Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας μέσα από την έρευνα των Γιουγκοσλάβων ιστορικών

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος για το clioturbata.com

Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας μέσα από την έρευνα των Γιουγκοσλάβων ιστορικών

Το κείμενο αυτό αποτελεί μία πρώτη προσπάθεια περιγραφής των σχέσεων μεταξύ της εθνικής ταυτότητας ή, καλύτερα, του εθνικού φαντασιακού και της χρήσης (και χρησιμοποίησης) της ιστορίας της αρχαίας Μακεδονίας, όπως αυτές προκύπτουν από τη στάση που κράτησαν απέναντι στο ζήτημα οι ερευνητές (ιστορικοί και αρχαιολόγοι) της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αυτονόητο είναι πως τα όσα μπορούμε να μάθουμε γύρω από την έννοια του έθνους και τις διεργασίες κατασκευής και συγκρότησής του μέσα από τα γραπτά των εν λόγω ερευνητών εμπίπτουν περισσότερο σε ένα ανθρωπολογικό πλαίσιο παρά σε μία ιστορική πραγματεία. Ωστόσο, ευελπιστώ ότι ίσως αποτελέσει το εφαλτήριο για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος της «αντικειμενικοποίησης του εθνικού φαντασιακού».[1]

Καταρχάς, κρίνεται σκόπιμη μία μεθοδολογική επισήμανση: η αρχική ιδέα πάνω στην οποία στηρίχθηκε η παρούσα εργασία ήταν να συγκεντρωθούν όλα τα κείμενα που έχουν γραφεί κατά καιρούς στις δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας για την αρχαία Μακεδονία, τόσο από ιστορικούς όσο και από γλωσσολόγους. Το υλικό που θα συγκεντρωνόταν θα αφορούσε την πραγμάτευση της ιστορίας του βασιλείου της Μακεδονίας από τις απαρχές του έως και την μάχη της Πύδνας, το 168 π.Χ., έτος κατάκτησής του από τους Ρωμαίους. Έμφαση θα δινόταν στο πώς προσέλαβαν οι Γιουγκοσλάβοι την εθνική καταγωγή των Μακεδόνων και τις σχέσεις των τελευταίων με τους νότιους Έλληνες. Η προς μελέτη βιβλιογραφία θα περιοριζόταν σε ένα χρονικό πλαίσιο το οποίο θα είχε ως αφετηρία το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και θα τερματιζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το τελευταίο χρονολογικό όριο τέθηκε με αφορμή την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού,  τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1992 και τη δημιουργία της Π.Γ.Δ.Μ.

Η πρώτη φάση της έρευνας έδειξε ότι οι σχετικές δημοσιεύσεις οι οποίες εμπίπτουν χρονολογικά στη συγκεκριμένη περίοδο είναι ελάχιστες, με αποτέλεσμα να ήταν πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή σχετικά ασφαλών συμπερασμάτων. Κρίθηκε επομένως σκόπιμο αφενός να επεκταθούν προς τα πίσω τα χρονικά όρια της βιβλιογραφίας και αφετέρου να μελετηθούν όλες οι εργασίες που ασχολήθηκαν με το εν λόγω ζήτημα, ανεξάρτητα από το αν αυτές απετέλεσαν ακαδημαϊκά εγχειρίδια στην πρώην Γιουγκοσλαβία ή όχι. Έτσι, παραδείγματος χάριν, κάποια από τα βιβλία τα οποία συμπεριλήφθηκαν προς μελέτη στη νέα δομή της εργασίας εκδόθηκαν ακόμα και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ένα άλλο πρόβλημα που συνδέεται με τα παραπάνω είναι ότι από τα ευάριθμα ακαδημαϊκά εγχειρίδια, τα οποία χρησιμοποιούνταν ή χρησιμοποιούνται στα πρώην γιουγκοσλαβικά (και νυν σερβικά) πανεπιστήμια και τα οποία αφορούσαν στο θέμα της αρχαίας Μακεδονίας, αποτελούν στην πλειονότητά τους μεταφράσεις εγχειριδίων ξένων συγγραφέων, προερχομένων κυρίως από την Σοβιετική Ένωση. Πρόκειται για ένα σύνολο εγχειριδίων γραμμένων από σοβιετικούς συγγραφείς, τα οποία -ανάλογα με την εποχή κατά την οποία συντάχθηκαν- αντικατοπτρίζουν την τότε κυρίαρχη κομμουνιστική ιδεολογία. Μερικά από αυτά προσφέρονται ακόμη και σήμερα προς μελέτη στους φοιτητές, όπως το έργο των Υ. Υ. Struve και D. P. Kalistov, Stara Grčka (Αρχαία Ελλάδα – του οποίου η μετάφραση έγινε το 1968 στο Σαράγεβο) και εκείνο του N. A. Maškin, Istorija Starog Rima (Ιστορία της αρχαίας Ρώμης). Ως εναλλακτική λύση, για εκείνους που προτιμούσαν μια άλλη οπτική γωνία, ήταν προσιτοί οι τόμοι του J. Β. Bury, History of the Ancient Word, στην αγγλική γλώσσα.[2] Η κατάσταση αυτή οφειλόταν στο κομμουνιστικό σύστημα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, το οποίο περιόριζε την αντικειμενική ιστορική έρευνα και προωθούσε την άποψη που ήταν συμβατή με τις επιταγές του κομμουνιστικού ιδεώδους.

Η έλλειψη σχετικού προς μελέτη υλικού οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα και στην αδιαφορία της γιουγκοσλαβικής διανόησης για ζητήματα τα οποία υπερβαίνουν τα όρια των σλαβικών μετακινήσεων στην Αρχαιότητα. Όπως είναι ήδη γνωστό, η λεγόμενη «μεγάλη μετανάστευση των λαών», η οποία έλαβε χώρα κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., ανάγκασε πολλούς λαούς, συμπεριλαμβανομένων και των Σλάβων, να εγκαταλείψουν τις βόρειες πατρίδες τους. Οι Σλάβοι αναφέρονται με αυτό το συγκεκριμένο όνομα για πρώτη φορά στην Ιστορία μόλις εμφανίστηκαν στα σύνορα του ελληνικού κόσμου, επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.).

Η έλλειψη δημοσιευμάτων έθεσε ένα δίλημμα. Αυτό αφορούσε στην επιλογή ανάμεσα στην αυστηρά χρονολογική παράθεση των απόψεων των διαφόρων ερευνητών σχετικά με την αρχαία Μακεδονία ή στην πραγμάτευση των επιμέρους θεματικών του ζητήματος σχετικά με την καταγωγή των Μακεδόνων, όπου και πάλι θα ακολουθούσαμε τη χρονολογική σειρά έκδοσης των διαφόρων δημοσιευμάτων. Για λόγους που αφορούν τη σύνθεση της εργασίας, προτιμήθηκε ο δεύτερος τρόπος παρουσίασης. Οι θεματικές είναι οι εξής:

α. Τα σύνορα της αρχαίας Μακεδονίας

β. Η εθνοτική δομή της

γ. Η εθνική καταγωγή και η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων και

δ. Οι όροι Μακεδών/Μακεδόνες.

Πηγή: A Classical Atlas to Illustrate Ancient Geography by Alexander G. Findlay, Harper and Brothers Publishers, New York, 1849.

Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές, βάσει της μελέτης των έργων τους, είναι τα ακόλουθα:

1.Τα σύνορα της Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα ήταν τα εξής:

α) στα βόρεια το Demir Kapu, ύστερα τα Βυλάζωρα και (σύμφωνα με τον Vulić) η Σαρ   Πλανίνα

β) στα νότια τα όρη Όλυμπος στα ΝΑ και Πίνδος στα ΝΔ

γ) στα ανατολικά ο ποταμός Στρυμόνας

δ) στα δυτικά η περιοχή της Λυγκηστίδος και κατόπιν οι Πρέσπες.

  1. Η εθνοτική δομή της αρχαίας Μακεδονίας

Οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν τις σχετικές γραμματειακές πηγές (Θουκ. 2.99 και Στράβων 7.11) που παρουσιάζουν την εθνοτική εικόνα της Μακεδονίας (ως γεωγραφικής έννοιας) πριν από την άφιξη των Αργεαδών ως αρκετά περίπλοκη. Οι πληροφορίες και των δύο πηγών συμπίπτουν σε ό,τι αφορά την ύπαρξη των φύλων που κατοικούσαν σ’ αυτήν την περιοχή. Όμως, στην αναφορά του Θουκυδίδη δεν αναφέρονται τα ιλλυρικά και τα ηπειρωτικά φύλα, λόγω της απουσίας τους από τις περιοχές που ανήκαν στον πυρήνα του πρώτου μακεδονικού κράτους.[3] Επίσης, αξιοσημείωτο φαίνεται το γεγονός ότι τόσο στην αναφορά του Θουκυδίδη όσο και του Στράβωνος δεν εμφανίζονται οι Βρύγες, για τους οποίους γνωρίζουμε ότι μετατοπίστηκαν στη Μικρά Ασία εξαιτίας της επέκτασης των Ιλλυριών. Με την άφιξη των Μακεδόνων, η εθνική δομή της αρχαίας Μακεδονίας γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη. Περίπου ταυτόχρονα, στα ΒΔ μέρη της Μακεδονίας (με τη σύγχρονη γεωγραφική έννοια) εισβάλουν οι Ιλλυριοί. Προτάθηκε η άποψη ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες, μαζί με τους Ιλλυριούς, κατάγονταν από την ίδια πελασγική βάση. Εντούτοις, υπογραμμίζεται το γεγονός ότι και τα δύο φύλα εμφανίζονται σ’ αυτές τις περιοχές ως ήδη διαμορφωμένες εθνότητες οι οποίες διαφοροποιούνται όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και από τους ιθαγενείς.[4] Για τους γιουγκοσλάβους μελετητές, η εθνική σχέση μεταξύ όλων των φύλων που αναφέρονται στις γραμματειακές πηγές ως κάτοικοι της Μακεδονίας είναι ακόμα ασαφής. Ωστόσο, θεωρούν ότι οι Παίονες αναμφίβολα αποτελούσαν την πιο σημαντική εθνική ομάδα μετά τους Μακεδόνες.[5]

  1. Εθνική καταγωγή και γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων

Ως προς το θέμα της εθνικής καταγωγής των αρχαίων Μακεδόνων, στη γιουγκοσλαβική έρευνα απαντούν ελάχιστα μόνον σχόλια και παρατηρήσεις σχετικά με τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες ξένων ιστορικών και γλωσσολόγων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γιουγκοσλάβοι ερευνητές οι οποίοι, κατά κάποιον τρόπο, ασχολήθηκαν με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας -συνεκδοχικά και των αρχαίων Μακεδόνων- απέτυχαν ή απλώς δεν κατέβαλαν προσπάθεια να απαντήσουν στα φλέγοντα ζητήματα της εθνικής καταγωγής και της γλώσσας του συγκεκριμένου φύλου. Οι εργασίες τους περιορίζονται κυρίως στην αναλυτική αναφορά των ήδη γνωστών μελετών ξένων επιστημόνων, ενώ σπάνια αναλώνονται στις μελέτες άλλων, σύγχρονων τους, Γιουγκοσλάβων ερευνητών καθώς και στις ελάχιστες προσπάθειες σχεδιασμού καινούριων θεωριών.

Εξαίρεση από τα όσα παρατηρήθηκαν πιο πάνω αποτελεί ίσως η πρώτη μελέτη στην οποία ετέθη το ζήτημα της εθνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων. Η συγκεκριμένη μελέτη η οποία εκδόθηκε το 1948 είναι του H. Barić, ενός από τους πιο σημαίνοντες γλωσσολόγους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Εξ ολοκλήρου γλωσσολογικού χαρακτήρα, η εργασία είχε ως σκοπό να αποδείξει τον ιλλυρικό χαρακτήρα της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας. Ο Barić με αναλυτικό τρόπο παρουσιάζει τα γλωσσικά επιχειρήματά του για να στηρίξει την άποψή του και μόνο στις τελευταίες σελίδες σχολιάζει την ανεπάρκεια της θεωρίας υπέρ της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων.[6]

Ο Barić, με ένα πολύ έντονο και αρνητικό ύφος, σχολιάζει τη μέθοδο έρευνας ορισμένων ιστορικών και γλωσσολόγων (όπως εκείνη του Abel[7] και του Beloch[8]), οι οποίοι χαρακτηρίζουν τους Μακεδόνες ένα από τα ελληνικά φύλα. Θεωρεί τα συμπεράσματά τους προϊόν φόβου, ώστε να μην θεωρήσει κάποιος το μεγαλειώδες έργο του Μεγάλου Αλέξανδρου ως έργο βαρβάρων. Από την άλλη πλευρά, γράφει ο Barić, σημαντικό ρόλο έπαιζαν και οι «μεγάλες ελληνικές κατακτητικές αξιώσεις για τη Μακεδονία, οι οποίες βεβαίως δεν μπορούν να σχετιστούν με την επιστήμη αλλά την υποτιμούν». Ο Barić, στο συγκεκριμένο σημείο, σχολιάζει την ανάμειξη της πολιτικής στη σφαίρα της ιστορίας ως επιστήμης, ως «ένα ανάξιο και υποτιμητικό κίνημα ως προς το σύνολο των ερευνητών οι οποίοι προσπαθούν, εδώ και καιρό, να καταλήξουν σε ένα λογικό και αντικειμενικό συμπέρασμα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα. Όμως», συνεχίζει ο Barić, «οι ιστορικοί οι οποίοι έβλεπαν το μακεδονικό ζήτημα χωρίς κανένα προσωπικό ενδιαφέρον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούν δεδομένο ότι οι Μακεδόνες, στα παλαιά χρόνια (δηλαδή στα χρόνια που προηγήθηκαν της ελληνιστικής εποχής), ποτέ δεν θεωρούνταν μέρος του ελληνικού κόσμου, από πολιτιστική ή οποιαδήποτε άλλη άποψη. Επιπλέον, ούτε η αρχαία ελληνική λογοτεχνία ούτε η μυθολογία δεν σχετίζονται με τους Μακεδόνες ή με τη χώρα τους». Ο Barić αναφέρεται στη συνέχεια, προκειμένου να ενισχύσει τα επιχειρήματά του, στο γνωστό εδάφιο του Ηροδότου (5.22), στο οποίο διαβάζουμε ότι ο Μακεδόνας βασιλεύς Αλέξανδρος Α’ εξέφρασε την επιθυμία να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά οι Έλληνες προσπάθησαν να τον αποκλείσουν επειδή τον θεωρούσαν βάρβαρο.[9] Ο Barić όμως δεν αναφέρει ούτε σχολιάζει τη συνέχεια του συγκεκριμένου χωρίου: «Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην και    ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ.» Επίσης, αναφέρεται και στον Θουκυδίδη, ο οποίος δεν διαφοροποιεί τους Μακεδόνες από τους βάρβαρους που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία στη Στράτο, όπως διαβάζουμε στο εδάφιο 2.80.8.[10]  Σημειώνει, επίσης ότι ακόμη και μετά από την ελληνομακεδονική ένωση, έως την τελευταία στιγμή οι Μακεδόνες ένιωθαν αυτόν τον δεσμό ως ένα είδος ζυγού, παραπέμποντας στο αντίστοιχο χωρίο του Πλουτάρχου (Άρατος 16.2.[11]).

Την πιο καίρια στάση ως προς την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων, και συνεπώς την εθνογένεσή τους, εξέφρασε ο καθ. Milan Budimir, ένας από τους πιο διακεκριμένους κλασικούς φιλολόγους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Παρά την πλούσια εργογραφία του (η οποία στην πλειονότητά της αφορά στους Πελασγούς), ασχολήθηκε αποκλειστικά με το ζήτημα των αρχαίων Μακεδόνων μόνο σε ένα μικρό άρθρο και κυρίως από τη σκοπιά της γλωσσολογίας.

Σύμφωνα με τον M. Budimir[12], μέχρι το 1966 τόσο το ζήτημα της προέλευσης όσο και της σημασίας του όρου Μακεδών δεν είχε επιλυθεί ακόμη, μολονότι μερικοί διάσημοι γλωσσολόγοι ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο θέμα.[13] Η λύση την οποία προτείνει αναφορικά με τη σημασία του εθνικού Μακεδών είναι ότι πρόκειται για την ελληνική μετάφραση ενός παλαιότερου εθνικού, όμως επισημαίνει ότι δεν είμαστε σε θέση να πούμε με ακρίβεια ποια ήταν αυτή η αρχική μορφή. Η συγκεκριμένη λέξη, παρόλο που την θεωρεί προφανώς ελληνική, κατά την απόλυτη άποψη του Budimir, δεν αρκεί ώστε να αποδειχτεί η ελληνική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων. Η πεποίθησή του γίνεται ακόμη πιο ισχυρή όταν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι Μακεδόνες δεν λάμβαναν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Budimir πιστεύει ακράδαντα ότι η μελλοντική έρευνα γύρω από την αρχαία μακεδονική γλώσσα και τα μακεδονικά τοπωνυμία θα αποδείξει ότι η θέση της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας πρέπει να βρίσκεται στην βαλκανική ομάδα των ινδοευρωπαίων Πελασγών, όπως συμβαίνει και με τους Παίονες, τους Δάρδανους, τους Ιλλυριούς, τους Ενετούς (εννοεί αυτούς από τα κεντρικά Βαλκάνια), και ειδικά τους Βρύγες και τους Καύκωνες. [14]

Milan Budimi
Milutin V. Garašanin

Ο Milutin V. Garašanin ήταν ένας από τους σημαντικότερους Σέρβους αρχαιολόγους και ακαδημαϊκούς. Στο σύνολο της βιβλιογραφίας του το ζήτημα των αρχαίων Μακεδόνων εμφανίζεται σ’ ένα σημείο και πολύ σύντομα, στο συμπέρασμα του άρθρου το οποίο αφορά στο «μακεδονικό hallstatt».[15] «Είμαστε βέβαιοι», γράφει ο Grašanin, «χάρη στους αρχαίους συγγραφείς, ότι μέχρι το σημείο του Demir Kapu ήταν εγκατεστημένοι οι Δάρδανοι, οι οποίοι αναμφίβολα ήταν ιλλυρικής καταγωγής.»[16] Η πιο λογική άποψη, σύμφωνα με τον Garašanin, θεωρείται εκείνη του Budimir, ο οποίος θεωρεί τους Ινδοευρωπαίους Πελασγούς προδρόμους των Ιλλυριών, των Θρακο-Βρυγών[17] και των Μακεδόνων.[18] Όσον αφορά ειδικά στους Μακεδόνες, (όπως και στην περίπτωση των Παιόνων) είναι προφανές ότι επρόκειτο για ένα μείγμα διάφορων φύλων. Την συγκεκριμένη άποψη ο Garašanin την υποστηρίζει με βάση το εδάφιο 7.11 του Στράβωνος[19], όπως και με τον Θουκυδίδη, του οποίου το χωρίο όμως, δεν το αναφέρει.[20]

  1. Οι όροι Μακεδών/Μακεδόνες

Όσο και πλούσια να είναι η βιβλιογραφία της Papazoglu, ως προς το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας, το ζήτημα της εθνογένεσης των αρχαίων Μακεδόνων έμεινε ασχολίαστο.[21]Το μόνο σημείο που αφορά στις απαρχές του μακεδονικού φύλου, αποτελεί η πρώτη παράγραφος του άρθρου της Politiki i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες upredhelenisti koj i helenisti koj Makedoniji το οποίο έχει ως θέμα την πολιτική και την κοινωνική έννοια του όρου Μακεδών/Μακεδόνες.[22]

Fanula Papazoglou

Σύμφωνα με την Papazoglu, τόσο η μυθολογία όσο και γραμματειακές πηγές παρουσιάζουν τους Έλληνες και τους Μακεδόνες ως δύο διαφορετικές εθνότητες. Κατά την άποψή της, όλα τα προαναφερθέντα δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός κόσμος δεν γνώριζε την ύπαρξη των Μακεδόνων μέχρι τα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7ου αι. π.Χ.[23]Γνωρίζουμε επίσης ότι κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον των Περσών, οι Έλληνες και οι Μακεδόνες δεν εξισώνονταν. Δεν υπήρχε κάποιος λόγος, γράφει η Papazoglu, για τον οποίο οι Μακεδόνες θα ήθελαν να αφομοιωθούν από τους Έλληνες, εφόσον υπήρχαν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένιωθαν υπερηφάνεια για τα κατορθώματά τους, επομένως και για την ξεχωριστή καταγωγή τους. Η πλέον κοινά αποδεκτή άποψη ότι η μακεδονική δυναστεία των Τημενιδών ήταν ελληνικής καταγωγής δεν υποδηλώνει την ίδια καταγωγή του μακεδονικού λαού. Η πλέον κατάλληλη απόδειξη για το ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τους Μακεδόνες μη-ελληνικό φύλο, σύμφωνα με την ίδια, αποτελεί η επιστολή του Ισοκράτη προς τον Φίλιππο Β’, στην οποία ο φιλόσοφος προτρέπει τον Μακεδόνα βασιλέα να αναλάβει τη συμφιλίωση των Ελλήνων και να τους οδηγήσει στον πόλεμο κατά των Περσών.[24] Λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για τα λόγια ενός Έλληνα ο οποίος ζητάει βοήθεια από τον μη-Έλληνα βασιλέα, αυτή η μαρτυρία έχει μεγάλο βάρος.[25]

Σύμφωνα με την ίδια, ο όρος Μακεδών πότε δεν έχασε την αρχική του εθνική έννοια, άρα ένας άνθρωπος γεννιόταν ως Μακεδόνας στην περίπτωση που οι γονείς του ήταν Μακεδόνες. Ωστόσο, καθώς η Μακεδονία αποτελούσε μια χώρα με ετερογενή πληθυσμό, ο συγκεκριμένος όρος θα έπρεπε να εμπεριέχει τόσο την εθνική όσο και την πολιτική έννοια. Είναι γεγονός ότι και στις γραμματειακές και στις επιγραφικές πηγές το μακεδονικό κράτος πότε δεν αναφέρεται με το όνομα ἡ Μακεδονία αλλά με τη φράση οἱ Μακεδόνες. Επομένως, η Μακεδονία ήταν μια χώρα υπό την κυριαρχία του Μακεδόνα μονάρχη, ενώ οι Μακεδόνες αποτελούσαν το σύνολο της βασιλείας του. [26]

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει συχνά ένας αναγνώστης όταν διαβάζει τα κείμενα των εξειδικευμένων στον συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο ερευνητών είναι η κατανόηση του επιστημονικού λόγου. Με αυτό εννοούμε πως σε μερικούς συγγραφείς εντοπίστηκε ένα πρόβλημα ασάφειας όσον αφορά στην άποψη την οποία πρόκειται να παρουσιάσουν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να οφείλεται στη δεδομένη πολιτική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε γύρω από το λεγόμενο «μακεδονικό ζήτημα».

Ένα ακόμα πρόβλημα το οποίο χρειάζεται να αναφερθεί είναι η απουσία αναφορών στις πηγές ή παραπομπών σε σύγχρονη των συγγραφέων βιβλιογραφία. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σοβαρό, όταν πρόκειται για πληροφορίες οι οποίες θα έκαναν τη σημαντική διαφορά υπέρ ή κατά ενός ζητήματος, με αποτέλεσμα να χαθεί η εντύπωση η οποία επρόκειτο να δημιουργηθεί. Τα κενά αυτά παρατηρούνται σχεδόν σε όλους τους συγγραφείς των οποίων τα έργα συγκαταλέχθηκαν στην βιβλιογραφία αυτής της εργασίας. Η απουσία αυτή είναι ίσως ενδεικτική της αδυναμίας των «επιστημονικών» τους επιχειρημάτων.

Εκείνο που προξενεί την εντύπωση είναι το γεγονός ότι η προσοχή των περισσότερων Γιουγκοσλάβων ερευνητών στράφηκε προς το θέμα της γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων, παρότι ο συγκεκριμένος τομέας έρευνας παρέχει το πλέον ανεπαρκές υλικό, με ελάχιστες ελπίδες εμπλουτισμού του στο μέλλον. Φαίνεται ότι ορισμένοι σλαβόφωνοι ερευνητές, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν κάποια από τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες σχετικά με την εθνική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων, πολύ εύκολα απομακρύνονται από την αρχική ροή της σκέψης τους, η οποία ανεξαιρέτως σχετίζεται με την ελληνικότητα του συγκεκριμένου φύλου, μεταφέροντάς την στα γλωσσικά απομεινάρια. Το φαινόμενο αυτό προξενεί την απορία του αναγνώστη, όσο και να δεχόμαστε τη στενή σχέση η οποία υπάρχει μεταξύ της εθνικής καταγωγής ενός λαού και της καθομιλουμένης γλώσσας του (δύο κριτήρια τα οποία αναπόφευκτα συμπλέκονται μεταξύ τους) και ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι σλαβόφωνοι μελετητές που ασχολήθηκαν με το υπό εξέταση θέμα είναι ειδικοί γλωσσολόγοι. Αυτή η τάση μπορεί, ωστόσο, να γίνει κατανοητή αν αναλογιστούμε ότι τα υπόλοιπα τμήματα που αφορούσαν στην ιστορία των αρχαίων Μακεδόνων ήταν αρκετά πιο ευαίσθητα προκειμένου να αναθεωρηθούν. Πιο συγκεκριμένα, το καυτό ζήτημα της ελληνικότητας ή μη των αρχαίων Μακεδόνων έμεινε στην ουσία αναπάντητο από τον γιουγκοσλαβικό κύκλο διανόησης, καθώς αυτοί οι ιστορικοί και οι γλωσσολόγοι δεν παίρνουν θέση στο ζήτημα, επαναλαμβάνοντας τα όσα έχουν γράψει προγενέστεροι ξένοι μελετητές.[27]

Ενδιαφέρουσα αποδείχθηκε και η εξέλιξη της σλαβομακεδονικής διανόησης ως προς το ζήτημα της εθνικής καταγωγής των Σλαβομακεδόνων, η οποία με την πάροδο του χρόνου –και όπως διακρίνεται μέσα από τη μελέτη του υλικού- φαίνεται ότι προσαρμοζόταν και εξακολουθεί να προσαρμόζεται στις εκάστοτε υπάρχουσες πολιτικές ιδεολογίες, τόσο της πρώην Γιουγκοσλαβίας όσο και σύγχρονης Π.Γ.Δ.Μ. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να εντοπισθεί σε δημοσιεύσεις οι οποίες κατ’ αρχήν έχουν ως αντικείμενο τη μεγάλη επιδίωξη να αποδειχθεί επιστημονικά η εθνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων. Ένα από τα πρώτα έργα αναφορικά με το «μακεδονικό ζήτημα», το οποίο χρονολογείται στις αρχές του 20ουαιώνα και, παρά το γεγονός ότι δεν θεωρείται ιστοριογραφικό, απετέλεσε το θεμέλιο της μελλοντικής έρευνας των Σλαβομακεδόνων, ειδικά κατά την περίοδο που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο,[28] είναι ένα κείμενο το οποίο καταπιάνεται με τα σημαντικότερα ζητήματα του «μακεδονικού σλαβικού εθνικού χαρακτήρα». Πρόκειται για το έργο του Krste Petkov Misirikov, Za makedonskite raboti (Περί μακεδονικών ζητημάτων), το οποίο εκδόθηκε στη Σοφία το 1903 και παρουσιάζει τους Σλαβομακεδόνες ως έναν ξεχωριστό λαό εντός της ομάδας των Νότιων Σλάβων και τη  γλώσσα του ως μία η οποία δεν αποτελεί διάλεκτο ούτε της σερβικής ούτε της βουλγαρικής γλώσσας αλλά έχει τα δικά της αυθεντικά χαρακτηριστικά.

Krste Petkov Misirkov.

Το 1950 δημοσιεύθηκε ένα βιβλίο με τίτλο Από την ιστορία του μακεδονικού έθνους (Iz istorije makedonskog naroda) του Dimitar Vlahov[29], στο οποίο τονίζεται επιτατικά η σημασία των Σλάβων, οι οποίοι από την εποχή της καθόδου τους κατοικούσαν σ’ όλη την περιοχή της Μακεδονίας. Λόγω της παρουσίας τους εκεί, προήλθε και η ονομασία τους Μακεδόνες. Σύμφωνα με τον συγγραφέα και όσον αφορά στην περίοδο που προηγήθηκε της σλαβικής εγκατάστασης, στο ανατολικό μέρος της Μακεδονίας κατοικούσαν οι Θράκες και στο δυτικό οι Ιλλυριοί. Το φύλο των αρχαίων Μακεδόνων, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν συγγενικό με τους Θράκες.[30]

Η «Ιστορία των εθνών της Γιουγκοσλαβίας» που εκδόθηκε το 1953 παρουσιάζει την ιστορία της Μακεδονίας (ως γεωγραφικής έννοιας) -από την ανάληψη της εξουσίας από τον Μέγα Αλέξανδρο- ως εξής: «στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου η ‘άλλοτε Μακεδονία’ περιλάμβανε: την Μακεδονία του Αιγαίου, τη Θεσσαλία, τη Χαλκιδική και ένα μέρος της Ηπείρου, όπως και ένα μέρος της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, κατά προσέγγιση μέχρι τη γραμμή η οποία ξεκινάει από την λίμνη της Οχρίδας μέχρι την πόλη Μπίτολα, όπου κατοικούσαν οι Παίονες. Εδώ η ελληνική επιρροή ήταν πιο έντονη. Οι Μακεδόνες, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ιλλυρικής καταγωγής, ενώ αργότερα εξελληνίστηκαν σε μεγάλο βαθμό»Στη συνέχεια, η Μακεδονία περιγράφεται ως «μια αγροτική χώρα, η οποία μεταγενέστερα απέκτησε το καθεστώς της στρατιωτικής δημοκρατίας, καθώς και πολύ ισχυρή φυλετική αριστοκρατία.  Από τον 5ο αι. π.Χ., δηλαδή από την εποχή του βασιλέα Αρχελάου, οι Μακεδόνες έχουν το δουλοκτητικό σύστημα, το οποίο ακμάζει επί Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλέξανδρου. Επί Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλέξανδρου αρχίζει η έντονη επέκταση του μακεδονικού κράτους, το οποίο εκείνη την εποχή περιλάμβανε και ένα μέρος της περιοχής μας (εννοείται η περιοχή της Γιουγκοσλαβίας). Το μακεδονικό κράτος περιλάμβανε μόνο το νότιο μέρος της σημερινής Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή το πιο νότιο τμήμα της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (από την πόλη Μπίτολα μέχρι την πόλη Οχρίδα). Οι περιοχές βόρεια αυτών των συνόρων, μόνο εν μέρει αποδέχονταν την εξουσία της Μακεδονίας».

Αναφορά στο προαναφερθέν βιβλίο του Misirikov γίνεται στην εισαγωγή της τρίτομης Ιστορίας του μακεδονικού έθνους,[31] της πρώτης επίσημης ιστορίας του «μακεδονικού» έθνους, η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1970, ως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας έρευνας του σλαβομακεδονικού κύκλου ακαδημαϊκών, με τη συνεργασία ορισμένων Σέρβων ιστορικών και αρχαιολόγων.[32] Στην εισαγωγή τονίζεται περισσότερο από μία φορά ο στόχος για τον οποίο εκπονήθηκε το συγκεκριμένο εκτενές έργο: κρίθηκε απαραίτητο, από την στιγμή που η Μακεδονία διαιρέθηκε σε τρία μέρη μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1913), να καταδειχτεί -μέσω μιας πληθώρας δημοσιεύσεων- ότι η προσπάθεια των τριών κρατών (της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας- στα οποία συμπεριλήφθηκαν οι αντίστοιχες περιοχές της Μακεδονίας) να διεκδικήσουν για τις ίδιες την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας δεν αποτελεί παρά «παραποίηση και σφετερισμό μιας αυθεντικής εθνικής ιστορίας».[33]

Μία ακόμη δημοσίευση με τίτλο «Ιστορία του μακεδονικού έθνους»[34] αποτελεί μία μονογραφία, με έτος έκδοσης το 1988. Το κείμενο, γενικά, συμπίπτει στο περιεχόμενο των αρχικών κεφαλαίων του με το κείμενο της προαναφερθείσης πρώτης Ιστορίας του Μακεδονικού Έθνους. Ξεκινάει δηλαδή από τα αρχαιολογικά ευρήματα τα οποία παρουσιάζουν την εικόνα της Μακεδονίας από την Νεολιθική Εποχή μέχρι την Εποχή του Σιδήρου. Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά στην ιστορία του πρώτου μακεδονικού κράτους, από τη στιγμή της διαμόρφωσής του έως την περίοδο της βασιλείας του Φιλίππου Β’, και δίνεται εν συντομία. Αναφέρεται η διαίρεση του κράτους στην Άνω και Κάτω Μακεδονία, γνωστή ακόμα και στους αρχαίους συγγραφείς, καθώς και όλες οι περιοχές που συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτές τις ευρύτερες περιφέρειες. Η πράξη της ίδρυσης του πρώτου μακεδονικού κράτους αποδίδεται στον Περδίκκα (τοποθετείται στην περίοδο 707–645 π.Χ.), του οποίου οι πρόγονοι κατάγονταν από το Άργος και για τον λόγο αυτό η δυναστεία του ονομάστηκε Αργεάδες. Οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Αξιό (Βαρδάρη) και Λουδία. Ακολουθεί η ιστορία από την εποχή του Αλεξάνδρου Α’ έως τα χρόνια της ρωμαϊκής κατάκτησης της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου της ρωμαϊκής κατοχής. Όπως και στην πρώτη Ιστορία του Μακεδονικού Έθνους, οι αρχαίοι Μακεδόνες (και η γλώσσα τους) θεωρούνται ένα μείγμα διαφόρων εθνοτήτων, οι οποίες κατοικούσαν στη Μακεδονία από τα παλαιότερα χρόνια. Ωστόσο, το δεύτερο αυτό έργο του 1988 δεν προσφέρει καμία νεότερη πληροφορία ή διευκρίνιση σχετικά με το ζήτημα.

Διαβάζοντας την προαναφερθείσα βιβλιογραφία, εύκολα παρατηρεί κάποιος ότι η σκέψη του σλαβομακεδονικού λαού ήταν από την αρχή στραμμένη προς τη διαμόρφωση/κατασκευή μιας σταθερής εθνικής εικόνας, μία ενέργεια η οποία εύκολα γίνεται κατανοητή εάν ληφθεί υπόψη η εκάστοτε πολιτική κατάσταση αλλά και η γεωγραφική θέση στην οποία βρέθηκε. Εντούτοις, σε αυτή τη φάση δεν διαπιστώνεται πουθενά η τάση να αρνηθούν τη σλαβική τους προέλευση, ένα γεγονός το οποίο προβάλλεται παντού και το οποίο σχετίζεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τα κείμενα που δημοσιεύθηκαν έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το γεγονός ότι η εθνική ιστορία των Σλαβομακεδόνων αρχίζει με την ιστορία ίδρυσης του πρώτου μακεδονικού κράτους αποδίδεται πιστεύω στο ότι το άλλοτε νοτιότερο σημείο της πρώην Γιουγκοσλαβίας (η σημερινή Π.Γ.Δ.Μ.) βρίσκεται γεωγραφικά εντός της περιοχής η οποία στην αρχαιότητα αποκαλούνταν Μακεδονία.

Συμπεράσματα

Στα χρόνια που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον πόλεμο του 1991, η πρόοδος στον τομέα που αφορά την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας παρατηρείται περισσότερο στα έργα των ιστορικών της Π.Γ.Δ.Μ.[35] Οι σχετικές δημοσιεύσεις που συμπεριλήφθηκαν στο κείμενο της ανά χείρας εργασίας κρίθηκαν χρήσιμες, επειδή προσέφεραν πληροφορίες οι οποίες έλειπαν από τις προγενέστερες. Το συγκεκριμένο γεγονός είναι όμως κατά κάποιον τρόπο ενδεικτικό και αναμενόμενο, δεδομένης της πολιτικής κατάστασης και της διαμάχης η οποία δημιουργήθηκε γύρω από τον όρο Μακεδονία. Πολύ μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η απουσία μελετών από σλαβόφωνους ιστορικούς/αρχαιολόγους, προερχομένους από τις υπόλοιπες δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ειδικά στην περίπτωση των Σλοβένων, στους οποίους απαντά μία πλήρης έλλειψη μελετών σχετικά με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, κατόπιν συζήτησης με αρκετούς καθηγητές του τομέα Κλασικών σπουδών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, αποδείχθηκε ότι και οι ίδιοι δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα για την ενδεχομένη ύπαρξη της βιβλιογραφίας που να αφορά στην αρχαία Μακεδονία, ενώ όλοι ήταν της γνώμης ότι οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές δεν είδαν κάποιο επιστημονικό ενδιαφέρον στην ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα.

Όσον αφορά τον όρο Μακεδόνες (σλαβ. Makedonci), είναι πολύ σημαντικό να αποσαφηνιστεί η χρήση του στη σύγχρονη βιβλιογραφία, επειδή στις σλαβικές γλώσσες η ίδια λέξη χρησιμοποιείται τόσο για τους κατοίκους της Π.Γ.Δ.Μ. όσο για το φύλο των αρχαίων Μακεδόνων. Όπως το εξηγεί ο κ. Predrag Mutavdžić, καθηγητής της ιστορίας των βαλκανικών λαών στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, «είναι απαραίτητο να προσέξουμε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των όρων Μακεδόνες με την έννοια του παλαιοβαλκανικού και ελληνικού φύλου και των σύγχρονων Μακεδόνων, των οποίων η καταγωγή είναι αναμφίβολα σλαβική». Ο Mutavdžić θεωρεί τη συγκεκριμένη διευκρίνιση σημαντική, ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση την οποία προκαλεί το προσωνύμιο «Makedonci» στη σερβική γλώσσα.[36]

Για τον ίδιο λόγο και λαμβάνοντας υπόψη το ήδη προαναφερθέν σύγχρονο πρόβλημα που δημιουργήθηκε γύρω από τον όρο Μακεδονία, κατά την εκπόνηση της παρούσας εργασίας καταβλήθηκε προσπάθεια απόδοσης της ακριβούς σκέψεως των σλαβόφωνων συγγραφέων, με έμφαση στις απόψεις τους σχετικά με την καταγωγή και την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων. Όπως θα έχετε ήδη παρατηρήσει, η γνώμη των περισσότερων ερευνητών, των οποίων τα έργα παρουσιάστηκαν στην παρούσα εργασία, είναι ότι η καταγωγή του φύλου των αρχαίων Μακεδόνων δεν προσδιορίζεται εύκολα. Ορισμένοι θεωρούν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν συγγενικές σχέσεις με το ιλλυρικό υπόστρωμα, άλλοι με το θρακικό, κάποιοι πάλι τους θεωρούν ένα μείγμα διαφόρων φύλων, όμως σχεδόν όλοι συμφωνούν στο ότι η προέλευσή τους δεν ήταν ελληνική. Το κατά πόσο η ερευνητική μέθοδος και ο τρόπος αντιλήψεως των σλαβόφωνων ιστορικών είναι επιστημονικά σωστός και αξιόπιστος είναι ένα ερώτημα που προκύπτει μοιραία. Αναμφίβολα, οι αντιλήψεις τους συνδέονται συχνά με εξωεπιστημονικές θέσεις, συναφείς προς τις αντίστοιχες πολιτικές τάσεις που επικρατούν (ή επικρατούσαν) στα κράτη αυτά. Ωστόσο, η μετατροπή της απλής καταγραφής των δεδομένων σε ερμηνείες πιθανώς υπαγορευμένες από την αδήριτη ανάγκη κατασκευής μιας εθνικής ταυτότητας για τους κατοίκους του κρατικού μορφώματος στα βόρεια της Ελλάδας ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας ανακοίνωσης. Οι όποιες νύξεις για αυτήν τη μεταβολή αποτελούν την ελπίδα αυτές να αποτελέσουν αφορμή για μελλοντική έρευνα. 

«Η παρούσα εργασία βασίστηκε στην κύρια μεταπτυχιακή εργασία της κ. Danica Dragić, η οποία εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου την περίοδο 2012-2013. Αυτονόητη είναι η συγκατάθεση της συγγραφέως για την παρουσίαση των ερενητικών της αποτελεσμάτων που γίνεται εδώ.»

Ο Ιωάννης K. Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ

Υποσημειώσεις

[1] . Γ. Χαμιλάκης, «Το έθνος και τα ερείπιά του. Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα», μτφ. Ν. Καλαϊτζης, Αθήνα (2012), σ. 11.

[2] . Οι λοιπές μεταφράσεις που κυκλοφορούν στη σερβική βιβλιογραφία: Durant Will, „Život Grčke“ Βελιγράδι (1996), J. Bury, R. Meiggs, „Istorija Grčke do smrti Aleksandra Velikog“ Βελιγράδι (2008), J. Bordman, J. Griffin, O. Murray, „Oxfordska istorija Grčke i helenističkog sveta“ Βελιγράδι (1999), S. Maurice, „Klasična istorija Grčke“ Βελιγράδι (2007).

[3].  Πρόκειται για τις περιοχές στις οποίες θα εγκατασταθούν τα φύλα της λεγόμενης Άνω Μακεδονίας (οι Ορέστες, οι Λυγκεστές, οι Δερρίοπες) επομένως πρόκειται για την Ορεστίδα, τη Λυγκεστίδα  και τη Δερρίοπο. F. Papazoglu, „Etnika struktura Antike Makedonije u svetlosti novijih onomastikih istraživanja“, Balcanica 8 (1977), σ. 65.

[4].  F. Papazoglu, ό. π.

[5] . Η παράδοση για τους Παίονες ανάγεται στα χρόνια των ομηρικών επών. Έτσι, οι Παίονες για τους οποίους κάνει λόγο ο Όμηρος (Ιλιάδα 2. 848-9, 10. 426-431, 16. 284-292, 21. 139-43), ήρθαν από την περιοχή του Αξιού. Ο Λίβιος (40.8) γράφει ότι η Ημαθία παλιά αποκαλούνταν Παιονία. Βλ. F. Papazoglu, ό. π.

[6] . Henrik Barić, „Ilirske jezike studije I; O ilirskom karakteru staromakedonskog jezika“, JAZU, Ζάγκρεμπ (1948).

[7] . Otto Abel, Makedonien vor König Philipp, Λειψία (1847).

[8] . K. J. Beloch, “Griechische Geschichte”, τ. 1, Στρασβούργο (1912), σ. 83.

[9] . H. Barić, όπ. σ. 43.

[10] . Θουκ. 2.80.8.

[11] . Πλούταρχος, Άρατος 16.2.

[12].  Milan Budimir, “De Macedonum Nominis vi Atque Origine”, ŽAnt 16 (1966), σσ. 176-180.

[13].  Μ. Budimir, ό. π. σ. 176, δεν προσφέρει κάποια άλλη εξήγηση για την συγκεκριμένη άποψη.

[14] . M. Budimir, όπ. σ. 176.

[15] . M. Garašanin, όπσσ. 29-39.

[16] . Ο Garašanin, ό. π. σ. 38, ως προς το θέμα αυτό αναφέρεται στα γλωσσικά ευρήματα του M. Budimir, ό. π., όπως και στον N. Vulić, „Dardanci“, ό. π. σ. 76.

[17]. Σ ύμφωνα με την Papazoglu, ό. π. σ. 68, υπό τον όρο Θρακο-Βρύγες εννοούνται οι Βρύγες που κατοικούσαν στην θρακική περιοχή, άρα το πρώτο μέρος της ονομασίας αυτής δεν δείχνει παρά γεωγραφικό χαρακτήρα.

[18] . M. Budimir, „Grci i Pelasti“, ειδική έκδοση SANU (1950).

[19].  Ο Garašanin, στο ίδιο σημείο και ως αντίθετο, αναφέρει το εδάφιο 9.434 του Στράβωνος, όμως χωρίς να το σχολιάσει.

[20] . M. Garašanin, ό. π. σ. 39.

[21].  Εκτός από ένα σημείο στο εκτενές άρθρο για την εθνοτική δομή της αρχαίας Μακεδονίας, όπου η συγγραφέας πιθανολογεί την πελασγική βάση να ήταν κοινή για τους Μακεδόνες και τους Ιλλυρίους, όχι όμως χωρίς επιφύλαξη. Βλ. παραπάνω σ. 43.

[22].  F. Papazoglu, „Politiki i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenistikoj i helenisti

koj Makedoniji”, ŽAnt 48 (1998), σ. 25.

[23].  F. Papazoglu, ό. π. σ. 25.

[24] . Ισοκράτης, «Φίλιππος», 108, «μόνος γὰρ τῶν Έλλήνων οὐχ ὁμοφύλου γένους ἄρχειν ἀξιώσας …»

[25] . F. Papazoglu, όπ. σ. 26.

[26].  F. Papazoglu, όπ. σσ. 29-30.

[27] . Εξαίρεση αποτελούν έργα δύο μελετητών, του Milan Budimir και του Henrik Barić, στα οποία αντικατοπτρίζει την άποψη εναντίον της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων.

[28].  Krste Petkov Misirikov, Za makedonskite raboti, Σοφία (1903) = «Περί  μακεδονικών ζητημάτων»

[29].  Dimitar Vlahov, Iz istorije makedonskog naroda, Βελιγράδι (1950). Ο D. Vlahov (1878-1953) ήταν πολιτικός καταγόμενος από τη Μακεδονία του Αιγαίου. Ορίστηκε αντιπρόσωπος της Ελληνικής Μακεδονίας στην Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής Απελευθέρωσης (AVNOJ) το 1934, όπου αποφασίστηκε η ομοσπονδοποίηση της Γιουγκοσλαβίας και η ένταξη της ενιαίας Μακεδονίας σ’ αυτήν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής καριέρας του, ο Vlahov υποστήριζε την ιδέα για την ανεξάρτητη θέση του «μακεδονικού» έθνους και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας του Tito.

[30] . D. Vlahov, όπ. σ. 1.

[31]. „Istorija makedonskog naroda: od praistorije do kraja XVIII veka”, τ. 1, Βελιγράδι (1970).

[32].  Ένας από αυτούς ήταν ο Milutin Garašanin, διάσημος Σέρβος αρχαιολόγος του οποίου η άποψη θα είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για τους Σλαβομακεδόνες. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης της παρούσας εργασίας, η συμβολή του Garašanin δεν ήταν η αναμενόμενη, προφανώς επειδή ο ίδιος δεν είχε κάποιο επιστημονικό επιχείρημα που θα ενίσχυε τις θέσεις των Σλαβομακεδόνων.

[33] . Antoljak S., όπ. σσ. 5-6.

[34] . Α. Stojanovski, I. Katardžiev, D. Zografski, „Istorija na makedonskiot narod“, Σκόπια (1988).

[35] . Εξαίρεση αποτελούν δύο άρθρα – το πρώτο της F. Papazoglu, „Politički i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenističkoj i helenističkoj Makedoniji”, ŽAnt48 (1998), σσ. 25-41, το άλλο του Κροάτη Z. Miridita, „O južnoj granici Dardanije i Dardanaca u antici“, VAMZ 32/3 (1999/2000), σσ. 63-79.

[36] . Predrag Mutavdžić, „Kratka povest o Grčkoj“ Βελιγράδι (2009), σ. 103-4, σημ. 38. = «Σύντομη ιστορία για την Ελλάδα»

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.