Ιστορία των κομμάτων: από τον Καποδίστρια στον Καραμανλή

Ας ρίξουμε, όμως, μια σύντομη ματιά στο πως γεννήθηκαν τα πολιτικά κόμματα και στη σταδιακή εξελίξη των δομών και αδυναμιών τους. Η αρχική διαμόρφωση των πολιτικών ρευμάτων που αργότερα θα μετεξελίσσονταν στα πολιτικά κόμματα, βρίσκεται στα χρόνια του Επαναστατικού Αγώνα. Ήταν τότε που αυτά τα ρεύματα άρχισαν να διαμορφώνονται με βάση τον προσανατολισμό προς κάθε μια από τις Μεγάλες Δυνάμεις (το αγγλικό, το γαλλικό και το ρώσικο κόμμα), διατηρώντας όμως παράλληλα το φατριακά χαρακτηριστικά τους. Αμέσως μετά, η περίοδος Καποδίστρια (1828 – 1831) ήταν εκείνη κατά την οποία τα πολιτικά αυτά ρεύματα απέκτησαν κάπως πιο σαφή και ομαδοποιημένα χαρακτηριστικά, κυρίως όσον αφορά στα κεντρικά ζητήματα γύρω από τα οποία θα επικεντρωνόταν τα επόμενα χρόνια η πολιτική διένεξη των κομμάτων: τα εθνικά και τα εσωτερικά ζητήματα. Κι αυτό γιατί με την κατάκτηση της Ανεξαρτησίας, οι διάφοροι προύχοντες, οι ξενόφερτοι και οι στρατιωτικοί εντάχθηκαν σε αυτές τις πολιτικές συμμαχίες που, έχοντας ως αρχική βάση τους τις πελατειακές σχέσεις και την ξενική επιρροή, άρχισαν παράλληλα να εμφανίζουν και τα πρώτα ψήγματα πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων. Ωστόσο, ο συγκεντρωτική πολιτική του Καποδίστρια τον έφερε σε ευθεία ρήξη με τα κόμματα, και κυρίως το αγγλικό και το γαλλικό.

Μετά το τραγικό τέλος του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας και τον ερχομό του Όθωνα, η χώρα πέρασε σε μια περίοδο απολυταρχικής διακυβέρνησης. Όπως ο Καποδίστριας, έτσι και η Αντιβασιλεία, κατά την πρώτη περίοδο της οθωνικής περιόδου, μέχρι δηλαδή το 1835, επεδίωκε την αποδυνάμωση των κομμάτων. Η περίοδος της Αντιβασιλείας χαρακτηρίστηκε από μια συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στο ηγεμονικό κράτος των Βαυαρών και τα τρία ξενικά κόμματα, σχέση που έφερε τα κόμματα στο προσκήνιο του αντιπολιτευτικού αγώνα απέναντι στην Αντιβασιλεία.

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου μετάλλαξε ακόμη μια φορά, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, την πολιτική ζωή της χώρας, φέρνοντας το πρώτο Σύνταγμα με το οποίο η Ελλάδα πέρασε από την περίοδο της Απόλυτης Μοναρχίας σε εκείνην της Συνταγματικής Μοναρχίας. Ταυτόχρονα με την έναρξη της περιόδου της Συνταγματικής Μοναρχίας, μια νέα εποχή ξεκίνησε για τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα. Παρατηρεί σχετικά ο Γκούναρ Χέρινγκ στο βιβλίο του «Τα πολιτικά κόμματα της Ελλάδας» πως «οι αντιπαραθέσεις για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής μετά το 1843, όπως και οι δυνατότητες της Ελλάδας στην εξωτερική πολιτική εκείνης της περιόδου έδειξαν ότι το περιεχόμενο των πολιτικών διχογνωμιών μεταβαλλόταν, ξεπερνώντας την ικανότητα προσαρμογής των κομμάτων».

Πράγματι, τα τρία ξενικά κόμματα δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται. Ο Όθωνας, παρά την παροχή Συντάγματος, εξακολουθούσε να παραμένει εχθρικός απέναντι στην συνταγματική διαδικασία και τα πολιτικά κόμματα και συνέχισε να επηρεάζει τη τύχη της εκάστοτε κυβέρνησης, ενώ και οι κυβερνήσεις, όπως εκείνη του Κωλέττη, εξέθρεψαν σε μεγάλο βαθμό τις πελατειακές σχέσεις με τους ψηφοφόρους. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα που παραθέτει ο Βλαχογιάννης στην Ιστορική Ανθολογία του (1927) για το τρόπο με τον οποίο δικαιολογούσε αυτές τις πελατειακές σχέσεις ο αρχηγός του γαλλικού κόμματος: «Όταν έρχονται και μας γυρεύουν το διορισμό στο αξίωμα του προξένου ενός αγράμματου, που δεν ξέρει καλά-καλά ούτε ελληνικά, γιατί είναι αρβανιτόγλωσσος, και τους εξηγάς τους λόγους που το πράμα αυτό δε γίνεται, δεν πρέπει να γίνη, κι αυτοί επιμένουν, τότε τί να κάμω; Τους τάζω και το φεγγάρι ακόμα. Μα και τ’ άστρα να μου γυρέψουν κι αυτά τους τα δίνω». Παράλληλα, οι εκλογές θα χαρακτηρίζονταν από εκτεταμένη νοθεία αλλά και βία. Η απροκάλυπτη επέμβαση των Αγγλογάλλων την περίοδο 1854-1857 εξόργισαν το λαό και αποτέλεσαν τη χαριστική βολή για τα ξενικά κόμματα.

Μετά την έξωση του Όθωνα, στην Β’ Εθνοσυνέλευση της 10ης Δεκεμβρίου 1862 εμφανίστηκε ένας νέος κομματικός χάρτης σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό, καθώς από εκείνο το σημείο και μετά, η δραστηριότητα των κομμάτων άρχισε να λειτουργεί μέσα από τις κοινοβουλευτικές τους ομάδες. Στην Βουλή εμφανίστηκαν δύο βασικά πολιτικά κόμματα-ρεύματα: οι Πεδινοί υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη και τον Μπενιζέλο Ρούφο και οι Ορεινοί υπό τον Κωνσταντίνο Κανάρη και τον Δημήτριο Γρίβα. Παράλληλα, εκείνη η περίοδος υπήρξε και η απαρχή της  οργάνωσης των κομμάτων στην ελληνική περιφέρεια, καθώς για πρώτη φορά, σύμφωνα με ένα νέο κυβερνητικό διάταγμα, η εποπτεία της εκλογικής διαδικασίας δεν θα ήταν πλέον ευθύνη μόνο υπηρεσιακών επιτροπών, αλλά και επιτροπών που θα αποτελούνταν από διορισμένους εντεταλμένους των κομμάτων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός δικτύου κομματικών αντιπροσώπων και στελεχών για τις ανάγκες κάθε εκλογικής περιφέρειας, δηλαδή για κάθε εκλογικό κέντρο που υπήρχε στις πόλεις και τα χωριά. Αυτή η οργάνωση των κομμάτων θα γινόταν ακόμη πιο αναγκαία μετά το 1865 και την έναρξη της ψηφοφορίας με τη μέθοδο του σφαιριδίου. Μια μέθοδος που προϋπέθετε την παρουσία αντιπροσώπων σε όλα τα εκλογικά κέντρα και έτσι αύξανε την ανάγκη στελέχωσης των κομμάτων σε ολόκληρη την περιφέρεια.

Με το Σύνταγμα του 1864, το οποίο βασιζόταν στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία διατυπωνόταν στο άρθρο 21, ξεκίνησε η περίοδος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας για την Ελλάδα. Ταυτόχρονα άλλαξε και πάλι ο κομματικός χάρτης αφού οι προηγούμενοι σχηματισμοί αποδυναμώθηκαν και εξαφανίστηκαν με τη διάλυση της Συντακτικής Βουλής του 1864 και νέοι σχηματισμοί ξεπήδησαν μέσα από αυτούς.

Αρχικά δημιουργήθηκαν τέσσερα κόμματα και λίγο αργότερα δημιουργήθηκε και το πέμπτο κόμμα, του οποίου επρόκειτο να ηγηθεί ο Χαρίλαος Τρικούπης. Τα πρώτα τέσσερα κόμματα ήταν: το κόμμα του Δημητρίου Βούλγαρη, οι βουλευτές του οποίου προέρχονταν από το κόμμα των Πεδινών, το κόμμα του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, του οποίου οι περισσότεροι βουλευτές είχαν προέλθει από το κόμμα των Ορεινών, το κόμμα του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, προερχόμενο από το Εθνικό Κομιτάτο και το κόμμα του Θρασύβουλου Ζαΐμη. Τα παραπάνω κόμματα ήταν όλα προσωπαγή και έφεραν ως ονομασία το επώνυμο του αρχηγού τους, όμως πολύ συχνά ο λαός και οι εφημερίδες χρησιμοποιούσαν ειρωνικά άλλες επωνυμίες, κυρίως για τα τρία μεγαλύτερα κόμματα. Έτσι, το κόμμα του Βούλγαρη ονομαζόταν και κόμμα των «τζουμπέδων», λόγω της αμφίεσης του Υδραίου πολιτικού, ο οποίος φορούσε το χαρακτηριστικό υδραίικο πανοφώρι με γούνινο καπέλο, τον τζουμπέ. Το κόμμα του Κουμουνδούρου ονομαζόταν και κόμμα «μη χάνεσαι» από τη φράση που συχνά χρησιμοποιούσε ο αρχηγός του και το κόμμα του Δεληγεώργη λεγόταν και «κοιλιακοί» λόγω των παροχών που έδιναν στους ψηφοφόρους τους.

Αναφορικά με τη δομή και τη λειτουργία τους, τον πρώτο λόγο είχαν οι αρχηγοί τους. Όμως και οι βουλευτές είχαν πια αποκτήσει ισχύ μέσα από τους κομματικούς μηχανισμούς, ακόμη και απέναντι στον εκάστοτε αρχηγό. Κι αυτό γιατί πλέον ο βουλευτής, λόγω των συχνότερων επισκέψεών του στην περιφέρεια, είχε αμεσότερη επαφή με τους ψηφοφόρους της εκλογικής του περιφέρειας από ότι είχε ο κάθε αρχηγός.

Αυτό που χαρακτήριζε περισσότερο τα κόμματα εκείνης της περιόδου ήταν η αντιπαράθεσή τους για την κατάκτηση της εξουσίας που κινούνταν και επηρεαζόταν κυρίως από την πρόθεση του Γεωργίου Α΄ να έχει ενεργή συμμετοχή στις πολιτικές εξελίξεις, γεγονός που επέκτεινε την αντιπαράθεση των κομμάτων στο πεδίο της ερμηνείας του Συντάγματος και εντός του πλαισίου της τριπλέτας στέμμα – κυβέρνηση – κοινοβούλιο.

Η πρόθεση του Γεωργίου Α΄ για αποδυνάμωση των κομμάτων και του κοινοβουλίου και για έλεγχο των κυβερνήσεων, καθώς και η επιδίωξη του Βούλγαρη για ανεξέλεγκτη εξουσία χωρίς σεβασμό στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς όξυναν την πολιτική κατάσταση, οδήγησαν σε ρήξη τα κόμματα και τελικά προκάλεσαν σημαντικές αντιδράσεις στους κόλπους της κοινωνίας.

Μέσα σε αυτή την έντονη πολιτικά περίοδο γεννήθηκε και εμφανίστηκε στο προσκήνιο το 1872 το Πέμπτο κόμμα, το μετέπειτα τρικουπικό. Ηγέτες του νέου κόμματος ήταν ο Επτανήσιος Κωνσταντίνος Λομβάρδος, ο τραπεζίτης Ευθύμιος Κεχαγιάς και λίγο αργότερα προστέθηκε και ο ανεξάρτητος τότε και πρώην υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου Χαρίλαος Τρικούπης, όλοι τους πολιτικοί που είχαν αποφασίσει να αποχωρήσουν από τα παλαιά κόμματα. Σύντομα ο Τρικούπης εξελίχθηκε σε αρχηγό του κόμματος και έτσι το κόμμα πήρε την ονομασία τρικουπικό. Στην ιδεολογία του Πέμπτου ή Τρικουπικού κόμματος ή Νεωτερικού κυριαρχούσαν η συνταγματική τάξη, το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης και ο εκσυγχρονισμός της χώρας σύμφωνα με τα πρότυπα των δυτικοευρωπαϊκών κρατών.

Ο πρώτος ελληνικός δικομματισμός

Ο Τρικούπης είχε θέσει ως προτεραιότητά του τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτικής ζωής και την ομαλή λειτουργία της ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο Τρικούπης θεωρούσε τον δικομματισμό ως το μέσο επίτευξης του εκσυγχρονισμού του κοινοβουλευτισμού, όπως άλλωστε είχε γράψει και σε άρθρο του στην «’Ωρα» στις 10 Νοεμβρίου 1875: «Η ελευθέρα λειτουργία της Βουλής θέλει μετατρέψει τα κόμματα από προσωπικών εις πραγματικά, από πολλών εις δύο».

Ο δεύτερος πυλώνας της εκσυγχρονιστικής ιδεολογίας του Τρικούπη, που συνδέονταν απόλυτα με τη μη προσωπαγή οργάνωση των κομμάτων, ήταν η επιδίωξη του «σπασίματος» του «πελατειακού» συστήματος που κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με τον Τρικούπη, αυτό θα επιτυγχάνονταν μόνο με την επίτευξη ενός καίριου κτυπήματος κατά της «βουλευτοκρατίας», χτύπημα το οποίο θα έσπαζε την αμφίδρομη σχέση εξάρτησης του βουλευτή με τους ψηφοφόρους του, αλλά και την εξάρτηση των κρατικών υπαλλήλων από τον κάθε βουλευτή. Αυτό προσπάθησε να το πραγματώσει η κυβέρνηση Τρικούπη με δύο βασικές μεταρρυθμίσεις: τη διεύρυνση των εκλογικών περιφερειών και τη μείωση των αριθμών των βουλευτών από 245 στο ελάχιστο συνταγματικό όριο των 150 βουλευτών.

Αντίπαλο δέος του τρικουπικού/Νεωτερικού κόμματος στον πρώτο ελληνικό δικομματισμό ήταν η συνέχεια του κουμουνδουρικού κόμματος, το οποίο το 1884, όταν ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης εδραιώθηκε στην ηγεσία του, ονομάστηκε Δηλιγιαννικό ή Εθνικό κόμμα. Στον πυρήνα της ιδεολογίας και των θέσεων του Εθνικού Κόμματος – που απέκτησε σύντομα ισχύ λόγω της αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας που είχε προκαλέσει η οικονομική πολιτική του Τρικούπη – βρισκόταν η απόρριψη του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος του Τρικούπη. Παράλληλα, το Εθνικό Κόμμα ήταν αντίθετο και στις πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Νεωτερικού, ειδικότερα όσον αφορά στην εφαρμογή της ευρείας εκλογική περιφέρειας, που θεωρούσε πως θα απομάκρυνε τους ψηφοφόρους από τους πολιτικούς και θα οδηγούσε στην αποξένωση και την αδιαφορία τους. Αυτό, δηλαδή, που το Νεωτερικό κόμμα θεωρούσε ως πηγή διαφθοράς, το Εθνικό κόμμα το έβλεπε ως ρήγμα των παραδοσιακών σχέσεων ανάμεσα στους ψηφοφόρους και το πολιτικό προσωπικό.

Οι ιδιαίτερα δυσχερείς, όμως, εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες, που οδήγησαν στη χρεοκοπία του 1893, αποτέλεσαν σημαντική και τελικά αξεπέραστη δοκιμασία και για τα δύο κόμματα και τον πρώτο ελληνικό δικομματισμό. Οι εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές ιδεολογίες των δύο κομμάτων, η εκσυγχρονιστική του Νεωτερικού και η νεοσυντηρητική του Εθνικού, εξαντλήθηκαν και τελικά κατέρρευσαν μπροστά στις πολυσύνθετες επιπτώσεις της οικονομικής χρεοκοπίας.

Η εμφάνιση του Ελευθερίου Βενιζέλου

Στις 15 Αυγούστου, 1909, ξέσπασε το κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδή. Ένα κίνημα – αντίδραση, με ασαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά και θολούς στόχους, που όμως έφερε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην Ελλάδα. Με την άφιξη του Κρητικού πολιτικού στην Αθήνα, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1909, ξεκίνησε μια νέα εποχή για την πολιτική ζωή της Ελλάδας, η εποχή του Βενιζέλου και του κόμματος των Φιλελευθέρων.

Ο Βενιζέλος προχώρησε στην ίδρυση του Κόμματος των Φιλελευθέρων μετά τις εκλογές του Αυγούστου του 1910. Στον πυρήνα του προγράμματος του Κόμματος των Φιλελευθέρων ήταν ο διπλός στόχος της ανόρθωσης και της αποτελεσματικότητας του πολιτικού συστήματος.

Όσον αφορά την οργάνωση του κόμματος, οι Φιλελεύθεροι προχώρησαν σε μια καινοτομία για τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, ιδρύοντας Λέσχες στα πρότυπα των αγγλικών κομμάτων. Οι Λέσχες συνετέλεσαν ώστε οι Φιλελεύθεροι να αποκτήσουν μια ισχυρή και εκτεταμένη οργανωτική βάση, με μέλη που πλήρωναν συνδρομή και είχαν συγκεκριμένα κομματικά καθήκοντα. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Δαφνή, το κόμμα των Φιλελευθέρων «δικαιούται της αναγνωρήσεως ότι υπήρξε το πρώτον κόμμα το οποίον διέθετε κομματικόν μηχανισμόν αποτελεσματικόν».

Ωστόσο, ο ίδιος ο Βενιζέλος, χρόνια αργότερα, θεωρούσε πως είχε αποτύχει στην οργάνωση του κόμματος. Αποκαλυπτικό των σκέψεων του για το κόμμα και την οργάνωσή του, είναι μια ομιλία του σε μια συνεδρίαση στην Λέσχη των Φιλελευθέρων στην Αθήνα, τον 1η Φεβρουαρίου του 1930. Σε αυτή την ομιλία ο Βενιζέλος παραδέχθηκε τις δικές του παραλείψεις και αδυναμίες απέναντι στο κόμμα: «Έχω και εγώ τα προσωπικά μου και ο προσωπικότερους ούτος λόγος είναι η συναίσθησις ότι αν, χωρίς μετριοφροσύνην, είμαι ακόμη καλός Αρχηγός Κόμματος, πιστεύω όμως, αληθώς, ότι είμαι πολύ κακός Αρχηγός Κόμματος […] Εννοείτε πολύ καλά ότι εάν δεν είσθε οργανωμένοι κατ’ αυτήν την στιγμήν θα διαλυθείτε φύλλα-φτερά. Θα ειπήτε: τι πειράζει; Τα κόμματα είναι αι μεγάλαι δυνάμεις, αι οποίαι είναι απαραίτητοι δια την Κυβέρνησιν ελευθέρων λαών. Δεν ημπορεί να διοικηθεί με ελεύθερον πολίτευμα μια χώρα εάν δεν έχει οργανωμένα πολιτικά Κόμματα».

Η περίοδος που ξεκίνησε το 1910 με τον ερχομό του Βενιζέλου, μια περίοδος που θεωρείται ως η πρώτη ουσιαστικά εμφάνιση της αστικής δημοκρατίας στην Ελλάδα και η οποία εξέθρεψε ελπίδες για την εδραίωση του ομαλού κοινοβουλευτικού βίου στη χώρα, επρόκειτο να κλείσει με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο. Την ακύρωση του κοινοβουλευτισμού και την επιβολή της δικτατορίας. Η διάψευση των ελπίδων ήλθε σταδιακά.

Μέσα στη δίνη του Εθνικού Διχασμού, δίνοντας, στις 9 Μαρτίου 1915, στον ανεξάρτητο Δημήτριο Γούναρη την εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση, ο Κωνσταντίνος Α του έδινε παράλληλα την ευκαιρία να προβληθεί και να αποκτήσει πλεονέκτημα ως ο νέος ηγέτης της αντιβενιζελικής παράταξης. Επρόκειτο βέβαια για ένα τέχνασμα του Κωνσταντίνου, ο οποίος τότε θεωρούσε πως θα είχε υπό τον πλήρη έλεγχό του τον Γούναρη, απέναντι στους Φιλελεύθερους στον ιδεολογικό πυρήνα των οποίων εξακολουθούσε να βρίσκεται η θέση ότι στην βασιλευομένη δημοκρατία ο βασιλιάς δεν μπορούσε να ασκεί προσωπική πολιτική καθώς η πηγή της κυριαρχίας ήταν η λαϊκή θέληση σύμφωνα με το άρθρο 21 του Συντάγματος.

Μετά την πρωθυπουργοποίησή του, ο Γούναρης προχώρησε στην ίδρυση ενός νέου κόμματος, του Κόμματος των Εθνικοφρόνων, στην κοινοβουλευτική ομάδα του οποίου ενέταξε αρκετούς βουλευτές από τα εξασθενημένα «παλαιά κόμματα» του Δημητρίου Ράλλη και του Γεωργίου Θεοτόκη, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Λαϊκό Κόμμα. Με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 –ίσως τις κρισιμότερες εκλογές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας- και την ήττα των Φιλελευθέρων, τα γεγονότα επισπεύθηκαν, οδηγώντας με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια σε μια νέα ελληνική κρίση που έφτασε στο αποκορύφωμά της με την Μικρασιατική Καταστροφή και τη Στρατιωτική Επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά.

Από εκείνο το σημείο και μετά, τα δύο κόμματα, των Φιλελευθέρων και το Λαϊκό, θα σφραγίσουν με τη δράση τους τις πολιτικές εξελίξεις μέχρι τη Μεταξική Δικτατορία. Από τα σπλάχνα δε των δύο αυτών κομμάτων θα γεννηθούν κατά περιόδους νέοι κομματικοί σχηματισμοί, κάποιοι με πιο ριζοσπαστική ατζέντα, όπως η Δημοκρατική Ένωσις του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, και κάποιοι άλλοι με περισσότερο συντηρητική ατζέντα, όπως οι Συντηρητικοί Δημοκρατικοί του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Αντίστοιχα, στο Δεξιό πολιτικό φάσμα ξεχωρίζουν η εμφάνιση του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά και του Εθνικού Ριζοσπαστικού Κόμματος του Γεωργίου Κονδύλη.

Μετά την επιβολή της Μεταξικής Δικτατορίας (κατά τη διάρκεια της οποίας τα κόμματα διαλύθηκαν και οι περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες εξορίστηκαν από το καθεστώς) και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Απελευθέρωση βρήκε τα κόμματα σε προσπάθεια αναδιοργάνωσης μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες και πολωμένες συνθήκες.

Στις εκλογές του 1946, από τις οποίες απείχε η Αριστερά, το Λαΐκό Κόμμα κατήλθε ενωμένο υπό τον Κ. Τσαλδάρη, ενώ οι Φιλελεύθεροι εμφανίστηκαν κατακερματισμένοι σε πέντε ομάδες: το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Θεμιστοκλή Σοφούλη, το Κόμμα των Βενιζελικών Φιλελευθέρων του Σοφοκλή Βενιζέλου, το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου, το Κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων του Στυλιανού Γονατά και το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα του Απόστολου Αλεξανδρή.

Ολόκληρη η επόμενη δεκαετία του 1950 υπήρξε περίοδος έντονων διεργασιών σε όλο το εύρος του ελληνικού πολιτικού φάσματος.

Θα ξεκινήσει με την κεντρώα παρένθεση (1950-1952) κατά την οποία θα αναδειχθεί στην εξουσία η ΕΠΕΚ του Νικόλαου Πλαστήρα και κυβερνητικοί συνασπισμοί του κατακερματισμένου, πλέον, Κέντρου, με τον Σοφοκλή Βενιζέλο να σχηματίζει τρεις βραχύβιες κυβερνήσεις.

Η παρένθεση αυτή του Κέντρου θα κλείσει με την ορμητική είσοδο στην πολιτική του στρατιωτικού ηγέτη του Εμφυλίου, του Αλέξανδρου Παπάγου, και του «κινήματός» του, του Ελληνικού Συναγερμού, έναν κατ’ ουσία συνασπισμό δεξιών και κεντροδεξιών πολιτικών ομάδων και προσωπικοτήτων. Ο Στρατάρχης Παπάγος -με την κρίσιμη συνδρομή του Σπύρου Μαρκεζίνη, του ιθύνοντος νου του Συναγερμού- θα κερδίσει τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 με μια στρατηγική δύο πυλώνων, την πρόταξη της «απειλής» του αντικομμουνισμού και την υπόσχεση για οικονομική ανόρθωση και σταθερότητα.

Παράλληλα, η νίκη του Παπάγου θα καταστήσει τον Συναγερμό ως το ηγεμονικό κόμμα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, καθώς το μεν Λαϊκό Κόμμα, ήδη από τις εκλογές του 1950, παρουσίαζε μια ανεξέλεγκτη φθίνουσα πορεία (πληρώνοντας τόσο την εμφυλιακή ιδεολογική εμμονή του, όσο και τα οικονομικά σκάνδαλα που έπληξαν κατά καιρούς την ηγεσία του), το δε Κόμμα των Φιλελευθέρων εξακολουθούσε να βρίσκεται κατακερματισμένο στα διάφορα κόμματα του Κέντρου (τόσο εξαιτίας των εσωτερικών του ιδεολογικών διαφωνιών, όσο και των προσωπικών φιλοδοξιών και αντεγκλήσεων).

Η ηγεμονία της Δεξιάς κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1950 θα επικυρωθεί, μετά το θάνατο του Παπάγου, με τη διαδοχή του από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την ίδρυση της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ). Παρά την εσωκομματική αμφισβήτηση που θα δεχθεί ο Καραμανλής από σημαίνοντα στελέχη της ΕΡΕ, αρχικά το 1956 και κυρίως το 1958, ο νέος ηγέτης της Δεξιάς θα εδραιώσει  την κυριαρχία του εσωκομματικά αλλά κυρίως στο γενικότερο πολιτικό σκηνικό της χώρας, με συνεχόμενες εκλογικές νίκες, πρώτα το 1956 και ύστερα το 1958.

Ωστόσο, πέρα από τη σταδιακή επιβεβαίωση της διπλής αυτής πολιτικής κυριαρχίας του Καραμανλή, οι εκλογές του 1956 και του 1958 θα καταστούν σταθμός και για την Αριστερά. Οι εκλογές του 1956 αποτέλεσαν την πρώτη, ουσιαστικά, νομιμοποίηση της Αριστεράς στο μετεμφυλιακό πολιτικό  σκηνικό.

Το 1951, στις 2 Αυγούστου, τέσσερις μόλις ημέρες πριν την ίδρυση του Ελληνικού Συναγερμού από τον Παπάγο, είχε ιδρυθεί ο συνασπισμός της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) -με πρόεδρο τον Γιάννη Πασαλίδη- από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, τον Δημοκρατικό Συναγερμό, το Κόμμα των Αριστερών Φιλελευθέρων και το Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ελεγχόμενη σε μεγάλο βαθμό από το ηττημένο ΚΚΕ, του οποίου η ηγεσία βρισκόταν εξόριστη στην Ανατολική Ευρώπη, η αντοχή της ΕΔΑ κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’50 της έδωσε τη δυνατότητα να συνεργαστεί εκλογικά με τα κόμματα του Κέντρου –που αναζητούσαν στρατηγικές για να θέσουν τέλος στην εκλογική ηγεμονία της Δεξιάς- υπό τη σκέπη του εκλογικού συνασπισμού της Δημοκρατικής Ένωσεως.

Ωστόσο, η εκλογική εκείνη συνεργασία ωφέλησε περισσότερο την ΕΔΑ παρά το Κέντρο, καθώς η  πολιτική αποδοχή και νομιμοποίησή της από ένα μεγάλο μέρος των αστικών κομμάτων, αποτέλεσε για την ΕΔΑ εφαλτήριο για τη μεγαλύτερή της εκλογική επιτυχία, η οποία θα ερχόταν δύο χρόνια αργότερα, στις κάλπες του 1958, όταν και αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Η ανάδειξη της ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποτέλεσε ψυχρολουσία για τις αστικές παρατάξεις, κυρίως την ΕΡΕ, και τους εξωκοινοβουλευτικούς πόλους εξουσίας.

Η ανακλαστική αντικομμουνιστική δράση της κυβέρνησης Καραμανλή που ακολούθησε το αποτέλεσμα των εκλογών του 1958 είχε πολλαπλές συνέπειες που επρόκειτο να ορίσουν τις εξελίξεις των επόμενων ετών.

Η πλέον σημαντική ήταν η σταδιακή ισχυροποίηση και η εν τέλει αυτονόμηση των δεξιών παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων που, των οποίων η δράση κορυφώθηκε πρώτα με τη «βία και νοθεία» των εκλογών του Οκτωβρίου του 1961, ύστερα με τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μάιο του 1963 και τέλος με τη χούντα των συνταγματαρχών τον Απρίλιο του 1967.

Μια δεύτερη συνέπεια ήταν η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, η οποία θα αντικατοπτριζόταν μετά τις εκλογές του 1961. Η νέα «κομμουνιστική απειλή» ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά τόσο των αστικών παρατάξεων, όσο και της Ουάσιγκτον, με αποτέλεσμα –μετά και την ενοποίηση των συνισταμένων του Κέντρου και την ίδρυση της Ενώσεως Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου- τη σταδιακή ανασυγκρότηση ενός κομματικού διπολισμού εντός των αστικών πολιτικών δυνάμεων.

Οι εκλογές του 1961 (της «βίας και νοθείας», όπως έχει αποδειχθεί) μετατόπισαν  το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και έφεραν στο προσκήνιο την έντονη –πολιτική και «ηθική»- αμφισβήτηση της πολιτικής κυριαρχίας της Δεξιάς. Ο «Ανένδοτος» του Παπανδρέου αποτέλεσε την έμπρακτη έκφραση αυτής της διττής αμφισβήτησης και ταυτόχρονα το εφαλτήριο για την πορεία της Ένώσεως Κέντρου προς την εξουσία, αλλά και τη σύντομη ανατροπή της από το Στέμμα τον Ιούλιο του 1965.

Ορισμένα συμπεράσματα για τα κόμματα έως το 1965

1.Τα κόμματα ξεκίνησαν ως προσωποκεντρικά και ως επί το πλείστον παρέμειναν ως τέτοια. Η αδυναμία των κομμάτων να εξελιχθούν οργανωτικά και να προχωρήσουν σε μια ουσιαστική εσωτερική οργάνωση και δομή. Την αποτυχία του σε αυτό το τομέα παραδέχθηκε, όπως είδαμε και νωρίτερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όσον αφορά το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Ακόμη και η ΕΡΕ του Καραμανλή, που ήταν το πρώτο κόμμα, που το 1955, απέκτησε εσωτερικό καταστατικό, δεν το τήρησε ποτέ. Η ΕΡΕ παρέμεινε πάντοτε δέσμια των αποφάσεων και των ελιγμών του αρχηγού της.

Είναι εξάλλου, χαρακτηριστικό, πως μετά την αποχώρηση ή το θάνατο των αρχηγών τους, τα κόμματα οδηγούνταν είτε σε διάλυση, είτε σε διάσπαση, είτε σε σημαντική μείωση της εκλογικής και πολιτικής τους επιρροής. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτής της εξέλιξης αποτελούν το Νεωτερικό του Τρικούπη, το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου, ο Ελληνικός Συναγερμός του Παπάγου.

2.Ένα δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει από την παραπάνω ιστορική αναδρομή, είναι η αδυναμία των κομμάτων να υπερκεράσουν το χρόνιο, από την αρχή της ύπαρξής τους, πρόβλημα της «βουλευτοκρατίας». Με εξαίρεση την εκσυγχρονιστική προσπάθεια του τρικουπικού κόμματος περισσότερο, και την πρώιμη περίοδο των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου λιγότερο, τα περισσότερο κόμματα δεν κατάφεραν και συχνά δεν θέλησαν, να αποκόψουν τους δεσμούς αλληλοεξάρτησης των βουλευτών τους από τους ψηφοφόρους. Μια σχέση αλληλοεξάρτησης που διαπερνά την ελληνική πολιτική ιστορία, από τον κοτζαμπασισμό των αρχών του 19ου αιώνα έως την βουλευτοκρατία της προδικτατορικής περιόδου.

3. Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής πολιτικής περιόδου, προκύπτει πως τα κόμματα δεν κατάφεραν να αυτονομηθούν από τους πόλους εξάρτησης του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Όπως στην αρχή της εμφάνισής τους, που ήταν απόλυτα εξαρτημένα από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, όπως στα μέσα του 19ουαιώνα που προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοια του Στέμματος, όπως κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, που ο Στρατός κατέστη σχεδόν ισότιμος συνομιλητής των πολιτικών αρχηγών, έτσι και κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, τα κόμματα «αποδέχθηκαν» την πολιτική συμβίωσή τους και τη σε μεγάλο βαθμό εξάρτησή τους, από το Στέμμα, τον ξένο παράγοντα και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Αποκορύφωμα, όπως τονίστηκε, τα Ιουλιανά του 1965 και η παρατεταμένη κρίση του 1965-1967 με τα μοιραία για τη χώρα αποτελέσματα.
 
Μερικά σχόλια για τα εκλογικά συστήματα

Σε αυτό το σημείο, καθώς το ζήτημα είναι επίκαιρο, θα ήθελα να κάνω μερικές παρατηρήσεις για τα εκλογικά συστήματα. Γίνεται μεγάλη συζήτηση αυτές τις μέρες για το ισχύον εκλογικό σύστημα και ειδικότερα για το μπόνους των 50 εδρών. Αξίζει να σημειώσουμε πως η συγκρότηση εκλογικών νόμων «στα μέτρα» των εκάστοτε κυρίαρχων κομμάτων είναι ένα φαινόμενο διαχρονικό στην ελληνική πολιτική ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο ιδρυτής της ΕΡΕ διεξήγαγαγε προδικτατορικά τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις με την ενισχυμένη αναλογική και παραλλαγές αυτής, με άλλοθι την κυβερνητική σταθερότητα: το 1956, το 1958, το 1961 και το 1963. Και στις τέσσερις επέφερε τροποποιήσεις στον εκλογικό νόμο. Κέρδισε τις τρεις πρώτες με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το 1956 το σύστημα ήταν το ιδιότυπο «μεικτό πλειοψηφικό» της ενισχυμένης αναλογικής, που έδωσε τη δυνατότητα στην ΕΡΕ, αν και ήλθε δεύτερο κόμμα σε ψήφους, να σχηματίσει κυβέρνηση με περισσότερες έδρες από το δεύτερο. Συγκεκριμένα, με το 47,38% των ψήφων έλαβε 165 έδρες, ενώ η Δημοκρατική Ένωση με 48,15% έλαβε 132 έδρες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου θα σχολιάσει σχετικά πως «το εκλογικόν σύστημα μεταβάλλει την πλειοψηφίαν του Λαού εις μειοψηφίαν βουλευτών. Το προφανές συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή κυβέρνησις είναι κυβέρνησις μειοψηφίας».

Στις εκλογές του 1958, με ενισχυμένη αναλογική, με ποσοστό μικρότερο (41,16%), η ΕΡΕ θα λάβει 6 έδρες περισσότερες από το 1956. Στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961 θα αυξήσει κι άλλο τις έδρες της σε 176.
Ευρύτερο ιστορικά, πάντως, το φαινόμενο αλλαγής των εκλογικών νόμων, συνήθως με άλλοθι την κυβερνητική σταθερότητα. 

tvxs.gr

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.