἶναι «αγαπητική», δηλαδή απρόβλεπτη καὶ προαιρετική και μάλιστα προς συγκεκριμένα άλλα πρόσωπο και ὀχι προς το απρόσωπο «σύνολο»). Γι᾿ αυτό και το κράτος του εἶναι υπερ-γραφειοκρατικό και φαινομενικά «ολοκληρωτικό» (στην πραγματικότητα δεν δουλεύει τίποτα). Το καθολικό πρόσωπο είναι «ἄτομο» συναισθηματικά ταυτισμένο με τὴν ομάδα και ἢ ομαδική «λύτρωση» προὔποτίθεται της «ατομικής», καθιστώντας αυτή τὴν τελευταία τραγική. Χαρακτηριστική εἶναι εν προκειμένω ἡ ἐκφρασή του στη λατινο-αμερικάνικη λογοτεχνία (όσο και στήν αντίστοιχη «θεολογία της απελευθέρωσης»). Το λουθηροκαλβινικό πρόσωπο εἰναι το κατ᾽ ἐξοχήν «άτομο» κλειστό και συμπαγές σαν τα βλήματα της Μηχανικής. Προσφέρεται όμως δια της ἐργασίας και ἔχει τῆν απαίτηση και οι άλλοι να του προσφέρονται με τον ἴδιο τρόπο. Η ἐργασία είναι εδώ χρέος και ἡ ηθική της κοινοπρακτική και αναγκαστική (όχι προαιρετική, όπως ἡ ορθόδοξη). Η «σωτηρία» (ατομική και συλλογική) ἐπέρχεται μόνο δια της ευσυνείδητῆς ἐργασίας, ὡς αξιομισθία.

Ὁ Κακλαμάνης υπαινίσσεται ότι τα προβλήματα του δυτικού συστήματος εἰναι συνυφασμένα με τις αδυναμίες του προτεσταντικού προσώπου και αντιστοιχούν σε ὑποτίμηση των πλευρών στις οποίες ο καθολικισμός και ἡ ορθοδοξία ἐδιναν ἔμφαση. Και ἐπειδή το προτεσταντικό πρόσωπο εἰναι το μόνο συμβατό με τῆν τεχνολογική βάση του σύγχρονου πολιτισμού, ἡ λύση συνίσταται, κατά κάποιον τρόπο, στήν εκ μέρους του δυναμική ανάληψη και τὴ δημιουργική αφομοίωση των ὑποτιμημένων καθολικών και ορθόδοξων στοιχείων. Ἐμπλουτισμένο μὲ καθολικό πάθος, το ψυχρό προτεσταντικό πρόσωπο μπορεί να αντιμετωπίσει το χάσμα του με τον τρίτο κόσμο, η κατάσταση του οποίου το απειλεί απ᾿ ἕξω. Εμπλουτισμένο με τὴν ορθόδοξη ἐμφαση στὴν προσωπική μοναδικότητα, ὡς προσωπική ἀγαπητική σχέση, μπορείνα χειραγωγήσει το πνεύμα τῆς μηχανοποίησης και της σκουπιδοποίησης, που απειλούν να το πνίξουν εκ τῶν ἐνδον. Πράγματα δηλαδή που με παλιά ορολογία σημαίνουν αποκατάσταση της «ενότητας του χριστιανισμού» και ἐκλαμβάνονται ὡς «πολύ ιδεολογικά» και «δογματικά» από τους ανυποψίαστους και αυτούς που χρωστούν τη «γνώση» τους σε από «καυκίων» μετακενώσεις. Με τη ζητούμενη αυτή ὑπέρβαση συνδέεται και η λύση της αντίθεσης με το ἰσλάμ (το οποίο ειρήσθω εν παρόδω εἰχε εμφανισθεί ἱστορικά ὡς «εσωτερικό πρόβλημα του ελληνισμού», ο οποίος το ἔλυσε μόνο δογματικά και όχι κοινωνικά — χριστολογικές αιρέσεις κιλπ), και καθορίζεται ἡ δυνατότητα μετάβασης σε ἕνα ανώτερο επίπεδο πολιτισμού.

«Η εποχή που διανύουμε θα σημειωθεί σαν από τις δημιουργέστερες της ἱστορίας, γιατίστο βαθύ νόημά της δεν είναι παρά ἡ προσπάθεια ἄρσης του σχίσματος των δύο τμημάτων του ελληνοχριστιανικού κόσμου άνωθεν της Μεσογείου, που ἐσημειώθηκε εδώ και 1200 χρόνια επί πατριάρχου Φωτίου. Αὐτό σημαίνει, σε ιστορική διάλεκτο, «τέλος του ψυχρού πολέμου». Σημαίνει δηλαδή το ἄνοιγμα μιας νέας ἱστορικής εποχής, μιας εποχής ασυλλήπτων δυνατοτήτων και ριζικής μεταβολής των ιστορικών παραστάσεων του ανθρώπου. Κατ᾽ ουσίαν το τέλος της ἱστορίας όπως την ξέρουμε». (Γ. Κακλαμάνη: Η Ελλάς ὡς κράτος δικαίου, σ. 85).

Ελλαδισμός: Ιστορικό έκτρωμα

Γεωδυναμικό κέντρο του δυτικού πολιτισμού εἰναι το Αιγαίο και τα Βαλκάνια. Η «καθ᾽ ημάς Ανατολή» (η «ιστορικωτάτη» κατά τον Σ. Ζαμπέλιο). Τα προβλήματά του εἶναι πνευματικά, αλλάριζώνουν σ᾽ αὑτήν εδώ την, ἐντελώς απνευμάτιστη, περιοχή του κόσμου και ἡ λύση τους συνδέεται με τὴ μοίρα της. Ἤδη με τῆν κατάρρευση του διπολισμού, ἢ κρίσιμη αυτή περιοχή επανήλθε στο προσκήνιο της ἱστορίας και τα ταραχώδη διαλαμβανόμενα στα βαλκανικά κοτέτσια (τα αφορώντα εννοεἴται το επιούσιο «καλαμπόκι») παίρνουν διαστάσεις κοσμοῖστορικής σημασίας. Νέες διαμορφώσεις απαιτούνται, με ζητούμενο την αποκατάσταση τῆς πλουραλιστικής οργανικής ενότητας του χώρου, που τόσο ασυμβίβαστη εἰναι, κατά τον Κακλαμάνη, με τα προκύψαντα, από την εφαρμογή της προκρούστιας «εθνικής» αρχής, εθνοειδή εκτοπλάσματα. Η ἰδέα του «ἔθνους» και ο παντοειδής εθνικισμός υπήρξαν, και εξακολουθούν ακόμη να εἴναι, το εργαλείο για τῆν πλήρη απόξεσή από την ἱστορική μήτρα του σύγχρονου πολιτισμού κάθε στοιχείου που θα θύμιζε το παρελθόν του. Μεταξύ των «εκτοπλασμάτων» αυτών πρῶτο και χειρότερο εἰναι, κατά τον Κακλαμάνη, το ελλαδικό κράτος.

Αλλά ας πάρουμς τα πράγματα από την ἀρχή τους. Ο ελληνισμός ουδέποτε υπήρξε μονολιθικός και συμπαγής. Πολύ δε περισσότερο στους νέους χρόνους. Ὑπήρξαν διαφορετικές μορφές ελληνισμού, αυτοτελείς, χωρίς συνειδησιακή ενότητα. Οικυριώτερες απ’ αυτές ἦταν: α) Ο δυτικός ελληνισμός, οοποίος εἶχε τη βάση του στα Ἑπτάνησα και στις παροικίες της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης. β) Ο ισλαμικός ελληνισμός που δέσποζε στη Δυτική Ελλάδα από την Αλβανία μέχρι την Πελοπόννησο και δεχόταν τη δυτική επίδραση μέσω των Ἑπτανήσων. Και γ) ο χριστιανικός ξλληνισμός που εἶχε σανπνευματικό και πολιτικό του κέντρο το Φανάρι, τελούσε δε υπό τῆν επιρροή της Ρωσίας.

Η Επανάσταση ξεκίνησε στην πραγματικότητα με τη δημιουργία του κράτους του Αλή Πασά στην Ἤπειρο, ενός κράτοὺς ελληνικού. Οἱ πληθυσμοί του ἦταν κατά πλειοψηφία εξισλαμισμένοι ἑλληνες, ιδιαίτερα στις πόλεις (Γιάννινα, ‘Αρτα κλπ). Ελληνόφωνοι και δευτερευόντως αλβανόφωνοι και βλαχόφωνοι. Παράτο θρήσκευμα και παρά την πολυγλωσσία, συνείδησή τους ήταν ελληνική. Το κλεφταρματωλικό στοιχείο, που θα αποτελούσε τον ἕνοπλο βραχίονα της ἐπανάστασης, ανήκε κατά βάση σ᾽ αυτή την κατηγορία του ελληνισμού. Αὐτό ἕκανε την ἐπανάσταση, υπό τὴν ἐμπνευση καὶ καθοδήγηση της δυτικής συνιστώσας του ελληνισμού, που εἰχε: δραστηριοποιηθεί στη Δύση, υπό την επήρεια τῶν ιδεών της Γαλλικής Ἐπανάστασης. Η ἀλλη συνιστώσα, ο ανατολικός χριστιανικός ελληνισμός, με επικεφαλής τους φαναριώτες, ἀκολούθησεόταν ἡ Επανάσταση εἶχε καταστεί αναπόφευκτη. Σε ὀλη τὴν περίοδο τῶν προπαρασκευαστικών ζυμώσεων, ἡ Ἐκκλησία ἐπαιξε σαφώς ανασχετικό ιδεολογικό και πολιτικό ρόλο.
Τελικά όμως, μέσα από τον εμφύλιο που ἀκολούθησε τὴν Ἐπανάσταση, ἡ «ελληνο-χριστιανική» συνιστώσα συνέτριψε τις ἄλλες δύο και κυριάρχησε στο ελλαδικό κράτος. Σε πρώτη φάση ξεπάτωσε τον μωαμεθανικό ελληνισμό και στην συνέχεια ἀνέτρεψε την ἡγεμονία του δυτικού ελληνισμού στο μηχανισμό του κράτους. Η δολοφονία του Καποδίστρια και η ἕξωση του Ὄθωνα αποτελούν τα γεγονότα που επισημαίνουν τῆν αντιστροφή στη διάταξη των δυνάμεων και τῆν άρση του δυτικού προσανατολισμού του ελλαδικού κράτους. Κατ᾽ ουσίἂν αποτελούν την ἀπαρχή του φαινομένου τῆς «ανάπτυξης τῆς υπανάπτυξης» στον ελλαδικό χώρο(ενός φαινομένου που ἀργότερα θα γενικευτεί σε πλανητική κλίμακα).

Η αναστροφή συνέπεσε με συγκεκριμένες επιλογές των δυτικών Δυνάμεων και κατοχυρώθηκε απ᾿ αυτές. Ὑπολογισμοί ισορροπίας στα Βαλκάνια, ανάσχεσης της ρωσικής επιρροής και εξασφάλισης ενός βιώσιμου ἐλέγχου της Ανατολικής Μεσογείου, με στήριγμα τὴν Ελλάδα, οδήγησαν την αγγλική πολιτική να συνδεθεί με τὴν «ελληνο-χριστιανική» μερίδα. Η δυναστεία των Γλυξβούργων, προικισμένη με την ἐκχώρηση τῶν Ἑπτανήσων στο ελλαδικό κράτος, υπήρξε ἡ ἐκφραση καὶ ο τοποτηρητής αὐτής τῆς συμμαχίας, μεταξύ βρετανικής Προστασίας και «ελληνο-χριστιανισμού». Μεταπολεμικά την βρεταννική Προστασία την διαδέχθηκε ἢ ἀμερικανική καὶ ο ρόλος του ελληνικού κράτους ὡς «αναχώματος» στον «από βορρά κίνδυνο» μεγάλωσε, καθώς επίσης καὶ ἢ σημασία του για τὴν διασφάλιση τὼν δυτικῶν συμφερόντων στη Μέση Ανατολή. ὥς αμιγέστερες εμφανίσεις τῆς συμμαχίας μεταξύ Προστασίας και «ελληνο-χριστιανισμού» ἐχουμε τη δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου 1936 και τη δικτατορία τῆς 2Ίης Ἀπριλίου 1967.

Ἀκρογωνιαίος λίθος του Ελλαδισμού εἰναι ἡ ταύτιση της Ἐκκλησίας με το αποδυτικοποιημένο Κράτος, ἡ μετατροπή τῆς Εκκλησίας σε σπονδυλική του στήλη. Η ορθοδοξία και ο Ἑλληνισμός ορίζονται ὡς ἕνα και το αυτό. Ἔτσι τέθηκε σε λειτουργία η κλίνη του Προκρούστη που επί δεκαετίες πετσόκοβε αμείλικτα όσους και ὀ,τι δεν ἦταν «ελληνικό» (δηλαδή ελληνόφωνο) και ὁσους και ό,τι δεν ἦταν “ορθόδοξο” (δηλαδή ἐντεταγμένο στις θρησκευτικές οργανώσεις). Ὅ,τι θύμιζε μωαμεθανικό και δυτικό ελληνισμό αφανίστηκε, για να επιτευχθεί η «εθνική» ομογενοποίηση. Στον ελλαδικό θίασο σκιών ο Καραγκιόζης αναδείχτηκε σε κυρίαρχη φιγούρα. Για να γίνει τελικά ο αποκλειστικός δικτάτορας.

«Ελληνο-χριστιανισμός» και κλεπτοκρατία

Τον χαρακτήρα του κυρίαρχου «ελληνο-χριστιανισμού» ο Κακλαμάνης τον συνοψίζει στον ὁρο «μακρυγιαννισμός», ἐπειδή ἦταν ο Μακρυγιάννης που τον φερε στὴν εξουσία και ἐπειδή οἱ πνευματικοί εκπρόσωποι της «ελληνικότητας» που ἐν τω μεταξύ προέκυψε, —ἢ περίφημη «γενιά του ᾽30»— τον ἀναγόρευσαν σε ὁσιο του νέου ελληνισμού, σεβαστό από ὅλες τις πτέρυγες του κοινοβουλευτικού φάσματος. Τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας τον ἀνέτρεψε ἀκριβώς ο Μακρυγιάννης, ὡς ο οργανωτής του κινήματος του 1843 και ὁλων τῶν συνωμοσιών που οδήγησαν στην ἐξωση του Ὅθωνα. Παρά τα μυθολογούμενα, το πραγματικό περιεχόμενο του «δημοκρατικού» και «χριστιανικού» μακρυγιαννικού κινήματος, ἦταν ἡ συνταγματική κατοχύρωση τῆς κλεπτοκρατίας. ᾿Αποκαλυπτική αυτού του συγκεκριμένου περιεχομένου εἰναι, λέει ο Κακλαμάνης, ἢ εισήγηση των Παλαμήδη- Μακρυγιάννη στὴ «Βουλή», τον Γενάρη του 1844, ὁπου ζητούσαν: α) να αποκλειστούν από την εξουσία οι «ετερόχθονες» (δηλαδή οἱ μορφωμένοϊ), και β) να παραχωρηθεί ἡ εξουσία σ᾽ αυτούς, τούς «αγωνιστάς». Σαν ἕνα εἰδος «βάλσαμο» και μέχρι να γειάνουν οἱ πληγές τους: «Ημείς δεν στερούμε τοὺς ετερόχθονας παράτην ἐνέργειαν της ἐξουσίας… Ας τραβηχθούν δι᾿ ολίγα χρόνια να κανονίσωμεν ημείς μόνοι την ὑπηρεσίαν. μας. Πρόκειται να ρίψωμεν βάλσαμον εἰς τας πληγάς μας και όχι τρεμεντίνα». και ο Μακρυγιάννης συνοψίζει: «Αν εἶναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάει στο διάβολο ἢ ἐλευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα». Το τι ἀκριβώς ἐεννοούσαν φάνηκε ξεκάθαρα την επομένη της ανατροπής του Ὅθωνα. Ό,τι λεφτά υπήρχαν στα ταμεία τα ἐκαμαν «βάλσαμο» για τον εαυτό τους και τους δικούς τους.

Κοντολογίς υπήρχε ἕνας κουμπουροφόρος λαός «αγωνιστῶν» που μονίμως πολιορκούσε τον κρατικό προῦὔπολογισμό, δηλαδή τα χρήματα που ἕστελναν τα κορόϊδα οἱ «ετερόχθονες», οι«ευεργέτες» και οιξένοιγια «ανάπτυξη» και «επενδύσεις» (και όχι να τα κάμουν βάλσαμο τα «δικά μας παιδιά»). Το σύνταγμα που ἔδωσε ο Ὅθωνας δεν βασίζεται σε: καμιά έννοια «ἔθνους» και «λαού», αλλά στή βαθυτάτη επίγνωση ότι προορίζεται για ἕνα ληστοκρατούμενο κράτος, όπου ὁλων τα μάτια εἶναι στραμμένα στο κρατικό ταμείο. Κύριο μέλημά του εἰναι πώς θα σώσει τα ξένα λεφτά από τὴ ρεμούλα, χαρακτηριστικό που διατηρείται, με επουσιώδεις παραλλαγές, σε ὁλα τα κατοπινά συντάγματα. Γιατί παλιός κλεφταρματωλισμός δεν εξαφανίστηκε, αλλά απλώς μεταμορφώθηκε σε μαφιόζικο πελατειακό κοινοβουλευτισμό. Αὐτή ἦταν και η βασική πλευρά της διελκυστίνδας βασιλιά και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Προστασία των ξένων χρημάτων αλλά και λελογισμένη κοινοβουλευτική ρεμούλα.

Αργότερα, με τὴ συμβολή της ἰδεολογίας των «νεομαρτύρων» (που δυνάμωσε με την εἰσροή των προσφύγων από τὴν Ανατολή) και απέκτησε νέα περιωπή με την «κομμουνιστική» ἐπένδυση, τὰ πράγματα ἁπλοποιήθηκαν και συνάμα ιδεολογικοποιήθηκαν σε τέτοιο σημείο, που ἡ αρχικά γυμνή ουσία κατέστη μυστικό εφτασφράγιστο και δυσερμήνευτο. Από τὴ μιὰ μεριά ήταν ο «αγνός λαός» και από την ἄλλη οἱ «συντηρητικοί», οἱ κατ᾽ επίφαση διεκπεραιωτές τῆς δυτικής πολιτιστικής επιρροής στην Ελλάδα. Η «κατεστημένη κοινωνική λωποδυσία» ἐγινε «αστική συντήρηση».
Κάποιες αλλαγές επιχειρήθηκαν μετά τη μεταπολίτευση, μια και ἐπρεπε να μπούμε στὴν ΕΟΚ και επίζηλος κορβανάς ἦταν πλέον τα Ευρωπαϊκά Ταμεία (ΜΟΠ κλπ). Ἐπρόκειτο ὅμως για μνημειώδεις συγκολλήσεις που δημιούργησαν απλώς ἕναν «ευρωπαϊκό» αχταρμά. Ο Κακλαμάνης αποδεικνύεἰ ὁτι το σύνταγμα του ᾽75 (και του ᾿85) δεν προστατεύει καθόλου τα ατομικά δικαιώματα και οὐτε βέβαια τα δικαιώματα τῶν ὀποιὼν μειονοτήτων. Ο πολίτης ἐχει υποχρεώσεις απέναντι στο κράτος. Το κράτος όμως καμία ἀπέναντι στον πολίτη.

Δεν ἐχει πλέον λόγο ύπαρξης

Με τὴν τερατογονίατης ἐμφάνισης του «ελληνο-χριστιάνικού» ελλαδισμού επισφραγίστηκε ἡ απομάκρυνση από το στόχο τῆς Επανάστασης, που ἦταν η δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους δυτικού τύπου. Βασίστηκε ὃς στη διαστρέβλωση τόσο της ορθοδοξίας ὀσο και του ελληνισμού. Η μετάλλαξη μιας θρησκείας ανοχής και ἐλευθερίας, σε φασιστοειδή κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό, δεν οφείλεται στὴ δυτική επιρροή (παπικούς και μισσιοναρίους), ὀπως υποθέτουν οἱ ρωμανιστές και οἱ νεο-ορθόδοξοι, αλλά στο γεγονός ότι ἡ ελλαδική Εκκλησία δέχτηκε να κυριαρχήσει με τὴ βία επί αλλοθρήσκων πληθυσμών. Αὐτό εἰναι, λέει ο Κακλαμάνης, το βαρύτατο προπατορικό τῆς αμάρτημα, που τὴν ἀποξένωσε από το παραδοσιακό ορθόδοξο φρόνημα, αλλά και από το αυθεντικό λαῖκό τῆς πλήρωμα. Η μόνη «μετάνοια», που θα μπορούσε να τὴ βγάλει από τη δεινή της θέση, εἰναι να δώσει διαζύγιο στο κράτος, να στηριχθεί στις δικὲς της δυνάμεις και να προσπαθήσει να ξανακάνει τους ἕλληνες χριστιανούς. Η στρέβλωση τέλος του ελληνισμού σε συνώνυμο τῆς εθνοκαπηλείας και τῆς απεριόριστης ξενοδουλείας, ερμηνεύεται από τη, συμφυή στα ανωτέρω, θρησκευτική εκβαρβάρωση του ελλαδικού χώρου.

Η φύση των ελλαδικών πραγμάτων θα αποκαλυφθεί πάλι γυμνή με τὴν οκταξτία του κ. Παπανδρέου, κατά την οποία ἢ Ελλάδα κατέστη ἕνα ἀπέραντο βαλσαμοποιείο (ἰδίως μετά τὴν αναθεώρηση του ᾿85, οπότε κατέπεσε και ο ἔσχατος φραγμός προ του δημοσίου ταμείου). Σ᾽ αυτή τὴν αποκάλυψη μάλιστα συνίσταται και το κολοσιαίο μέγεθος του κ. Παπανδρέου ὡς πολιτικού. Τροπαιοφόρος ἅγιος παντός «μή προνομιούχου», ο Ἀνδρέας παραμέρισε ὁλα τὰ ἐμπόδια και άφησε το λαό του ἐλεύθερο να δείξει τις δυνατότητές του. «Κάντε ό,τι θέλετε, αρκεί να με ψηφίζετε». Και μπορέσαμε επιτέλους να δούμεπού βρισκόμαστε.

Το ελλαδικό κράτος, το παλιό αυτό «μήλον της ἐριδος» μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, δεν χρησιμεύει σήμερα σξ τίποτα και σε κανένα. Αποτελεί δε τούτο κοινή συνείδηση, εκφραζόμενη από τον «αρχηγό του κράτους» μέχρι και τον τελευταίο «πολίτη». Από μόνοι μας όμως δεν μπορούμε να το αλλάξουμε. Αν μπορούσαμε θα το είχαμε αλλάξει προ πολλού, με τελευταία εὐκαιρία τὴν πασοκική οκταετία. Να εξακολουθούμε όμως να επιβιώνουμε σαν παράσιτο στο σώμα τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας και πολιτικής, δεν γίνεται πια. Το κριτήριο της ἱστορικής χρησιμότητας εἶναι εντεταγμένο στη δυναμική τῶν διεθνών σχέσεων καιόποιος δεν μπορείνα δικαιολογήσει τὴν ὑπαρξή του διαγράφεται από το χάρτη.

Οριζόμενο ἐτσι το πρόβλημα, μία μόνο επιδέχεται λύση, κατά τον Κακλαμάνη: Να προσπέσουμε στις πολυεθνικές, στην ΕΟΚ, στις ΗΠΑ, και να τους παρακαλέσουμε να μας διεθνοποιήσουν, σαν φυσική και πολιτιστική κληρονομιά ιδιαζούσης αξίας που πρέπει να εἰναι ιδιοκτησία ολόκληρης τῆς ανθρωπότητας.

Ο ελληνισμός υπήρξε πάντοτε ἕνα «πολιτιστικό ἐνζυμο» που μεγαλούργησε διαπηδώντας κάθε κρατικό και εθνικό ὅριο, αλλά το σκοτώσαμε τσιμεντάροντάς το μέσα στο πολιτισμοκτόνο νεοελλαδικό κράτος. Καιρός λοιπόν να απαλλαγούμε από το κράτος αυτό, χαρίζοντας το ἐδαφός του σε ολόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Να ποια εἰναι ἡ «τελική πρόταση» του Γερ. Κακλαμάνη.

Εἶναι ἔτσι τα πράγματα;

Στὴν αρχή βλέπαμε τα πάντα μέσα απότα αντι-φαλμεραῦρικά ματογυάλια, που ἐκρυβαν κάθε ανεπιθύμητη εθνική δυσμορφία και τα ἐδειχναν ὀλα ρόδινα. Αργότερα είχαμε την ταξική ἀνάλυση, ὡς ἐναλλακτική μέθοδο ερμηνείας των ελληνικών «ιδιο(δυσ)μορφιών», διαφωτιστική αἀσφαλώς πολλῶν πτυχών, αλλά οπωσδήποτε αποφασιστικά ἀανεπαρκή και αποπροσανατολιστική. Ο Κακλαμάνης μας προσφέρει την ελλείπουσα πολιτιστική ἀνάλυσηῃ, ἡ οποία ἀνοίγει το δρόμο στη μελέτῃ τῆς νεοελληνικής ἱστορίας ὡς πάλης μεταξύ παραδόσεων᾽. Κι εδώ βρίσκεται ἡ μέγιστη συμβολή του.

Ἡ γόνιμη αυτή οπτική δεν τον οδηγεί, ὡστόσο, σε μια αντίστοιχὴ περί ἔθνους αντίληψη. Διαπιστώνει την πλουραλιστικήσύνθεση του ελληνισμού αλλά αρνείται ότι αποτελούν ἕνα ἔθνος. Χρησιμοποιεί κι αυτός το έθνος με τὴ δυτική νοηματοδότηση (έθνος ἴσον κάτι το μονολιθικό και συ μπαγές). Σκεπτόμενος ἐντελώς εμπειριστικά και θετικιστικά, το βλέπει σαν ἰδεολόγημα ἄνευ υλικού περιεχομένου, ἔννοια συμβατική — «όπως το μηδέν στα μαθηματικά»— κάτι το μη οριζόμενο, το μη ἔχον ουσία. Το ἀποφασιστικό βήμα, που εἰναι να δει το ἔθνος ὡς σχηματισμό παραδόσεων, τελικά δεν το κάνει.

Ἂν ο ελληνισμός εἶναι «ἔνζυμο πολιτιστικό» τούτο σημαίνει ότιη ενότητάτου εἰναι πνευματική, δηλαδή εξασφαλίζεται διατῆς «ἡγεμονίας» (και όχι της βίας)” της εκάστοτε ηγετικής παράδοσης, — «ἡγεμονίας» που θεμελιώνεται στο ὑψηλό πολιτιστικό της επίπεδο. Μέτρο δε του «πολιτιστικού επιπέδου» εἶναι ἡ επίγνωση τι ἡ «ταυτότητά» της εἶναι συνάρτηση της ετερότητας του «άλλου», και πραγματώνεται μέσω του σεβασμού τῶν διαφορετικών παραδόσεων που συναποτελούν το ἔθνος. Με την κατάρρευση της Ρωμανίας ο ελληνισμός ἐχασε εκείνο το εἶδος σχέσεων με τὴ Δύση και τῆν Ανατολή που του ἔδιναν το πολιτιστικό προβάδισμα, και ἡ παιδεία του ὑπέστη τρομακτική καθίζηση. Κατά συνέπεια η συνειδησιακή ενοποίησή του δεν μπορούσε να εἰναι «δεδομένο», αλλά «ζητούμενο», τῆς νεοελληνικής ἀαναγέννησης. Και παραμένει ζητούμενο, παρά το ήδη διαγνωσθέν ἱστορικό φιασκο.

Ἡ πρόταση Κακλαμάνη για «διεθνοποίηση», εἶναι θετική σαν προκλητική ὑπερβολή, αλλά δεν μπορεί να συζητηθεί στα σοβαρά. Εἶναι εκτός τόπου και χρόνου. Το μοντέλο του πάσχει σε δύο ὑπερβολικά αισιόδοξες παραμέτρους: Η μία εἰναι η ὑποτιθέμενη δυνατότητα του δυτικού πολιτισμού να επιλύσει αυτό που χοντρικά συνοψίζουμε ὡς αντίθεση με τον τρίτο κόσμο και ὡς αντίθεση με τὴ φύση (το οικολογικό πρόβλημα). Η δεύτερη εἰναι ἡ υποτιθέμενη δυνατότητα του σοβιετικού χώρου να ἐνσωματωθεί εποικοδομητικά στο δυτικό σύστημα και να ἀρθεί το «Σχίσμα». Με μια λέξη ἡ πίστη τοῦ στην παγκοσμιότητα του δυτικού προτύπου. Φυσικά για ἐνα στοχαστή που ανήκει στη δυτική παράδοση, εἰναι δύσκολο να δεχθεί ὅτι το δυτικό σύστημα δεν ἐχει προοπτικές παγκοσμιότητας και ότι ἢ ἀνθρωπότητα ίσως χρειαστεί να «οπισθοδρομήσει» για κάποιο διάστημα στο «χάος», ενός «νέου μεσαίωνα», προκειμένου να αντλήσει, από το θησαυρό των ποικίλων. παραδόσεών της, κάποιο νέο σύστημα προτύπων. [Να ἀρνηθεί πχ. τὴν ειδωλολατρία της δύναμης, της ἐργασίας και της κατανάλωσης και να ἐπιλέξει τὴν ἀσκητική (εθελοντική) φτώχεια, σαν τὴ μόνη λύση για να σωθεί το κοινό οἰκοσύστημα μιας ανθρωπότήτας που αὐξάνεται με ασύλληπτη γεωμετρική ταχύτητα]. Δεν βλέπει τελικά ότι, σ᾽ αυτή τὴν προοπτική, κύρια τάση εἰναι η αυτο-περιχαράκωση της πλούσιας καπιταλιστικής μητρόπολης και μοίρα τῆς περιοχής μας ἢ περιθωριοποίηση. Ονειρεύεται μεταμορφώσεις του Αἰγαίου σε διεθνές πανεπιστήμιο αισθητικής και επικούρειας φιλοσοφίας, ὁταν το πιο πιθανό εἰναι να γίνει το θέατρο μιας νέας αναμέτρησης με τὴν Τουρκία, καθώς κινείται ολοταχώς προς τὴν ἀνασύσταση τῆς Οθωμανικής Αὐτοκρατορίας. Αν αυτή ἡ δυσμενέστερη εκδοχή είναι και ἡ πιθανότερη, τότε τι κάνουμε; Πώς την αντιμετωπίζουμε; Στο ἐρώτημα αὐτό ἡ δυτική παράδοση (και όλο το πολιτικό φάσμα που υποδύεται τον ἔνθερμο ακόλουθό της), είναι τελείως ανίσχυρη να δώσει απάντηση. Γι᾿ αυτό και δὲν μπορεί το ἔθνος να τῆς αναγνωρίσει ξανά το προβάδισμα, ὁπὼς ἐκανε πριν από διακόσια χρόνια.
Αναζητείται, κατά συνέπεια, μια νέα ἡγετική παράδοση. Αν ἢ ἐποχή του «μακρυγιαννισμού» ἔχει τελειώσει, τούτο σημαίγει ὅτι σπάει το κέλυφος των ελλαδιστικών παραμορφώσεων και ξαναγυρίζουμε εκεί απ᾿ ὁπου ξεκινήσαμε: στον αἰώνιο διάλογο της δυτικής και της ορθόδοξης παράδοσης (αυθεντικό και όχι ψευδεπίγραφο). Ἕνα διάλογο που θα βάζει στο κέντρο τῆς προσοχής του τον ελληνισμό σε σχέση με τα μεγάλα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου. Κι αὐτό χωρίςκαθόλου να ξεχνά τη σκοτεινή και αθέατη «σκιά» μας, τον κρυπτο-οθωμανικό ραγιαδισμό (ότι δηλαδή «ο τούρκος εἰναιμέσα μας»).

Επόμενο μέρος
Εθνική επιβίωση

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Παραπέμπουμε στα βιβλία του: Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ (Εκδ. 2Ίος Αθήνα 1991), ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΟΥ͂ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ͂ ΚΡΑΤΟΥΣ (Εκδ. 21ος. Β΄ ἐκδοση), και ‘ΜΈΣΟΓΕΙΟΣ ΩΣ ΕΥ̓ΡΩΠΑΊ ΚΗ ἹΣΤΟΡΙΑ τ. Ι. (Εκδ. του συγγραφέα).
2. Οἱ ἐξισλαμισμοί σ᾽ αυτή την περιοχή εἶχαν, κατά τον Κακλαμάνη, εθελοντικό βασικά χαρακτήρα. Συσχετίζεται δε το φαινόμενο με το γεγονός ὀτι ένα μέρος του πληθυσμού ήταν παλιοί αιρετικοί μονοθελήτες, τους οποίους το Βυζάντιο εἶχε μεταφέρει εδώ από την ἀνατολική Μικρασία.
3. Γιὰ τὴν σημασία της διπλής ανάλυσης —ταξικής και πολιτιστικής— ἔχουμε ἀναφερθεί εν ἐκτάσει κάνοντας τον ἀπολογισμό της μαοϊκής «πολιτιστικής ἐπανάστασης» στο: ΕΘΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ (Πελεκάνος Αθήνα 1990).
4. Πρβλ. την ἔννοια της «ἡγεμονίας» στον Γκράμσι.
5. Για το περιεχόμενο της έννοιας «πολιτιστικό επίπεδο» ἔχουμε μιλήσει στο προηγούμενο β’ μέρος τούτου του άρθρου (Ελλοπία τ. 8).

, , , , , , , , ,

2 thoughts on “Θ. Ζιάκας: Ελληνισμός και Ευρώπη στην σκέψη του Γ. Κακλαμάνη (Γ’ Μέρος)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.