Καλαβρύη 1078: Ο Αλέξιος Κομνηνός συντρίβει τον στασιαστή Νικηφόρο Βρυέννιο

Μετά την ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071 μ.Χ, η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πέρασε μια δεκαετία εσωτερικών διαμαχών και αναταραχών. Ο καίσαρας Ιωάννης Δούκας, με την αρωγή του “δαιμόνιου” μοναχού και κορυφαίου λόγιου της περιόδου Μιχαήλ Ψελλού, εκθρόνισε και τύφλωσε τον άτυχο στρατιώτη-βασιλέα Ρωμανό Δ’ Διογένη, που πέθανε τελικά στην φυλακή, και παραμέρισε την αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα προς όφελος του ανιψιού του, Μιχαήλ Ζ’ Δούκα, που ήταν γιος της Ευδοκίας από τον προκάτοχο του Ρωμανού, Κωνσταντίνο Ι’ Δούκα.

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Σύντομα όμως ο νεαρός αυτοκράτορας βρέθηκε υπό την επιρροή του ευνούχου υπουργού του επί των οικονομικών Νικηφορίτζη και πλήρωσε τον φιλόδοξο θείο του με το ίδιο νόμισμα, εξαναγκάζοντάς τον το 1073 να αποσυρθεί στα κτήματά του στην Βιθυνία, στην ασιατική ακτή της Προποντίδας.

Όντας ουσιαστικά πλέον ο ισχυρότερος άντρας της Αυτοκρατορίας, ο Νικηφορίτζης πράγματι προσπάθησε να βάλει σε τάξη το βασιλικό ταμείο, που λόγω της ασύνετης πολιτικής των τελευταίων Μακεδόνων αυτοκρατόρων είχε φτάσει στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Η μεγάλη αύξηση της φορολογίας όμως είχε σαν αποτέλεσμα την αποξένωσή του από την αριστοκρατία και την Εκκλησία που κλήθηκαν να σηκώσουν το μεγαλύτερο βάρος, ενώ η αποτυχημένη προσπάθειά του για την δημιουργία κρατικού μονοπωλίου στην αγορά σιτηρών ώστε να μειωθεί η τιμή του ψωμιού προκάλεσε σιτοδεία στην Βασιλεύουσα που εξαγρίωσε τους φτωχότερους πολίτες της. Ταυτόχρονα ο Νικηφορίτζης, σε μια προσπάθεια να μειώσει τα δημόσια έξοδα, σταμάτησε την καταβολή των μισθών των στρατιωτών, πλήττoντας το ηθικό τους και καθιστώντας τους επιρρεπείς σε ανταρσίες.

Πράγματι, το 1076, ο δούκας του θέματος Παριστρίου Νέστωρ, με την υποστήριξη Πετσενέγγων μισθοφόρων εντεύθεν και πέραν του Δούναβη που απαιτούσαν τις πληρωμές τους, στασίασε αξιώνοντας την παραίτηση του Νικηφορίτζη, ενώ τα στρατεύματά του κατέλαβαν την Ραιδεστό στην ανατολική Θράκη και έκαψαν τις βασιλικές σιταποθήκες. Aν και οι στασιαστές τελικά ηττήθηκαν δύο χρόνια αργότερα, η Θράκη λεηλατήθηκε άγρια, ενώ οι Πετσενέγγοι κατέλαβαν το Παρίστριο που παρέμεινε εκτός αυτοκρατορικής εξουσίας για σχεδόν δύο δεκαετίες.

Τα πράγματα βέβαια δεν ήταν καλύτερα στα άλλα μέτωπα της αυτοκρατορίας.

Στο θέμα Βουλγαρίας, διοίκηση που περιελάμβανε τα σημερινά Σκόπια, το Κόσοβο και τμήματα της σημερινής Σερβίας και Βουλγαρίας, ο τοπικός πληθυσμός επαναστάτησε κατά τα έτη 1072-1073 και προσπάθησε να ανασυστήσει το βουλγαρικό βασίλειο που είχε καταλυθεί λίγες δεκαετίες πριν από τον ένδοξο αυτοκράτορα Βασίλειο Βουλγαροκτόνο. Αν και η ανταρσία κατεστάλη τελικά από τον δούκα Βουλγαρίας Νικηφόρο Βρυένιο, τα σερβικά πριγκιπάτα στον βορρά θα αργούσαν αρκετά να επανέλθουν υπό την βυζαντινή επικυριαρχία. Ο ικανός, όσο και φιλόδοξος, Βρυένιος θα αναλάμβανε αργότερα το δουκάτο του Δυρραχίου.

Στην ανατολή τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα. Εκεί ο νέος αυτοκράτορας έστειλε ένα νέο στράτευμα υπό τον στρατηγό Ισαάκιο Κομνηνό για να ελέγξει την κατάσταση. Το αυτοκρατορικό στράτευμα όμως, που περιέλαμβανε και μεγάλο αριθμό “Φράγκων” ιπποτών (Ιταλο-νορμανδών στην πραγματικότητα), ηττήθηκε εκ νέου από τους Σελτζούκους Τούρκους το 1073 στην Σεβάστεια και ο διοικητής του αιχμαλωτίστηκε. Τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα όταν οι Φράγκοι μισθοφόροι, υπό τον αρχηγό τους Ρουσέλ της Μπαγιώ (ο Ουρσέλιος στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής), στασίασαν και δημιούργησαν μια δική τους ηγεμονία στο μικρασιατικό υψίπεδο με έδρα τους την Αμάσεια.

Με την κατάσταση να έχει γίνει εξαιρετικά επικίνδυνη, ο Μιχαήλ Ζ’ Δούκας, που χάρη στην αποτυχημένη οικονομική του πολιτική απέκτησε από τον λαό το παρατσούκλι “Παραπινάκης”, αναγκάστηκε να ανακαλέσει τον θείο του Ιωάννη Δούκα και να του αναθέσει την αντιμετώπιση της νέας απειλής. Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα υπό τον Ιωάννη, που περιελάμβαναν και μικρασιατικές μονάδες υπό τον Δομέστιχο των Σχολών της Ανατολής (δλδ. αρχιστράτηγο της Ανατολής) Νικηφόρο Βοτανειάτη, συνάντησαν τους Φράγκους στον Σαγγάριο, νοτιοδυτικά της Άγκυρας, το 1074. Λόγω της αποστασίας των Λατίνων μισθοφόρων και της απόσυρσης του Βοτανειάτη με τους Μικρασιάτες της οπισθοφυλακής, που πρόδωσε τους Δούκες όπως κι εκείνοι τον Ρωμανό Δ’ τρία χρόνια νωρίτερα στο Μαντζικέρτ, οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν πάλι και ο καίσαρας Ιωάννης πιάστηκε αιχμάλωτος.

Έχοντας φτάσει λεηλατώντας μέχρι την Χρυσόπολη στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, ο πανούργος Ρουσέλ θέλησε να αναμιχθεί ενεργά στο παιχνίδι της αυτοκρατορικής διαδοχής για δικό του όφελος. Έτσι αφού ανακήρυξε τον αιχμάλωτο Ιωάννη Δούκα αυτοκράτορα, αυτοανακηρύχθηκε αρχιστράτηγος της Αυτοκρατορίας στην Ανατολή. Η άλλοτε ένδοξη Ρωμανία είχε φτάσει στο έσχατο σημείο εξευτελισμού της από έναν αρχηγό μισθοφόρων.

Χωρίς αξιόμαχο στράτευμα πλέον και προβαίνοντας σε μια κίνηση απελπισίας, ο Μιχαήλ Ζ’ και ο Νικηφορίτζης σύναψαν συμμαχία με τον Σελτζούκο πολέμαρχο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμούς, που μέσα στο χάος της δεκαετίας του 1070 είχε καταφέρει να δημιουργήσει την δική του μικρασιατική ηγεμονία. Με αντάλλαγμα την αναγνώριση από τον αυτοκράτορα των κατακτήσεών του, ο Σουλεϊμάν έστειλε ενισχύσεις Τουρκομάνων νομάδων. Την ηγεσία αυτού του στρατεύματος ανέλαβε ο νεαρός (μόλις 18 χρονών), αλλά πολλά υποσχόμενος στρατηγός Αλέξιος Κομνηνός, μικρότερος αδερφός του Ισαάκιου Κομνηνού που είχε ηττηθεί το 1073 από τους Σελτζούκους. Πράγματι ο Αλέξιος κατάφερε να καταστείλει την φραγκική ανταρσία και να συλλάβει τον Ρουσέλ και τον καίσαρα Ιωάννη, του οποίου χαρίστηκε η ζωή με την προϋπόθεση να αποσυρθεί από την Αυλή και να καρεί μοναχός.

Όμως η συμμαχία με τους μουσουλμάνους Σελτζούκους και η επίσημη αποδοχή της απώλειας μικρασιατικών εδαφών προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στην Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον η κατάσταση στην Ανατολή χειροτέρευε, καθώς το κενό ισχύος που άφησαν οι Φράγκοι, έσπευσε να εκμεταλλευτεί ο Τουρκομάνος φύλαρχος Μαλίκ Ντανισμέντ, ο οποίος μέχρι το 1085 κατέλαβε ολόκληρo το κεντρικό μικρασιατικό υψίπεδο.

Την λαϊκή δυσαρέσκεια έσπευσαν να εκμεταλλευτούν ο δούκας Δυρραχίου Νικηφόρος Βρυέννιος και ο στρατηγός του θέματος των Ανατολικών Νικηφόρος Βοτανειάτης στασιάζοντας πλέον ανοικτά. Ο Βρυέννιος, αφού συγκέντρωσε ένα ισχυρό στράτευμα από “Φράγκους” μισθοφόρους ιππότες, Πετσενέγκους ιπποτοξότες, τα έμπειρα τάγματα της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και απογόνους των βετεράνων του θρυλικού στρατηγού Γεωργίου Μανιάκη από την Ιταλία, μετά από σύντονη πορεία πλησίασε τα τείχη της Βασιλεύουσας. Αδιαφορώντας για τους κατοίκους, άφησε τα στρατεύματά του να λεηλατήσουν και να κάψουν τα προάστεια της Πόλης, πράγμα που προκάλεσε την αγανάκτηση των Κωνσταντινοπολιτών, οι οποίοι συνασπίστηκαν εναντίον του και τον εξανάγκασαν να αποσυρθεί στην Θράκη.

Αυτή η εξέλιξη ευνόησε τον Βοτανειάτη, οποίος με τουρκικές ενισχύσεις κατευθυνόταν επίσης προς την Κωνσταντινούπολη. Τον Μάρτιο του 1078 ξέσπασε επανάσταση των κατοίκων της Πόλης, στην οποία έλαβε ενεργό μέρος και η Εκκλησία. Ο Μιχαήλ Ζ’ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον θρόνο και να καρεί μοναχός στη μονή Στουδίου. Στις 24 Μαρτίου ο Βοτανειάτης εισήλθε στην πρωτεύουσα και την ίδια μέρα στέφθηκε αυτοκράτορας από τον Πατριάρχη Κοσμά Α’.

Μην διαθέτοντας αρκετούς στρατιώτες για να αντιπαρατεθεί με τον Βρυέννιο, οποίος στο μεταξύ είχε εδραιωθεί στην Θράκη απομονώνοντας την Πόλη απο τα Βαλκάνια, ο Βοτανειάτης έστειλε τον πρόεδρο της Συγκλήτου Κωνσταντίνο Χοιροσφάκτη να διαπραγματευτεί με τον επικίνδυνο ανταπαιτητή, ώστε να κερδίσει χρόνο. Ταυτόχρονα διόρισε τον Αλέξιο Κομνηνό δομέστιχο των Σχολών (αρχιστράτηγο) και ζήτησε νέα βοήθεια από τον σύμμαχό του Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμούς, ο οποίος έχοντας ήδη στείλει 2.000 Τουρκομάννους, υποσχέθηκε και περισσότερους. Με την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, καθώς κανένας από τους δύο ανταπαιτητές δεν είχε πραγματική διάθεση για συμβιβασμό, ο Αλέξιος Κομνηνός στάλθηκε εσπευσμένως να εκστρατεύσει εναντίον του στασιαστή.

Οι δυνάμεις του περιελάμβαναν 2.000 Τούρκους σύμμαχους ιπποτοξότες, 2.000 Χωματηνούς (το Χώμα ήταν οχυρό στην άνω κοιλάδα του Μαιάνδρου στην Φρυγία που, λόγω της απομόνωσής του εξαιτίας της τουρκομανικής επέκτασης προς δυσμάς, είχε καταστεί ημιαυτόνομη ηγεμονία σε χαλαρή εξάρτηση από την Κων/πολη), λίγες εκατοντάδες Ιταλο-νορμανδών μισθοφόρων και το νεοϊδρυθέν από τον Νικηφορίτζη τάγμα των Αθανάτων, ένα επαγγελματικό σώμα βαρέος ιππικού που συστάθηκε από τα απομεινάρια των ταγμάτων της ανατολής για να αποτελέσει τον πυρήνα ενός νέου στρατεύματος. Με το μέγεθός του να φτάνει τους 5.500 με 8.000 άνδρες, το στράτευμα του Αλέξιου υστερούσε τόσο αριθμητικά όσο και ποιοτικά, καθώς οι στρατιώτες του υπολείπονταν σημαντικά σε εμπειρία σε σχέση με τους βετεράνους ομολόγους τους στο στράτευμα του Βρυεννίου.

Με τον Βρυέννιο να έχει στρατοπεδεύσει στην θέση Κεδοκτό (από το λατινικό aquaeductus/υδραγωγείο), ο Αλέξιος, αναμένοντας τις νέες σελτζουκικές ενισχύσεις, στρατοπέδευσε στις όχθες του ποταμού Αλμυρού κοντά στο οχυρό Καλαβρύη. Τούρκοι μισθοφόροι που έστειλε για ανίχνευση συνελήφθησαν από τον Βρυέννιο, ο οποίος έχοντας ενημερωθεί πλέον πως ο αντίπαλός του ήταν κοντά, έσπευσε προς συνάντησή του.

Ο Βρυέννιος έταξε τις δυνάμεις του (περίπου 12.000 άνδρες) σύμφωνα με την τυπική βυζαντινή διάταξη της εποχής, δηλαδή σε τρία τμήματα με το καθένα από αυτά σε δύο γραμμές μάχης. Στην δεξιά πτέρυγα, υπό τον αδερφό του Ιωάννη, τάχθηκαν οι “Φράγκοι” μισθοφόροι, το θεσσαλικό ιππικό και οι “μανιακάτες”, οι απόγονοι των βετεράνων του Μανιάκη. Στην αριστερή πτέρυγα έλαβαν θέση άνδρες από την Θράκη και την Μακεδονία υπό τον Κατακαλών Ταρχανειώτη και στο κέντρο τάγματα από την Θεσσαλία, την Θράκη και την Μακεδονία υπό τον ίδιο τον δούκα. Περίπου μισό χιλιόμετρο από το άκρο αριστερό του, και πάλι σύμφωνα με την βυζαντινή στρατιωτική πρακτική, είχαν παραταχθεί οι Πετσενέγκοι σε ρόλο υπερκεραστών.

Ο Αλέξιος, έχοντας μελετήσει την παράταξη του αντιπάλου του και την περιοχή χώρισε τις μικρές του δυνάμεις σε δύο κέρατα. Το αριστερό, υπό τον ίδιο, περιελάμβανε τους “Φράγκους” ιππότες στα δεξιά και τους Αθανάτους στα αριστερά τους. Στο δεξί κέρας, υπό τον Κωνσταντίνο Κατακαλών, τάχθηκαν οι Χωματηνοί και σε ρόλο πλαγιοφυλακής οι Τούρκοι με αποστολή να επιτηρούν τους Πετσενέγκους. Παρομοίως στο αριστερό του ο Αλέξιος έκρυψε σε εδαφική κοιλότητα ενεδρεύον τμήμα των Αθανάτων με σκοπό να αιφνιδιάσει το δεξί του Βρυεννίου. Δεδομένου του αριθμητικού και ποιοτικού μειονεκτήματος του στρατού του, ο Αλέξιος σκόπευε να τηρήσει αμυντική στάση παρασύροντας σε παγίδα το υπέρτερο αντίπαλο στράτευμα μεταξύ του κύριου σώματός του και του ενεδρεύοντος τμήματός του.

Καθώς οι δυνάμεις των στασιαστών προέλαυναν προς τις εχθρικές γραμμές, τα ενεδρεύοντα τμήματα του Αλεξίου πλαγιοκόπησαν το εχθρικό δεξιό. Παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό, ο Βρυέννιος (ή σύμφωνα με την Αλεξιάδα ο αδερφός του Ιωάννης) αντεπιτέθηκε με την “εταιρεία” του (την προσωπική του φρουρά) και την δεύτερη γραμμή μάχης και απώθησε τους υπερκεραστές του Αλεξίου, οι οποίοι λόγω απειρίας πανικοβλήθηκαν και έπεσαν πάνω στους Αθανάτους που επίσης διασπαστηκαν και εγκατέλειψαν τις θέσεις τους.

Την ίδια ώρα στο αυτοκρατορικό δεξιό, οι Χωματηνοί είχαν εμπλακεί με τους άντρες του Ταρχανειώτη. Οι Πετσενέγκοι διαφεύγοντας από την προσοχή των Τούρκων πλαγιοφυλάκων (ή ίσως και σε συνεργασία μαζί τους) έπληξαν τα μετόπισθεν των Χωματηνών, οι οποίοι παρομοίως έσπασαν και ετράπηκαν σε φυγή. Ο Αλέξιος που πολεμούσε μαζί με την προσωπική του φρουρά του στην πρώτη γραμμή περικυκλώθηκε μαζί με τους Φράγκους στο κέντρο. Η μοίρα του φαινόταν πλέον προδιαγεγραμμένη.

Σε αυτό το κρίσιμο σημείο ακριβώς η θεά Τύχη έπαιξε ξανά ένα από τα γνωστά της παιχνίδια. Οι νομάδες Πετσενέγκοι υποκύπτοντας στην έμφυτη τάση τους για λαφυραγώγηση, αντί να συνεχίσουν την καταδίωξη των δυνάμεων του Αλεξίου, που είχαν αρχίσει παρόλα αυτά να ανασυντάσσονται στο στρατόπεδό τους, στράφηκαν προς το αφύλακτο στρατόπεδο του Βρυεννίου και άρχισαν να το λεηλατούν. Αφού άρπαξαν ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν, προκαλώντας χάος στα μετόπισθεν των στασιαστών, αναχώρησαν για την πατρίδα τους.

Καθώς ο Βρυέννιος έστελνε δυνάμεις από τη δεύτερη γραμμή του για να αποκαταστήσουν την τάξη στο στρατόπεδό του, φαίνεται πως ο βρόχος γύρω από τις αυτοκρατορικές δυνάμεις που μάχονταν ακόμα στο κέντρο χαλάρωσε. Ο Αλέξιος, μην έχοντας ακόμα αντιληφθεί τι συνέβαινε, με λίγους από τους “οικείους” του κατάφερε να διαφύγει από τον εχθρικό κλοιό για να πέσει πάνω στους υπηρέτες του Βρυεννίου που προσπαθούσαν να απομακρύνουν με ασφάλεια από τους Πετσενέγγους το επίσημο άλογο με το οποίο ο Βρυέννιος θα εισερχόταν στην Πόλη για την στέψη του ως αυτοκράτορας. Αφού διασκόρπισαν την μικρή συνοδεία, ο Αλέξιος και οι άντρες του συνέλαβαν το πολύτιμο τρόπαιο και αποσύρθηκαν μαζί του πίσω στο στρατόπεδό τους.

Φτάνοντας σε έναν λόφο πίσω στην αρχική θέση του στρατεύματός του, ο Αλέξιος άρχισε να αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του, καλώντας τους υποχωρούντες στρατιώτες του να συνασπιστούν γύρω του. Παρουσιάζοντάς τους το άλογο του Βρυεννίου ως απόδειξη πως ο στασιαστής στρατηγός είχε σκοτωθεί, αναπτέρωσε το ηθικό των πολεμιστών του καλώντας τους για μια τελευταία έφοδο, ενώ ταυτόχρονα άρχισαν να καταφτάνουν και οι πολυαναμενόμενες τουρκικές ενισχύσεις από την Μικρά Ασία. Την ίδια ώρα στο πεδίο της μάχης οι περικυκλωμένοι “Φράγκοι” του Αλεξίου είχαν αφιππεύσει και διαπραγματεύονταν την παράδοσή τους. Η επαγρύπνηση στο στράτευμα των στασιαστών είχε χαλαρώσει, οι δυνάμεις της πρώτης γραμμής είχαν επαναπαυθεί λόγω της υποτιθέμενης νίκης τους και η δεύτερη γραμμή του Βρυεννίου βρισκόταν ακόμα σε σύγχυση λόγω της επιδρομής των Πετσενέγγων.

Έχοντας αντιληφθεί πλέον την αναρχία στο στράτευμα του αντιπάλου του ο Αλέξιος ετοίμασε την αντεπίθεσή του: Χώρισε τις δυνάμεις του στα τρία, με δύο ενεδρεύοντα τμήματα στα πλευρά και το τρίτο, μια μικτή δύναμη Αθανάτων, Χωματηνών και Τούρκων ιπποτοξοτών διασπασμένων στις επιμέρους ίλες τους, σε ρόλο δολώματος. Το τμήμα αυτό, αφού άρχισε να παρενοχλεί με τοξεύματα τους επαναπαυμένους στρατιώτες του Βρυεννίου, όταν αυτοί συνήλθαν από τον αρχικό αιφνιδιασμό και αντεπιτέθηκαν, προσποιήθηκε υποχώρηση, εξακολουθώντας όμως με συνεχείς αντεπιθέσεις να καταπονεί τους διώκτες του και να διαταράσσει την συνοχή τους. Σύντομα οι στασιαστές βρέθηκαν ανάμεσα στα δύο ενεδρεύοντα τμήματα στα πλευρά και η παγίδα που είχε προετοιμάσει ο Αλέξιος έκλεισε.

Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν ο Βρυέννιος και ο αδερφός του Ιωάννης, ο στρατός τους πανικοβλήθηκε και άρχισε να υποχωρεί ατάκτως. Τα δύο αδέρφια αιχμαλωτίστηκαν καθώς προσπαθούσαν να οργανώσουν μια δεύτερη γραμμή άμυνας.

Η μάχη αυτή σηματοδότησε το τέλος της ανταρσίας του Βρυεννίου. Σύντομα οι εναπομείναντες στασιαστές υπό τον Νικηφόρο Βασιλάκη ηττήθηκαν εκ νέου από τον Αλέξιο Κομνηνό, ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε να εκδιώξει και τους Πετσενέγγους από την Θράκη.

Ο Βρυέννιος τυφλώθηκε με διαταγές του Βοτανειάτη, αργότερα όμως έλαβε χάρη και αποκαταστάθηκαν οι τίτλοι του και η περιουσία του.

Λίγο αργότερα θα ερχόταν η σειρά του Βοτανειάτη να γευθεί την πικρή γεύση της προδοσίας και της εκθρόνισης. Έχοντας καταστεί εξαρτώμενος από τις ικανότητες του λαμπρού στρατηγού του Αλέξιου (ήταν 76 χρονών πλέον) και έχοντας αποξενωθεί από την πανταχού παρούσα οικογένεια των Δουκών, έπεσε θύμα των μηχανορραφιών της Αυλής. Την 1η Απριλίου 1081, με τη βοήθεια του αδερφού του Ισαάκιου και την αποδοχή των Δουκών, ο Αλέξιος εισήλθε θριαμβευτής στην Βασιλεύουσα ως αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός, εγκαινιάζοντας την λαμπρή δυναστεία των Κομνηνών που μέσα στα επόμενα 100 χρόνια θα αποκαθιστούσε την θέση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως την ισχυρότερη δύναμη της Μεσογείου της εποχής της.

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.