Ισλάμ και συγκρούσεις τον 21ο αιώνα: Η διάγνωση του Huntington (Α’ Μέρος)

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος
διεθνολόγος

Ένας μάντης κακών

Στο σύγχρονο πεδίο της διεθνούς πολιτικής το ζήτημα του Ισλάμ δεσπόζει εκρηκτικό, δυσνόητο και αμφιλεγόμενο.  Τροφοδοτημένο από μεγάλους δημογραφικούς ρυθμούς ανάπτυξης, σε θρησκευτικό αναβρασμό, πολιτικό κατακερματισμό και με μεγάλη οργή, το παγκόσμιο μουσουλμανικό στοιχείο δεν παύει να απασχολεί αναλυτές, κυβερνήσεις και ΜΜΕ. Η μετανάστευση προς την Ευρώπη δημιουργεί πυκνούς ισλαμικούς πληθυσμούς σε πάλαι ποτέ χριστιανικά εδάφη, δημιουργώντας ανησυχίες για θέματα άμεσα και απτά όπως η τρομοκρατία και η εγκληματικότητα, μέχρι πιο μακροπρόθεσμα όπως η αφομοίωση, η εθνική ταυτότητα, ο δημογραφικός εκτοπισμός των γηγενών/παλαιοτέρων κατοίκων κ.α.  Στα ερείπια της Μέσης Ανατολής (όπως την άφησε η δυτική παρέμβαση μετά το 2001) στρατοί και ανταρτοομάδες ριζοσπαστών ισλαμιστών διεξάγουν ιερό πόλεμο:  η ανθρωπότητα είδε με αποτροπιασμό τα εγκλήματα του Ισλαμικού Κράτους, ενώ προς στιγμήν πάγωσε με την ραγδαία προέλαση του.  Η ένταση και  η βία όμως από και γύρω από μουσουλμανικές κοινότητες δεν σταματά εκεί.  Μαχητές του Ισλάμ αναδύονται από τις κοινότητες μεταναστών στην Ευρώπη, ενώ ακόμη και εθνοφυλετικά Ευρωπαίοι έχουν ασπαστεί το Ισλάμ και ριζοσπαστικοποιηθεί μέσω διαδικτύου.  Πέρα από τον ένοπλο ισλαμισμό, κινήματα με μουσουλμανικές πολιτικές αρχές ανθούν σε πολλά μέρη του κόσμου, με πρόσφορο παράδειγμα τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Με όλα αυτά τα θέματα φλέγοντα οι επαΐοντες και οι δημοσιολογούντες αναζητούν τις ερμηνείες πίσω από τον furor islamicus.  Από την μία πλευρά, ορισμένοι επιρρίπτουν όλες τις ευθύνες στον δυτικό ιμπεριαλισμό και ρατσισμό, την οικονομική εκμετάλλευση του τρίτου κόσμου, τα οικονομικά προβλήματα κ.α.  Το Ισλάμ παρουσιάζεται ως θύμα, υπό το αφήγημα της «θρησκείας της ειρήνης».  Αντίθετοι βρίσκονται όσοι αποκηρύσσουν το Ισλάμ και τον ισλαμικό κόσμο/πολιτισμό ως πηγές βαρβαρότητας και βίας από την φύση τους.  Η πόλωση στο δημόσιο διάλογο είναι μεγάλη και γίνεται ολοένα τοξικότερη.

Για τους πιο απαισιόδοξους έρχονται στο νου οι αναλύσεις και προβλέψεις του Αμερικανού καθηγητή πολιτικής επιστήμης του Χάρβαρντ, Samuel Huntington (1927-2008) στο διαβόητο πλέον βιβλίο του «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών».  Αντικρούοντας τις θριαμβολογίες πολλών Δυτικών, πως αφ’ ης στιγμής ο υπαρκτός σοσιαλισμός κατέρρευσε, πλέον ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, ο εκδυτικισμός και η εκκοσμίκευση θα εξαπλώνονταν οικουμενικά φέρνοντας το «τέλος της ιστορίας», ο Huntington διείδε τις αυξανόμενες αντιθέσεις μεταξύ των μεγάλων πολιτισμών του κόσμου και προέβλεψε πως η αναδυόμενη μεταψυχροπολεμική τάξη θα διαμορφωνόταν από αυτές.  Γράφοντας το 1996 έδωσε ιδιαίτερη βάση στον ενίοτε ένοπλο αναβρασμό του Ισλάμ, μελετώντας τις συγκρούσεις του με τους πέριξ πολιτισμούς (Δυτικούς, Ορθοδόξους, μαύρους Αφρικανούς, Ινδούς) και προβλέποντας περισσότερες.  Τα ζοφερά συμπεράσματα του Huntington καταγγέλθηκαν έντονα ως δυτικοκεντρικά και πολεμοκάπηλα.  Οι εξελίξεις όμως ως έναν βαθμό δικαιώνουν την «κινδυνολογία» του.  Τότε υπήρχαν τα μέτωπα του Σουδάν, της Ερυθραίας, της Τσετσενίας, του Κοσόβου και της Βοσνίας. Ο καθηγητής μίλησε για έξαρση της ισλαμικής μαχητικότητας και εντάσεις με τη Δύση:

  • Πριν την πολύνεκρη επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», που οδήγησε στις αμερικανικές εισβολές σε Αφγανιστάν (2001) και Ιράκ (2003).
  • Πριν την τόσο έντονη ανάδυση ισλαμιστικών πολιτικών κινημάτων σε όλη την υφήλιο, και την κλιμάκωση του ηθικοκοινωνικού εξισλαμισμού παλαιότερα μετριοπαθέστερων μουσουλμανικών κοινωνιών.
  • Πριν τα πρόσφατα προσφυγικά κύματα και πριν διογκωθούν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί στη Δύση, δημιουργώντας ολοένα και μεγαλύτερη ανασφάλεια στους λευκούς Ευρωπαίους σχετικά με τις εθνοφυλετικές ισορροπίες και την επέκταση ξένων ηθών (π.χ. κεφαλόδεσμοι γυναικών).  Πολλώ δε πριν οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αρχίσουν να συγκλονίζονται από αιματηρές τρομοκρατικές επιθέσεις κατά αμάχων.
  • Πριν την Αραβική Άνοιξη (2010 και εξής), η οποία ανέτρεψε και αποσταθεροποίησε τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, ανοίγοντας το πεδίο για την ραγδαία εξάπλωση ισλαμιστικών και τζιχαντιστικών ομάδων.  Η Συρία και η Λιβύη φλέγονται κατεστραμμένες, ενώ λίγο έλλειψε να φθάσει σε αυτό το σημείο και η Αίγυπτος.
  • Και πριν από αρκετά ακόμη επεισόδια της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης (Λίβανος, επανειλημμένα Γάζα κ.α.)

Ο παραπάνω κατάλογος δείχνει αμέσως έναν παράγοντα για το αντικείμενο μας:  οι δυτικές-αμερικανικές παρεμβάσεις έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην καταστροφή ή εξουθένωση σημαντικού τμήματος του αραβοϊσλαμικού κόσμου, και δη κρατών με επιρροή όπως το Ιράκ και η Λιβύη.  Η εμμονή του νεοσυντηρητικού κύκλου του Τζ. Μπους του νεωτέρου στον επεμβατισμό, την «οικοδόμηση εθνών» (nation building) και την «εξαγωγή δημοκρατίας» διέλυσε τις ευαίσθητες ισορροπίες της περιοχής, ενώ ο χειρισμός της λεγομένης «Αραβικής Άνοιξης» από την προεδρία Ομπάμα μόνο επιδείνωσε τα πράγματα. Τα προσφυγικά ρεύματα ίστανται μάρτυρες αδιάψευστοι αυτής της καταστροφής.  Όμως το συμπέρασμα πως το Ισλάμ ως θρησκεία και κόσμος/πολιτισμός είναι απλώς ο δέκτης της βίας και τώρα αντιδρά ή εκδικείται, έστω και υπέρμετρα, δεν βοηθά την ανάλυση μας όντας πολύ ελλιπές.  Η διαχρονική δυτική παρέμβαση δεν μπορεί να παραβλεφθεί ως μεταβλητή, αλλά το δίπολο «εβραιοχριστιανού επιτιθεμένου-μουσουλμάνου αμυνομένου» δεν λαμβάνει υπ’ όψιν την ιστορική πορεία του Ισλάμ και του ισλαμισμού και ρομαντικοποιεί μία κατάσταση κάτω από τα πρίσματα του στρατευμένου αντιδυτικισμού, του «αποικιακού συνδρόμου» και της «λευκής ενοχής».  Η ισλαμική επιθετικότητα έχει ιστορία αιώνων και συχνά στρέφεται προς ομάδες αμέτοχες προς την ξένη βία και εντελώς ανυπεράσπιστες (π.χ. Κόπτες Αιγύπτου).  Υπήρχε κόσμος και πριν την αποικιοκρατία ή τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κόσμος όπου οι ισλαμικές δυνάμεις ήταν συνήθως ο επιτιθέμενος.  Πρέπει να αναζητηθούν περισσότερα αίτια και αλλού.

Η προσέγγιση του Huntington

Εξετάζοντας τους «πολέμους κατά μήκος των πολιτισμικών συνόρων», ο Samuel Huntington παρατηρεί πως η εμπλοκή των μουσουλμάνων σε αυτούς ή σε βίαια επεισόδια γενικότερα είναι πολύ εντονότερη από ομάδες άλλων πολιτισμών.  Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τα στοιχεία «συντριπτικά»:

«Οι μουσουλμάνοι συμμετείχαν σε 26 από τις 50 εθνοπολιτικές διαμάχες που έγιναν μεταξύ 1993 και 1994… Οι διαμάχες εντός του Ισλάμ επίσης, ήταν πολύ περισσότερες από τις διαμάχες στο εσωτερικό οποιουδήποτε άλλου πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένων των φυλετικών αντιπαραθέσεων στην Αφρική»»Η εφημερίδα New York Times εντόπισε 48 γεωγραφικά σημεία στα οποία σημειώθηκαν 59 εθνοτικές συγκρούσεις το 1993. Στις μισές από αυτές τις περιπτώσεις οι μουσουλμάνοι συγκρούονταν με άλλους μουσουλμάνους ή με μη μουσουλμάνους. Και 31 από τις 59 αντιπαραθέσεις σημειώθηκαν μεταξύ ομάδων από διαφορετικούς πολιτισμούς, ενώ τα δύο τρίτα (21) αυτών των διαπολιτισμικών αντιπαραθέσεων έγιναν μεταξύ μουσουλμάνων και άλλων.»

Ακόμη ο Huntington επισημαίνει τον υψηλό μιλιταρισμό που διακατέχει τις κυβερνήσεις των μουσουλμανικών χωρών:

«Στη δεκαετία του 1980 στις μουσουλμανικές χώρες η αναλογία στρατιωτικής δύναμης (δηλαδή αριθμός στρατιωτικού προσωπικού ανά χιλιάδες κατοίκους) και οι δείκτες στρατιωτικής προσπάθειας (ο λόγος στρατιωτικής δύναμης και πλούτου μιας χώρας) ήταν σημαντικά υψηλότερα από άλλες χώρες… Ο μέσος όρος… ήταν περίπου διπλάσιος των χριστιανικών χωρών.»

Συμφωνεί ακόμη με διαγνώσεις που θέλουν το Ισλάμ να σχετίζεται με τον μιλιταρισμό και παρατηρεί «υψηλή ροπή προσφυγής στη βία» από τα μουσουλμανικά κράτη:

«Σε διεθνείς κρίσεις στις οποίες ενεπλάκησαν μεταξύ 1928 και 1979 άσκησαν βία στην επίλυση 76 κρίσεων από ένα σύνολο 142. Σε 25 περιπτώσεις η βία ήταν το κυριότερο μέσο για την αντιμετώπιση της κρίσης- σε 51 περιπτώσεις κρίσης τα μουσουλμανικά κράτη χρησιμοποίησαν βία επιπρόσθετα με άλλα μέσα. Όταν χρησιμοποίησαν βία τα μουσουλμανικά κράτη, αυτή ήταν υψηλής έντασης-σε ολοκληρωτικό πόλεμο προσέφυγαν το 41% των περιπτώσεων όπου ασκήθηκε βία, ενώ ενεπλάκησαν στο 38% των περιπτώσεων που σημειώθηκαν μεγάλες συγκρούσεις.  Ενώ τα μουσουλμανικά κράτη προσέφυγαν στη βία το 53,5% των κρίσεων στις οποίες ενεπλάκησαν, η βία ασκήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο μόνο στο 11,5%, από τις ΗΠΑ στο 17,9% και από τη Σοβιετική Ένωση στο 28,5% των κρίσεων στις οποίες ενεπλάκησαν… μόνο η ροπή της Κίνας προς τη βία ξεπέρασε τη ροπή των μουσουλμανικών κρατών».

Ο Huntington αρνείται πως η σύγκρουση είναι αυτόματη και αναπόφευκτη στα διαπολιτισμικά σύνορα.  Βέβαια στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στις Ινδίες η δυναμική μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων υπήρξε συχνά βίαιη και οι αντιπαραθέσεις των φθάνουν σε βάθος πολλών αιώνων.  Όμως αντίστοιχα υπήρξαν και αξιόλογα διαλείμματα ειρηνική συνύπαρξης, πολιτισμικών ανταλλαγών κ.α.

Επομένως πρέπει να βρεθούν και άλλες παράμετροι που πυροδοτούν εκρηκτικές διαπολιτισμικές/διαθρησκευτικές καταστάσεις, όπως έγινε σε μεγάλο βαθμό μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

(συνεχίζεται)

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.