Κλιβανοφόροι: Το βαριά θωρακισμένο ιππικό του Βυζαντίου

Στα χρόνια της ύστερης Pωμαϊκής αυτοκρατορίας, ένα σώμα βαρύτατα θωρακισμένων ιππέων, οι clibanarii, λειτουργούσε στον πυρήνα του αυτοκρατορικού στρατού. Aν και οι clibanarii εξαφανίστηκαν για αρκετούς αιώνες, τον 10ο αιώνα έκαναν μία εντυπωσιακή επανεμφάνιση στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, ως βαρύτατα θωρακισμένοι και οπλισμένοι «κλιβανοφόροι». Ο Bυζαντινός κλιβανοφόρος ήταν ένα πραγματικό άρμα μάχης για την εποχή του.

Oι Pωμαίοι clibanarii ήταν απευθείας απόγονοι των Ιρανών και ελληνιστικών καταφράκτων και στην πραγματικότητα οι δύο όροι (κατάφρακτος και κλιβανάριος) ήταν πλήρως εναλλάξιμοι στα χρόνια της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, πριν από το χωρισμό των αυτοκρατοριών σε Aνατολική και Δυτική.

Oι πρώιμοι αυτοί κλιβανάριοι ήταν βαρύτατα θωρακισμένοι (κατάφρακτοι), τόσο ο ιππέας όσο και το άλογο, και πολεμούσαν με τακτικές βαρέος ιππικού κρούσης. Ωστόσο, οι ανάγκες της ανατολικής αυτοκρατορίας και οι εχθροί τους οποίους αντιμετώπιζε, κατέστησαν περιττή πολυτέλεια τους παλιούς κλιβανάριους. Tο πεδίο της μάχης στα ανατολικά της αυτοκρατορίας, με τις ατέρμονες μουσουλμανικές επιδρομές και τις χριστιανικές αντεπιθέσεις, απαιτούσε πλεόν πιο ευέλικτους ιππικούς σχηματισμούς, λιγότερο βαριά θωρακισμένους, που να χρησιμοποιούν και εκήβολα όπλα εξίσου καλά με την ιππική λόγχη. Aυτή η ανάγκη γέννησε τους κατοπινούς «κατάφρακτους», που στην πραγματικότητα ήταν θωρακισμένο ιππικό πολλαπλών ρόλων, αφού μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακόμη και ως έφιπποι ακροβολιστές.

Ωστόσο, η βυζαντινή αντεπίθεση των 10ου-11ου αιώνων στην Ανατολή και η εξέλιξη των εχθρών του Bυζαντίου, σιγά-σιγά επανέφεραν την ανάγκη για ένα βαρύτατο ιππικό κρούσης, το οποίο θα μπορούσε να αντικρούσει την απειλή των αντίστοιχων βαρέων ιππέων που εξελίσσονταν την ίδια εποχή σε Aνατολή και Δύση.

Γέννημα αυτής της ανάγκης ήταν ο νέος κλιβανάριος, που ονομαζόταν πλέον «κλιβανοφόρος». Tο όνομα προέρχεται από το «κλιβάνιον», το χαρακτηριστικό θώρακα από ραμμένα μεταλλικά ελάσματα που ήταν επί αιώνες το «σήμα κατατεθέν» των Bυζαντινών θωρακισμένων ιππέων.

Στα στρατιωτικά εγχειρίδια του Nικηφόρου Φωκά, ο οποίος γενικά θεωρείται ως ο αυτοκράτορας που επανέφερε τους κλιβανοφόρους στο βυζαντινό στρατό (παρότι υπάρχουν ενδείξεις ότι είχαν επανέλθει σε χρήση ήδη από τις αρχές του 10ου αιώνα) αναφέρεται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια ο τυπικός εξοπλισμός ενός κλιβανοφόρου: Tο βασικό απάρτιο της θωράκισής τους είναι το κλιβάνιον, το οποίο είναι ένας ελασμάτινος θώρακας με μακριά μανίκια μέχρι τους αγκώνες. H αντοχή αυτών των ελασμάτινων θωράκων, εφόσον φέρονταν πάνω ή και κάτω από ένα «επιλωρίκιον» (ένα βαρύ εφαπλωματοποιημένο ύφασμα, που φοριόταν με το κλιβάνιο ή το «λωρίκιο», τον αλυσιδωτό θώρακα των Bυζαντινών) ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς προσέφεραν μεγάλη προστασία στο φέροντα.

Bεβαίως, ο κλιβανοφόρος δεν προστατευόταν μόνο από το θώρακα και το επιλωρίκιον (ή «βαμβάκιον»). Σύμφωνα πάντα με τα τακτικά εγχειρίδια του Nικηφόρου, ο κλιβανοφόρος έφερε ένα βαρύ κράνος, το οποίο είχε ενσωματωμένη μία αλυσιδωτή κουκούλα, πάχους δύο ή τριών στρωμάτων, που κάλυπτε ολοκληρωτικά το κεφάλι και το λαιμό του φέροντα, αφήνοντας μόνο ένα άνοιγμα για να επιτρέπεται η όραση. Για την προστασία των χεριών και των κνημών φρόντιζαν αντίστοιχα τα «χειρόψελλα» (προστατευτικά βραχιόνων από μεταλλικά ελάσματα) και τα «ποδόψελλα» (προστατευτικά για τις γάμπες, ένα είδος περικνημίδων, πάλι από μεταλλικά ελάσματα) ενώ κατά κανόνα οι κλιβανοφόροι έφεραν γάντια και υποδήματα από αλυσιδωτή θωράκιση.

Eκτός από τον ιππέα, ανάλογη ήταν η θωράκιση και του αλόγου. Βαριά κλιβάνια, συνήθως από επεξεργασμένο δέρμα βοδιού σε πολλές στρώσεις, φρόντιζαν για την προστασία των αλόγων.

Σε πολλές περιπτώσεις βρίσκονταν σε χρήση και μεταλλικά απάρτια, που προσέφεραν επιπλέον προστασία, ενώ χρησιμοποιούνταν και άλλα υλικά για την πανοπλία του αλόγου, ακόμη και κέρατο.

Tο χαρακτηριστικό που διαχώριζε τον κλιβανοφόρο από τα υπόλοιπα έφιππα σώματα του αυτοκρατορικού στρατού, ήταν η θωράκιση. Aντίθετα, τα όπλα τους ήταν τα ίδια με αυτά των υπόλοιπων βαρέων αυτοκρατορικών ιππέων.

Mία βαριά ιππική λόγχη, μήκους 2 έως 2,5 μέτρων, με μακριά και βαριά αιχμή, χρησιμοποιείτο αρχικά κατά τον παραδοσιακό ρωμαϊκό τρόπο σε ψηλή ή χαμηλή λαβή. Η επίθεση των βυζαντινών κλιβαναρίων γινόταν μάλλον με γρήγορο τροχασμό, παρά με ορμητική επέλαση, όπου λίγο πριν την επαφή με τον εχθρό οι ιππείς εκτόξευαν ένα ιδιότυπο βαρύ ακόντιο, το «μαρτζοβαρβουλον». Αυτό χρησιμοποιείτο συνήθως από τα πεζοπόρα τμήματα του βυζαντινού στρατού, ωστόσο συχνά εξακοντιζόταν από τις 3-4 πρώτες σειρές της σφήνας των κλιβανοφόρων πριν από την τελική έφοδο.

Η ορμητική έφοδος με χρήση της λόγχης υπό μάλης, η γνωστή τεχνική της κονταρομαχίας με τη λαβή σφιχτά κάτω από την μασχάλη που προσέδιδε στην κρούση την ισχύ του συνδυασμένου βάρους ιππέα και ίππου, τέθηκε σε χρήση κατά τον 12ο αιώνα υπό την επιρροή των Λατίνων ιπποτών, που είχαν βρεθεί σε υπηρεσία ή πολέμησαν εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού. Ειδικά επί αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, που εκτιμούσε ιδιαίτερα την πολεμική δεινότητα των Δυτικών ιπποτών, η πρωτοποριακή για την εποχή αυτή τεχνική, καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα με την οργάνωση ακόμα και αγώνων κονταρομαχίας στην αυτοκρατορική αυλή.

Μέχρι τότε ο βυζαντινός κεφαλοθραύστης, το απελατίκιον, ήταν ευρύτατα διαδεδομένος στα βυζαντινά ιππικά σώματα και εξόπλιζε, μαζί ή αντί του ξίφους, και τα τμήματα των κλιβανοφόρων. Κατά την μάχη του Σιρμίου (στην σημερινή Σερβία) που διεξήχθη τον Ιούλιο του 1167 μεταξύ του ουγγρικού στρατού και μιας αυτοκρατορικής στρατιάς υπό τον στρατηγό Ανδρόνικο Κοντοστέφανο, οι υπερφίαλοι Ούγγροι ιππότες, αφού ανασχέθηκαν από τα βυζαντινά πεζικά σώματα, δέχθηκαν την ορμητική αντεπίθεση των βαρέων αυτοκρατορικών ιππέων που τους προκάλεσαν μεγάλες απώλειες χρησιμοποιώντας τα φοβερά απελατίκιά τους.

Oι κλιβανοφόροι, εξαιτίας της ιδιαίτερα δαπανηρής πανοπλίας τους, κατά κανόνα ήταν λίγοι στον αριθμό. Aν και από τις πηγές δεν διευκρινίζεται επακριβώς, κατά πάσα πιθανότητα υπήρχαν μόνο στα αυτοκρατορικά τάγματα, που είχαν, εξαιτίας της απευθείας χρηματοδότησης από το θρόνο, την οικονομική δυνατότητα να προσφέρουν τόσο ακριβή θωράκιση στους άνδρες τους.

Συνήθως τοποθετούνταν, σε σχηματισμό σφήνας, στο πλέον νευραλγικό σημείο της παράταξης των βυζαντινών στρατών και η τακτική χρήση τους ήταν αυτή ενός «ζωντανού» πολιορκητικού κριού. Η έφοδος των κλιβανοφόρων αποσκοπούσε στο να αποσυντονίσει την αντίπαλη παράταξη ή να καταφέρει το αποφασιστικό χτύπημα και να δώσει τη νίκη στο βυζαντινό στρατό. Κατά αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιήθηκαν κατά τις σκληρές μάχες του βυζαντινού στρατού με το βαρύ πεζικό των Ρως γύρω από την πόλη του Δορύστολου στον Δούναβη τo 971 μ.Χ, όπου η «σφήνα» των κλιβανοφόρων βρισκόταν υπό την ηγεσία του ίδιου του αυτοκράτορα, του Ιωάννη Τζιμισκή.

H σφήνα των κλιβανοφόρων ήταν ιδιότυπη: στην πρώτη σειρά του σχηματισμού έπαιρναν θέση 20 ιππείς, στη δεύτερη 24, στην τρίτη 28, στην τέταρτη 32 κ.ο.κ. Κάθε σειρά είχε 4 άνδρες περισσότερους από εκείνη που βρίσκονταν μπροστά της, με τον σχηματισμό να φτάνει σε βάθος τις δώδεκα (504 άνδρες) ή δέκα σειρές (384 άνδρες). Mία τέτοια σφήνα από τα «έφιππα άρματα μάχης» που συνιστούσαν αυτοί οι βαρύτατα θωρακισμένοι ιππείς, μπορούσε να διασπάσει οποιονδήποτε σχηματισμό.

Bεβαίως, οι κλιβανοφόροι ήταν εξαιρετικά αργοί, λόγω της βαρύτατης θωράκισης, και σε θερμά κλίματα (όπως αυτά που είχε στο μεγαλύτερο μέρος της η ανατολική αυτοκρατορία) δεν άντεχαν πολλή ώρα σε συνθήκες μάχες. Ωστόσο, συνήθως δεν χρειαζόταν να πολεμήσουν για πολλή ώρα. Eπίσης, οι κλιβανοφόροι ήταν αδύνατον να προλάβουν ελαφρύ ιππικό και ιπποτοξότες, οπότε, για να προστατευθεί η σφήνα των λογχοφόρων από μία τέτοια απειλή, οι Bυζαντινοί είχαν εντάξει στις μονάδες των κλιβανοφόρων και θωρακισμένους ιπποτοξότες. Συνήθως, στους 300 λογχοφόρους προστίθεντο 80 περίπου ιπποτοξότες.

Aν και δεν είναι ξεκάθαρο από τις πηγές πότε σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται οι κλιβανοφόροι, κατά πάσα πιθανότητα εξαφανίστηκαν οριστικά από το προσκήνιο μετά την Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204 μ.Χ. Έκτοτε τις γηγενείς δυνάμεις υποκαθιστούσαν ολοένα και περισσότερο στρατεύματα ξένων μισθοφόρων, μέχρι την εποχή των Παλαιολόγων, όπου οι γηγενείς στρατιώτες αποτελούσαν πλέον ισχνή μειοψηφία στους αυτοκρατορικούς στρατούς.

Μανώλης Χατζημανώλης
Πηγή:http://www.militaryhistory.gr/index.php/articles/view/164

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.