Κάλεσμα στα όπλα: Η αναμέτρηση του Ναπολέοντα και των Βρετανών για επιβίωση

του Christopher Berg, ιστορικού

μετάφραση: Στέλλα Παπαλάμπρου

Ο Γαλλο-Βρετανικός πόλεμος κατά τα έτη 1793-1815 ήταν μοναδικός στο είδος του, καθώς δεν διεξήχθη σε μακρινά εδάφη και με μόνη δύναμη το Βασιλικό Ναυτικό, αλλά ήταν μια συνολική επιχείρηση που απαιτούσε κάθε είδους βρετανική δύναμη και αποφασιστικότητα προκειμένου να αποτραπεί ο αφανισμός. Πράγματι, επρόκειτο για έναν πόλεμο διαφορετικό από τους άλλους. Πολλοί ιστορικοί έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ότι η συγκεκριμένη σύγκρουση ήταν ο πρώτος σύγχρονος για τα τότε δεδομένα «ολοκληρωτικός πόλεμος». Ο Lawrence James υπερτονίζει το γεγονός ότι η Βρετανία στην ουσία ενεπλάκη σε μια «μάχη επιβίωσης» κατά της Γαλλίας.1 Η απειλή της εισβολής ενίσχυσε την γενικότερη ανησυχία που επικρατούσε ότι ο βρετανικός τρόπος ζωής θα έσβηνε μαζί με τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών. Προκειμένου να επιτύχει αυτόν τον σκοπό η Γαλλία θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει κάθε αναγκαίο μέσο για να διαβρώσει την πίστη και το ηθικό του βρετανικού λαού. Αυτό μπορούσε να το καταφέρει απομονώνοντας τη Βρετανία από τις εμπορικές τις διασυνδέσεις στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ευρώπη. Για τη Βρετανία η εμπορική της δικτύωση αποτελούσε τη ζωτική της δύναμη και, στερούμενη από έσοδα, θα ήταν ανήμπορη να συνεχίσει τον πόλεμο με τη Γαλλία. Επιπλέον, υπήρχε ολοένα αυξανόμενη ανησυχία για την επαναστατική φλόγα που αναζωπυρωνόταν στη Μεγάλη Βρετανία και τη δράση των φιλογαλλικών φατριών που επιδίωκαν την πολιτική ανατροπή. Αυτό, όμως, που έκανε τον πόλεμο αυτόν ιδιαίτερα πρωτόγνωρο ήταν οι ιδεολογικές του καταβολές. Δεν επρόκειτο απλά για έναν πόλεμο αποικιακό, αλλά για έναν αγώνα της επικράτησης του βρετανικού πολιτισμού και της μελλοντικής διαδοχικής του εξέλιξης. Προκειμένου να επικρατήσει, η Βρετανία θα έπρεπε να στρατολογήσει κάθε αξιόμαχο άνδρα που βρισκόταν στην κατάλληλη ηλικία για να πολεμήσει. “Η συνεχής και αποτελεσματική αντίσταση στις γαλλικές δυνάμεις απαιτούσε τη μεγαλύτερη στα πολεμικά χρονικά κινητοποίηση σε ανθρώπινο δυναμικό και οικονομικούς πόρους.”2

Ο ιστορικός John Ehrman περιέγραψε αυτές τις ενέργειες ως “μάχη καταναλωτικού τύπου” για την Αγγλία, αλλά κυρίως για τον William Pitt τον νεότερο.3 Ο Ehrman ισχυρίζεται ότι η Βρετανία ήταν σε ευάλωτη θέση όταν η επανάσταση ξέφυγε από τα γαλλικά σύνορα και δεν ήταν τόσο καλά προετοιμασμένη ώστε να αντιμετωπίσει έναν εν δυνάμει αντίπαλο τόσο σύντομα. “Επιπλέον, η άνοδός του Ναπολέοντα στην ηγεσία της Γαλλίας συνέπεσε με μία σχετικά άσχημη στιγμή για τα εσωτερικά ζητήματα της Βρετανίας. Το έτος 1797 ολοκληρώνεται με την τελική ήττα της Αυστρίας στον Πόλεμο του Πρώτου Συνασπισμού, την πτώχευση της Τράπεζας της Αγγλίας, τις ανταρσίες των Spithead και Nore και την αντιγαλλική εισβολή στην Ουαλία. Την επόμενη χρονιά ξεσπάει Γερμανική εξέγερση στην Ιρλανδία, ενώ η αλλαγή του αιώνα έφερε έντονη κρίση επιβίωσης με ταυτόχρονη εσωτερική αναταραχή. Συχνά, μάλιστα, τα ζητήματα εσωτερικής φύσης ήταν στην πρώτη προτεραιότητα του Pitt, όπως αποδεικνύεται από τη θέσπιση του Συνδυαστικού Νόμου του 1799 κατά των ριζοσπαστικών κινημάτων. Όμως, τα πολεμικά μέσα κατά της Γαλλίας του Ναπολέοντα σύντομα ενισχύθηκαν.4

O Ναπολέων Βοναπάρτης σε πορτραίτο, όταν ήταν νεαρός αξιωματικός του γαλλικού στρατού

Προκειμένου να επιβιώσει, η Βρετανία θα έπρεπε να ενεργοποιήσει τη ναυτική της δύναμη. Η βρετανική οικονομία εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το μονοπώλιο του εμπορίου σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία της και προκειμένου να διασφαλίσει την ομαλή του λειτουργία το Βασιλικό Ναυτικό καλούνταν να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προστασία των εμπορικών θαλάσσιων δρόμων και εν τέλει την ίδια τη Μεγάλη Βρετανία. Ο Daniel Baugh τονίζει τη σημασία της διατήρησης της βρετανικής παρουσίας στο εξωτερικό προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι πολεμικές επιχειρήσεις στο εσωτερικό της. “Μέχρι στιγμής το πιο σημαντικό κίνητρο της ναυτικής δύναμης της Βρετανίας και των ηπειρωτικών πολέμων ήταν το οικονομικό κι αυτό προέκυψε με τη σειρά του από την ανθεκτικότητα και την ικανότητα για αυτοαναγέννηση, κάτι το οποίο εξέλιπε από το ανθρώπινο δυναμικό του 18ου αιώνα . . . ενός αιώνα που ό,τι πιο εντυπωσιακό είχε να προσφέρει ήταν η σθεναρή οικονομική δυσπραγία. Παρά το γεγονός ότι οι Βρετανοί πολιτικοί δεν έπαψαν ποτέ να φοβούνται το άμεσο ενδεχόμενο του δημόσιου χρέους και η Γαλλική πολιτική ηγεσία ονειρευόταν και καραδοκούσε τη στιγμή αυτής της ολοκληρωτικής οικονομικής κατάρρευσης, το κατόρθωμα της Βρετανίας ήταν ότι κατάφερε να αντέξει τις μακροχρόνιες συρράξεις, μέχρι να ανατείλει η ευλογημένη γι αυτούς ημέρα της λήξης του πολέμου.”5 Ο Ναπολέων ήταν, αδιαμφισβήτητα, ένας χαρισματικός και ευφυέστατος στρατάρχης, αλλά η ασταθής Γαλλική οικονομία δεν μπορούσε να τον υποστηρίξει. Η πιο δυνατή βρετανική οικονομία, λοιπόν, ήταν αυτή που θα υπερνικούσε τον Ναπολέοντα. “Για τις ηπειρωτικές δυνάμεις, οι μακροχρόνιοι πόλεμοι θα μπορούσαν να έχουν εξαντλητικές επιπτώσεις. Και οι πόλεμοι του 18ου αιώνα ήταν στην πραγματικότητα πόλεμοι με σημαντικές οικονομικές απώλειες.”6

Μια τόσο δραστική αλλαγή των γεγονότων στη Γαλλία και στην Ευρώπη ανακατηύθηνε την προσοχή της Βρετανίας από τα ζητήματα της Αυτοκρατορίας προς την ηπειρωτική Ευρώπη. Αυτό, επισημαίνει ο Baugh δεν ήταν καθόλου εύκολο, καθώς η Βρετανία έπρεπε να αλλάξει μεθόδους και να ακολουθήσει μια πιο επιθετική ηπειρωτική πολιτική. Ο ίδιος υπερτονίζει ότι η Βρετανία στην πραγματικότητα δεν ήταν «δοσμένη» σ’ αυτόν τον στόχο, καθώς ήταν ακόμη διχασμένη ανάμεσα σε μια μεμονωμένα εστιασμένη πολιτική προς τα εσωτερικά της ζητήματα και την πολύτιμη Αυτοκρατορία της. “Όταν ο Δανός Υπουργός Εξωτερικών, J. E. H. von Bernstorff, σχολίασε κάποτε ότι η Βρετανία αναζητούσε συμμάχους που δεν θα κόστιζαν ούτε χρήματα ούτε κόπο, έθεσε στην ουσία το βασικό ερώτημα για το αν η Βρετανία θα ακολουθούσε επιτέλους μια σοβαρή ηπειρωτική πολιτική.”7 Τη ληθαργική απάντηση της Βρετανικής κυβέρνησης είναι δύσκολο να την εξηγήσει κανείς, αν και ο Baugh για την κατάσταση αυτή θεωρεί υπεύθυνο τον Pitt, καθώς όπως χαρακτηριστικά λέει, “Η βραδύτητα του Pitt να αντιληφθεί την απειλητική δύναμη της ανανεωμένης γαλλικής δύναμης στη ξηρά συνοδεύτηκε αντίστοιχα από την γενική ευρωπαϊκή νωχελική αντιμετώπιση της κατάστασης, πέραν αυτού όμως αποκάλυπτε και τη δυσκολία του να αποδεχτούν ότι η ηπειρωτική Ευρώπη πραγματικά ενδιέφερε ξανά τους Βρετανούς μετά από σαράντα χρόνια αποδείξεως του αντιθέτου.”8

Ύψιστη προτεραιότητα του Pitt “ήταν να ενδυναμώσει την εγχώρια βάση, όχι απλά ως προληπτικό μέτρο κατά της γαλλικής κινητοποίησης, αλλά επίσης ως ένα μέσο εξέλιξης της εθνικής μαχητικής ικανότητας σε έναν πόλεμο του οποίου τη διάρκεια και το μέγεθος δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει’.”9 Σε όλη τη Μεγάλη Βρετανία σήμανε σαρωτικά ο συναγερμός της εγρήγορσης, καθώς πλέον όλα έπρεπε να διεκπεραιωθούν με εξαιρετική ταχύτητα προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανή η εμπιστοσύνη του λαού και να εξαλειφθεί κάθε ίχνος δυσαρέσκειας. Στον επιφυλακτικό βρετανικό λαό υπόβοσκε πάντα ο φόβος μια επικείμενης εισβολής και η αβεβαιότητα για την ώρα και τη στιγμή της επίθεσης του αντιπάλου κλόνιζε τις ισορροπίες όλων. Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση, άνθρωποι – κλειδιά του Βρετανικού Κοινοβουλίου θέσπισαν μέτρα πρωτόγνωρα για τα νομοθετικά χρονικά. “Ο Dundas τα είπε όλα το 1796 σε μία ιδιωτική του επιστολή με την οποία προσπάθησε να προωθήσει την ιδέα του οπλισμού των πολιτών, όπου μεταξύ των άλλων έλεγε: «Προσωπικά δεν με επηρεάζει η γενικότερη φοβία που επικρατεί σε σχέση με τον οπλισμό όλο και περισσότερων πολιτών. Αυτό που με φοβίζει πιο πολύ είναι η αδράνειά τους και η επιθυμία της συνεχούς στρατιωτικής παρουσίας, τη στιγμή που η πίεση του κινδύνου είναι πια παρελθόν.”10

Πορτραίτο του Bρετανού πρωθυπουργού William Pitt, πίνακας του John Hoppner

Σε μια προσπάθεια να βάλει μια τάξη στην χαοτική κατάσταση που εδραιωνόταν, η Βρετανική κυβέρνηση ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ελέγχου των Γαλλόφιλων και των επαναστατών. Η Elizabeth Sparrow, στο βιβλίο της “Μυστικές Υπηρεσίες: Οι Βρετανοί πράκτορες στη Γαλλία 1792-1815” (Secret Service: British Agents in France 1792-1815), αφηγείται την εξέλιξη των μυστικών υπηρεσιών και καταργεί τον μύθο ότι οι υπηρεσίες αυτές ήταν γέννημα του 20ου αιώνα. “Ανήσυχη από το ξέσπασμα της επανάστασης στη Γαλλία, η διοίκηση του Pitt στο Λονδίνο έλαβε τη συμβουλευτική βοήθεια ξένων ειδικών στο θέμα της σύστασης ενός μητροπολιτικού αστυνομικού δικτύου για τον εντοπισμό ντόπιων και ξένων υπόπτων στη Βρετανία.”11 Το ξεκίνημα αυτής της ενέργειας ήταν αρκετά δύσκολο, σύντομα όμως τέθηκαν γερές βάσεις και οι προσπάθειες αυτές άρχισαν να αποδίδουν καρπούς. “Μετά από αρκετά χρόνια απογοήτευσης, αποτυχιών και απωλειών, τελικά το δίκτυο των διεθνών μυστικών υπηρεσιών που “υφάνθηκε” από τους Βρετανούς και τους συμμάχους τους ήταν αρκετά δυνατό ώστε να διαδραματίσει εξέχοντα ρόλο στην πτώση του Ναπολέοντα Βοναπάρτη κατά τα έτη 1814-15.”12

Το βιβλίο της Sparrow είναι απλά εντυπωσιακό για το ευρύ πεδίο δράσης που πραγματεύεται, αλλά και για την σχολαστική έρευνα, η οποία συμπεριλαμβάνει εξαιρετικά απαιτητική αρχειακή αναζήτηση σε όλη την Ευρώπη. Ο MacLeod παρομοιάζει το βιβλίο με ψυχολογικό θρίλερ του οποίου οι σελίδες “κυλούν” γρήγορα και αβίαστα, για κάποιον που είναι εξοικειωμένος μ’ αυτή την περίοδο και τους πρωταγωνιστές της. “Μεταξύ των δυνατών εντυπώσεων τις οποίες αποκομίζει ο αναγνώστης είναι και οι συνεχείς ραδιουργίες του Παρισιού, η σταδιακή διείσδυση βρετανών χρηματοδοτών στην αστυνομία του Παρισιού και στην ίδια τη γαλλική κυβέρνηση, ο εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός των γυναικών που δούλευαν για τη βρετανική κυβέρνηση σε μυστικές θέσεις-κλειδιά, η άγνοια των βρετανών υπουργών, συμπεριλαμβανομένου και του Pitt, σχετικά με τους πράκτορές τους στο εξωτερικό, τα τεράστια χρηματικά ποσά που ξοδεύτηκαν από τους Βρετανούς γι αυτόν τον σκοπό, σχεδόν χωρίς τη γνώση της Βουλής, πόσο μάλλον της συναίνεσής της και το θάρρος και η αποφασιστικότητα πολλών πρακτόρων που δούλευαν για την αντίσταση στα ρεπουμπλικανικά και Ναπολεοντικά καθεστώτα, τα οποία δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν και βασανιστήρια, όπως το τράβηγμα των άκρων, για να αποσπάσουν πληροφορίες από τους φυλακισμένους . . . η διάσταση της βρετανικής κατασκοπείας και οι παρασκηνιακές επιρροές εκτίθενται για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση, κάτι που καταλήγει να γίνεται το συστατικό στοιχείο της όλης αφήγησης του πολέμου των δύο χωρών.”13

Η επέλαση της 3ης Μεραρχίας  του Sir Edward Packenham εναντίον του Thomieres στη μάχη της Σαλαμάνκα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Lawrence James. The Rise and Fall of the British Empire. (New York: St. Martin’s press, 1994) 151

Ibid, 152-53

John Ehrman. The Younger Pitt: the Consuming Struggle. (London: Constable, 1996)

Brendan Simms. “Britain and Napoleon.” The Historical Journal, 41 (Sep. 1998) 887

Daniel Baugh. “Anglo-French Maritime Geopolitics.” The international History Review, 20 (Mar. 1998) 11

Ibid

Ibid, 25

Ibid, 29-30

Ibid, 891

10 J. E. Cookson, a review of A War of Ideas: British Attitudes to the Wars against Revolutionary France, 1792-1802 by Emma Vincent MacLeod. The International History Review, 22 (Sept. 2000)

11 Emma Vincent MacLeod, a review of Secret Service: British Agents in France 1792-1815, by Elizabeth Sparrow, Albion: A Quarterly Journal Concerned with British Studies, 33 (Spring, 2001)

12 Ibid

13 Ibid, 130

historical-quest.com

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.