Κελτίβηρες, οι τρομεροί πολεμιστές που αντιστάθηκαν στην Ρώμη

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Κατά την διάρκεια του 6ου αιώνα, κελτικά φύλα από την Γαλατία άρχισαν να εισρέουν στην Ιβηρική, δημιουργώντας κοινότητες στην κεντρική ενδοχώρα της χερσονήσου (Μεσέτα) και στην δυτική ακτή της (σημερινή Πορτογαλία και ισπανική Γαλικία). Εκεί αναμίχθηκαν με τους ιθαγενείς Ίβηρες, Ουάσκωνες και Ταρτήσσιους, αποκτώντας τον δικό τους ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Με τον πόλεμο να είναι ενδημικό φαινόμενο στην χερσόνησο, οι Κελτίβηρες, όπως και οι γείτονές τους Ίβηρες, αναδείχθηκαν σε ξακουστούς πολεμιστές στον κόσμο της Μεσογείου, διαβόητους για την τέχνη τους στην ξιφομαχία και για την ποιότητα των όπλων τους. Έδωσαν πολλούς μισθοφόρους στους καρχηδονιακούς και στους σικελικούς στρατούς του 5ου-3ου αιώνα, όπως και στους ρωμαϊκούς των 2ου και 1ου αιώνων.

Ο Κελτίβηρας πολεμιστής πολεμούσε κατά βάση ως βαριά οπλισμένος ξιφομάχος εξοπλισμένος με ξίφος ή κοπίδα (falcata). Προστατευόταν από μεγάλη οβάλ ασπίδα κελτικής επιρροής ή από μικρή στρογγυλή τύπου caetra. Oι Κελτίβηρες πολεμιστές πριν την σύγκρουση με τα ξίφη εκτόξευαν μαζικά τα ελαφριά και στη συνέχεια τα βαριά διατρητικά ακόντιά τους (falaria ή ολομεταλικά soliferrea, με αμφότερα να προέρχονται πιθανότατα από το γαλατικό αντίστοιχo gaesum), ώστε να προκαλέσουν χάος στην εχθρική παράταξη. Ενδεικτικό της αποτελεσματικότητας του οπλισμού και των τακτικών τους είναι το γεγονός πως μετά τους Καρχηδονιακούς Πολέμους, κατά την διάρκεια των οποίων οι στρατοί της Ρώμης ήρθαν σε επαφή με τους πολεμιστές της Ιβηρικής, οι λεγεωνάριοι υιοθέτησαν μαζικά παραλλαγές του ισπανικού σπαθιού (gladius hispaniensis), ενώ πιθανότατα τότε ολοκληρώθηκε και η μετατροπή τους από έναν στρατό δορυφόρων σε μια δύναμη κρούσης βαριά θωρακισμένων ξιφομάχων.

Κατά το διάστημα 237-219 π.Χ οι Καρχηδόνιοι υπό την ηγεσία των Βαρκιδών έθεσαν υπό την επιρροή τους τις νότιες κελτιβηρικές φυλές, ενώ δεκάδες χιλιάδες στρατολογήθηκαν από τον Αννίβα για να πολεμήσουν στην Ιταλία. Κατά τις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στην Ιβηρική στα πλαίσια του Β’ Καρχηδονιακού Πολέμου τόσο οι καρχηδονιακοί όσο και οι ρωμαϊκοί στρατοί διέθεταν μεγάλα σώματα Κελτιβήρων μισθοφόρων ή συμμάχων. Μετά το τέλος του πολέμου και την εκδίωξη των Καρχηδονίων από την χώρα, η ανατολική και η νότια ακτή της οργανώθηκαν ως ρωμαϊκές επαρχίες (Hispania Citerior και Hispania Ulterior). Οι Κελτίβηρες της ενδοχώρας προέβαλαν άγρια αντίσταση στους κατακτητές, αναγκάζοντας την Ρώμη να διεξάγει δύο μακροχρόνιους και εξαιρετικά αιματηρούς κελτιβηρικούς πολέμους για να τους υποτάξει (Α’ Κελτιβηρικός Πόλεμος το 194-178 π.Χ και Β’ Κελτιβηρικός Πόλεμος το 154-133 π.Χ). Σύγχρονοι ερευνητές υπολογίζουν πως ειδικά την περίοδο 154-133 π.Χ η Ρώμη υπέστη τις μεγαλύτερες απώλειες στρατιωτικού προσωπικού στην μακρόχρονη ιστορία της με πάνω από 200.000 Ρωμαίους πολίτες και socii να χάνονται λόγω θανάτου, αιχμαλωσίας, λιποταξιών κλπ.Το τίμημα ήταν ακόμα μεγαλύτερο για τους Κελτίβηρες, καθώς από τα 2.000.000 περίπου του πληθυσμού τους θεωρείται πως χάθηκαν περίπου 400.000 άνθρωποι, με ολόκληρες φυλές και πληθυσμούς πόλεων να έχουν εξοντωθεί ή εξανδραποδιστεί.

Παρόλα αυτά οι Κελτίβηρες δεν έπαψαν να δημιουργούν προβλήματα στην Ρώμη. Το 83-73 π.Χ εντάχθηκαν μαζικά στην επανάσταση του Σερτωρίου κατά του Σύλλα, ενώ συμμετείχαν και στην σύγκρουση του Γαίου Ιουλίου Καίσαρα με την παράταξη των συγκλητικών τασσόμενοι με τους γιους του Πομπηίου. Ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος ανέλαβε προσωπικά την υποταγή τους το 26-18 π.Χ καθιστώντας τελικά ρωμαϊκή ολόκληρη τη χερσόνησο…

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.