Κοζάκοι – Οι »Λύκοι» της Στέπας

«Έρχονται οι Κοζάκοι»! Η τρομερή αυτή κραυγή, σκόρπιζε τον φόβο στις καρδιές όσων τολμούσαν να προκαλούν το απολυταρχικό τσαρικό καθεστώς. Εργάτες που διαμαρτύρονταν για τα μεροκάματα πείνας, αγρότες που επιζητούσαν κάποια μικρή βελτίωση της ζωής τους, διανοούμενοι που κραύγαζαν για δικαιοσύνη και δημοκρατία, όλοι αισθάνονταν τον πόνο από τα μακριά μαστίγια των Κοζάκων και τα κτυπήματα της σπάθας τους, καθώς εφορμούσαν για να διαλύσουν κάθε συγκέντρωση που απειλούσε το καθεστώς του οποίου είχαν γίνει μισθοφόροι.

Κατά την περίοδο της αναταραχής που προηγήθηκε της Επανάστασης του 1917, ο ρόλος των Κοζάκων ως δυνάμεων ασφαλείας έγινε τόσο ζωτικός, ώστε η άρνησή τους να επιτεθούν εναντίον των εργατών της Αγίας Πετρούπολης που είχαν εξεγερθεί ζητώντας ψωμί, συνέβαλε αποφασιστικά στην παραίτηση του τελευταίου Ρομανώφ. Από την άποψη αυτή, μπορεί να λεχθεί ότι έπαιξαν ρόλο στην επικράτηση της Ρωσικής Επανάστασης. Πολλοί κατετάγησαν επίσης στο φημισμένο σύνταγμα Συμεωνόφσκι που υποστήριζε τα Σοβιέτ, αν και άλλοι βρέθηκαν στις τάξεις των Λευκών και βοήθησαν τον ναύαρχο Κολτσάκ να εγκαταστήσει τη βραχύβια «Πανσιβηρική κυβέρνησή» του. Παρόμοιοι εσωτερικοί διχασμοί, όπως και παρόμοιες – καθ’ οδόν, θα μπορούσε να πει κανείς – αλλαγές συμμάχων, είναι χαρακτηριστικές των ανυπότακτων αυτών ανδρών, που πρωτοεμφανίσθηκαν ως νομάδες χωρίς πατρίδα, ρίζες ή οποιονδήποτε άλλο δεσμό από αυτούς οι οποίοι συνδέουν γενικά τους ανθρώπους με τον κόπο τους και τους ταυτίζουν με τον λαό τους. Με αφετηρία μια ημιμοναστική στρατιωτική αδελφότητα που είχε πολλά κοινά στοιχεία με τα Ιπποτικά Τάγματα των Σταυροφοριών, οι Κοζάκοι δημιούργησαν τους πρώτους χαλαρά οργανωμένους οικισμούς τους (υπό την ηγεσία ενός εκλεγμένου στρατηγού ή αταμάνου) στις όχθες του Δνείπερου γύρω στις αρχές του 13ου αιώνα. Το 1237 αντιστάθηκαν στη Χρυσή Ορδή του Μογγόλου Μπατού Χαν και σχεδόν επί 200 χρόνια εξακολούθησαν να πολεμούν κατά των νέων αυτών νομάδων που προήλαυναν από τις στέπες της Ευρασίας προς τον Βόλγα. Μετά από αυτή την προσφορά τους στον πολιτισμό, εξακολούθησαν να αυξάνουν σε αριθμό. Άλλοτε βοηθούσαν και άλλοτε μάχονταν (ανάλογα με τις διαθέσεις τους) τους εκάστοτε κυβερνήτες της Ρωσίας, έως ότου διαλύθηκαν και απορροφήθηκαν από τα Σοβιέτ κατά την μετεπαναστατική περίοδο. Σε όλο αυτό το διάστημα οι Κοζάκοι εξαπλώνονταν από την αρχική τους κοινότητα (ή σλοβόντ) στον Δνείπερο, ζώντας κυριολεκτικά ανεξάρτητοι από κάθε κεντρική εξουσία ή αρχή. Περίφημοι βαρκάρηδες και ιππείς, ακολουθούσαν τις ποτάμιες οδούς, διασχίζοντας τον Ντον, τον Βόλγα και τον Ομπ. Τον 16ο αιώνα έγιναν τόσο ισχυροί σ’ αυτές τις περιοχές, ώστε οι συνεχώς επεκτεινόμενοι οικισμοί τους απέκτησαν τίτλους όπως «Δημοκρατία των Κοζάκων του Ντον» και «Ελεύθεροι Κοζάκοι της Ουκρανίας».

Ο αταμάνος Ερμάκ Τιμοφέγιεφ ηγήθηκε της πρώτης επιτυχούς εκστρατείας τους πέραν των Ουραλίων, στη Σιβηρία. Εκτελώντας εντολές της πανίσχυρης οικογενείας Στρογγανώφ, που απολάμβανε σημαντικά εμπορικά προνόμια στην Ανατολή, ο Τιμοφέγιεφ κατέλαβε το 1580 μεγάλες εκτάσεις στις νέες αυτές περιοχές εν ονόματι του τσάρου Ιβάν Δ΄. Πενήντα οκτώ χρόνια αργότερα, το 1638, οι Κοζάκοι ήταν πάλι οι πρώτοι που εξερεύνησαν τις ποτάμιες οδούς της Σιβηρίας, φθάνοντας ως τις ακτές του Ειρηνικού, στη Θάλασσα του Οχότσκ. Το δίκτυο των σλοβόντ τους εκτεινόταν σε όλη την Ασία, από τον Ντον και τον Δνείπερο ως τον Ουσούρι. Η δύναμη των Κοζάκων είχε ιστορική σημασία. Η Ηγεμονία Πασών των Ρωσιών, που ιδρύθηκε το 1478 μετά την ένωση της Μοσχοβίας και του Νίζνι Νόβγκοροντ, ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και όταν, το 1610, οι Κοζάκοι υποστήριξαν την εξέγερση του δουλοπάροικου Ιβάν Μπολοτίκωφ, έφθασαν καίγοντας και λεηλατώντας ως τα τείχη της Μόσχας. Μετά την αποτυχία αυτής της απόπειρας ανατροπής του τσάρου, οι Κοζάκοι υποστήριξαν τους Πολωνούς, ο στρατός των οποίων μπήκε στη Μόσχα πριν τον απωθήσουν οι ρωσικές δυνάμεις. Το 1613, μετά τον σκληρό εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε τα γεγονότα αυτά, ήταν σε θέση να προβάλουν έναν δικό τους υποψήφιο για τον τσαρικό θρόνο που θα εκλεγόταν από την Εθνοσυνέλευση (ή Ζέμσκι Σομπόρ). Με τον τρόπο αυτό, συνέβαλαν, μέσω του Μιχαήλ Ρομανώφ, στην εγκαθίδρυση μιας δυναστείας που διήρκεσε περισσότερα από 300 χρόνια.

Γάμος των Κοζάκων, πίνακας του Józef Brandt

Η ζωή των Κοζάκων

Το γεγονός ότι οι Κοζάκοι βοήθησαν στην εγκαθίδρυση αυτής της δυναστείας και ότι ήταν φαινομενικά υποτελείς της, δεν αρκούσε για να εξασφαλίσει τη μόνιμη πίστη τους σ’ αυτήν. Το 1667, ο αταμάνος Στεπάν Ραζίν υποκίνησε τους Κοζάκους του Ντον σε εξέγερση. Αφού εξασφάλισε την υποστήριξη των χωρικών της περιοχής με υποσχέσεις απελευθέρωσής τους από την άρχουσα κάστα των βογιάρων και τους πράκτορες και χωροφύλακες του τσάρου, ο Ραζίν κατέλαβε πολλές πόλεις και επί ένα διάστημα ήταν ο απόλυτος άρχο-ντας σε όλο το μήκος του Βόλγα ως το Νόβγκοροντ. Καθώς ο αρχικός αριθμός τους είχε διογκωθεί υπερβολικά από κάθε είδους ανυπότακτα στοιχεία και φυγάδες από τη Μοσχοβία, την Πολωνία και τη Λιθουανία, οι Κοζάκοι την εποχή αυτή αντιπροσώπευαν μια δύναμη εντελώς έξω από τον έλεγχο του τσάρου στη μακρινή Μοσχοβία. Υπερήφανοι για την ανεξαρτησία τους, δεν δέχονταν με κανένα τρόπο να ενσωματωθούν στον στρατό των βογιάρων ή ακόμη και να υπηρετήσουν στην πολιτοφυλακή του τσάρου που ιδρύθηκε μετά τη βασιλεία του Ιβάν Δ΄. Οι ορδές των Κοζάκων, που ήταν πολύ ισχυροί για να εξαναγκασθούν σε υποτέλεια, περιέτρεχαν όλη τη χώρα διατηρώντας τις πολεμικές παραδόσεις της νομαδικής ζωής τους και είτε προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε όποιον πλήρωνε περισσότερα είτε ζούσαν απλά από τις ληστείες.

Πεπεισμένοι από την πείρα τους ότι δεν άξιζε τον κόπο να παραμένουν οπουδήποτε επί αρκετό χρονικό διάστημα για να δρέψουν τους καρπούς του τίμιου μόχθου τους, οι Κοζάκοι δεν καλλιεργούσαν τη γη ούτε ασκούσαν οποιοδήποτε από τα συνηθισμένα επαγγέλματα. Αποψίλωναν ή έκαιγαν ολόκληρα δάση για τους σκοπούς τους, ανέσκαπταν τις παρθένες στέπες και επαγγέλονταν τους ληστές και τους πειρατές των ποταμών σχηματίζοντας ληστρικές συμμορίες. Γίνονταν με την ίδια ευκολία κατακτητές και δουλέμποροι, καταπιέζοντας ακόμη και τους πιο φτωχούς και μεταβάλλοντας συχνά τα θύματά τους σε αδίστακτους και αδυσώπητους παράνομους.

Ο κόσμος στον οποίο ζούσαν ήταν ένας σκληρός και βίαιος. Σαν να μην έφθαναν το παγερό κρύο του χειμώνα και η αποπνικτική ζέστη του καλοκαιριού για να τους σκληραγωγήσουν, όλα στον τρόπο της ζωής τους ενέτειναν την αγριότητα, τη δύναμη και το σθένος τους.

Στα σλοβόντ των Κοζάκων δεν υπήρχε θέση για τους αδύνατους. Τα λιγοστά εφόδια της φυλής τους δεν μπορούσαν να σπαταληθούν για τους ιδι-αίτερα αδύνατους. Για να τα προετοιμάσουν στην ισόβια πάλη τους με τα άγρια στοιχεία της στέπας, οι μητέρες βουτούσαν τα παιδιά τους, αμέσως μετά τη γέννησή τους, στο χιόνι ή σε ένα μίγμα από αλάτι και πάγο. Πριν ακόμη μάθουν να περπατούν, τα τοποθετούσαν στη σέλλα και γρήγορα μάθαιναν να κολυμπούν σε ορμητικούς ποταμούς. Η μόνη τροφή που είχε δικαίωμα να φάει ο Κοζάκος από μικρό παιδί, ήταν αυτή που θα έφερνε ο ίδιος με την τέχνη του στο κυνήγι. Σε περιπτώσεις ασθένειας το μοναδικό φάρμακο του Κοζάκου ήταν να ιππεύσει ένα άλογο και, αφού καλπάσει στη στέπα έως ότου ο ίδιος και το άλογο εξαντληθούν, να ανοίξει μια φλέβα στον λαιμό του αλόγου και να πιει το ζεστό αίμα.

Οι πρώτοι Κοζάκοι κατασκεύαζαν τα ρούχα τους από προβιές ή από τα δέρματα των ζώων που σκότωναν στο κυνήγι. Μόνο οι ανώτεροι αξιωματούχοι είχαν τη δυνατότητα να φορούν ρούχα από χοντρά υφαντά βαμμένα με ζωηρά χρώματα. Αν και σταδιακά πλούτισαν χάρη στους αδιάκοπους πολέμους καθ’ όλο τον 17ο αιώνα και τις συνεπακόλουθες αρπαγές και λεηλασίες τους, ο τραχύς τρόπος της ζωής τους ελάχιστα είχε αλλάξει. Ούτε καν η γη που τους παραχωρούσαν συχνά ως ανταμοιβή των υπηρεσιών τους κατόρθωσε να καθηλώσει ποτέ αυτούς τους γεννημένους πλάνητες. Καλλιεργούμενη από κλεμμένους δουλοπάροικους, η γη αυτή συνέβαλλε ελάχιστα στον αυξανόμενο πλούτο τους.

Ο Στένκα Ράζιν πλέοντας στην Κασπία Θάλασσα (έργο του Vasily Surikov, 1906)

Διάσημοι ηγέτες των Κοζάκων

Αυτή η πανίσχυρη και ανυπότακτη δύναμη τέθηκε αντιμέτωπη με τον Μεγάλο Πέτρο όταν αυτός έγινε τσάρος το 1682. Ο Πέτρος ήταν ο πρώτος Ρώσος μονάρχης που είχε καταστρώσει σχέδια για να εκσυγχρονίσει το βαρβαρικό Κράτος του, να το φέρει σε επαφή με την Ευρώπη και να εισάγει τεχνικές μεθόδους και έθιμα της Δύσης. Έπρεπε όμως παράλληλα να συνδιαλλαγεί και με τους Κοζάκους. Για τον σκοπό αυτό προσεταιρίσθηκε αρκετούς αταμάνους. Ένας από αυτούς, ο Μαζέππα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάρκεια της βασιλείας του.

Ο Μαζέππα, γόνος Ουκρανών ευγενών, με ανατροφή στην πολωνική Αυλή, δεν θα γινόταν ίσως Κοζάκος αν δεν είχε μια άτυχη ερωτική περιπέτεια με μια Πολωνέζα ευγενή ο μαινόμενος σύζυγος της οποίας τον συνέλαβε, τον έδεσε γυμνό στη ράχη ενός άγριου αλόγου και το άφησε ελεύθερο στην στέπα. Το άλογο μετέφερε τον Μαζέππα κατευθείαν στους Κοζάκους των ουκρανικών στεπών και το επεισόδιο αυτό το απαθανάτισε ο λόρδος Μπάυρον στον «Μαζέππα» του.

Δεν είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς τους καγχασμούς με τους οποίους υποδέχθηκαν οι Κοζάκοι αυτόν τον περίεργο ξένο, αλλά καθώς η μόρφωση ήταν σπάνια ακόμη και μεταξύ των πλουσιότερων και των πιο ισχυρών από αυτούς, ο άτυχος εραστής γρήγορα βρήκε τον τρόπο να γίνει χρήσιμος στους νέους συντρόφους του. Γραμματέας, αρχικά του αταμάνου, έλαβε το 1687 ο ίδιος αυτό το αξίωμα. Αν και δεν ήταν Κοζάκος από καταγωγή, ο Μαζέππα αποδείχθηκε ο πιο αλλοπρόσαλλος από όλους τους. Υποστήριξε αρχικά τον Μεγάλο Πέτρο στον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Σουηδίας, αλλά αργότερα πέρασε στο στρατόπεδο του βασιλιά-πολεμιστή της Σουηδίας, Καρόλου ΙΒ΄. Όταν διαπίστωσαν ότι απειλούνταν οι ελευθερίες τους από τις επιτυχίες του Μεγάλου Πέτρου και την αυξανόμενη ισχύ της κεντρικής κυβέρνησής του, ανήσυχοι οι Κοζάκοι του Δνείπερου και του Ντον έσπευσαν πρόθυμα να καταταγούν στον στρατό του Σουηδού βασιλιά κατά την εισβολή του στην Ουκρανία και την προσπάθειά του να υποκινήσει επανάσταση εναντίον του τσάρου.

Οι αλλαγές αυτές φυσικά άσκησαν ελάχιστη επίδραση στις πιο απομακρυσμένες φυλές, που συνέχισαν την ανεξάρτητη νομαδική ζωή τους. Οι Κοζάκοι της ανατολικής Σιβηρίας εξερεύνησαν τη βορειοανατολική Ασία και πολλοί έλαβαν μέρος στις εξερευνήσεις του Μπέρινγκ που κατέληξαν στην ανακάλυψη του πορθμού που πήρε το όνομά του (Βερίγγειος) και των νησιών Σαιντ Λώρενς και Διομήδη. Εν τω μεταξύ, το 1774, οι Κοζάκοι των Ουραλίων επαναστάτησαν και πάλι και αυτή την φορά σχεδόν πέτυχαν να ανατρέψουν τη Μεγάλη Αικατερίνη. Χαρακτηριστικό και πάλι του διπλού ρόλου τους είναι το γεγονός ότι ο αταμάνος που ηγήθηκε της επικίνδυνης αυτής επανάστασης, ο Γιεμελιάν Εμελζάν Πουγκατσώφ, είχε προηγουμένως διακριθεί πολεμώντας στο πλευρό των Ρώσων στην Πρωσία κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου.

Ο Πουγκατσώφ δεν συνάντησε δυσκολίες στη στρατολόγηση των οπαδών του. Εξαιτίας των άθλιων συνθηκών που επικρατούσαν στον Ντον, των δεινών των δουλοπαροίκων, των θρησκευτικών αιρέσεων των Παλαιοπιστών, και της δυσαρέσκειας των μη ρωσικών μειονοτήτων για τα προνόμια που χορηγούντο στους Ρώσους εποικιστές, οι εθελοντές έσπευσαν από παντού για να ταχθούν κάτω από τις σημαίες του. Ο Πουγκατσώφ αυτοανακηρύχθηκε τσάρος, εγκατέστησε μια Αυλή και βαυκάλιζε τους οπαδούς του με υποσχέσεις για γη και ελευθερία. Οι νομάδες του Μπασκίρ σχημάτισαν το ιππικό του. Οι εργάτες των εργοστασίων έκλεβαν κανόνια για λογαριασμό του. Στις γραμμές του συνέρευσαν Μορβινιανοί και Τάταροι της περιοχής των Ουραλίων και Βόλγα. Ο Πουγκατσώφ με τις ορδές του εισέβαλε στην κοιλάδα του Βόλγα, κατέλαβε το Καζάν και το Νόβγκοροντ και άφησε κατόπιν ελεύθερους τους στρατιώτες του να λεηλατήσουν ολόκληρη την περιοχή και να σφάξουν τους κατοίκους της. Ενώ όμως υποχωρούσε από το Τσαρίτσιν όπου είχε τεθεί αντιμέτωπος με τις δυνάμεις της Μεγάλης Αικατερίνης, προδόθηκε από έναν από τους ανθρώπους του, μεταφέρθηκε στη Μόσχα μέσα σε ένα σιδερένιο κλουβί και αργότερα εκτελέσθηκε.

Μετά από αυτή τη νίκη, η Μεγάλη Αικατερίνη μπορούσε να συνεχίσει με μεγαλύτερη επιτυχία το έργο που είχε αρχίσει ο Μέγας Πέτρος και να επιβάλει αυστηρότερο έλεγχο στις άγριες, ανεξάρτητες φυλές των Κοζάκων. Εξακολούθησε δραστήρια τον «εκρωσισμό» της Ουκρανίας και, αφού επεξέτεινε τα σύνορά της μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, υπήγαγε τους Κοζάκους του Δνείπερου σε αυστηρότερη διοίκηση καταστρέφοντας το κύριο οχυρό τους, σε ένα νησί του ποταμού. Οι περιοριστικές δυνάμεις του 19ου αιώνα είχαν αρχίσει να περισφίγγουν τον κλοιό τους. Οι δεσμοί με την κεντρική εξουσία επεκτείνονταν βαθμιαία και ενισχύονταν. Αφού πολέμησαν ηρωικά και πιστά στο πλευρό του Αλεξάνδρου Α΄ εναντίον των δυνάμεων του Ναπολέοντα το 1812, οι Κοζάκοι ευνοήθηκαν από τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν την κατάργηση της δουλοπαροικίας το 1861. Την εποχή αυτή, στους Κοζάκους παραχωρήθηκαν μεγάλα κτήματα, τα δύο τρίτα των οποίων ανήκαν σε κάθε περιοχή στους πολίτες, ενώ το υπόλοιπο στους αξιωματικούς και στους στρατιώτες. Ως αντάλλαγμα, ωστόσο, κάθε Κοζάκος αναλάμβανε 20ετή στρατιωτική υπηρεσία, παρέχοντας ο ίδιος τα άλο-γα και τα όπλα του. Το γεγονός αυτό κατέστησε τους Κοζάκους την κύρια δύναμη της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος στη Σιβηρία, αλλά ταυτόχρονα εξυπηρετούσε την επέκταση του ελέγχου των φυλών τους στις άγριες και απρόσιτες ορεινές περιοχές του Καυκάσου.

Περιπολία Κοζάκων κοντά στις πετρελαιοπηγές του Μπακού, 1905

Οι Κοζάκοι στους νεώτερους χρόνους

Οι νέες αυτές συνθήκες άμβλυναν ως ένα σημείο τις αρχικές παραδόσεις του τρόπου ζωής των Κοζάκων. Μερικοί έγιναν πλέον αγρότες. Πολλοί ήταν μεγαλογαιοκτήμονες. Ωστόσο, ο πόλεμος εξακολουθούσε να παραμένει το κύριο, αν όχι το μοναδικό τους επάγγελμα. Επειδή δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν πια δουλοπάροικους, έλυσαν το πρόβλημα με «ελεύθερους εργάτες» εφευρίσκοντας ποικίλους τρόπους για να μην τους πληρώνουν, ενώ αυτοί, τρέμοντας την οργή τον πανίσχυρων και βάρβαρων κυρίων τους, εξακολουθούσαν να καλλιεργούν τα χωράφια τους και να βόσκουν τα κοπάδια τους χωρίς καμία διαμαρτυρία.

Τραχείς και αδίστακτοι στις συναλλαγές τους, οι Κοζάκοι ευημερούσαν. Κυριαρχούσαν στο λαθρεμπόριο και στη μαύρη αγορά, και έπαιρναν μέρος σε ύποπτες επιχειρήσεις. Κατά την έκρηξη του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου, το 1904, απεκόμισαν τεράστια κέρδη και λέγεται ότι την εποχή εκείνη οι πόλεις της Σιβηρίας συναγωνίζονταν το Παρίσι σε διασκεδάσεις.

Λόγω της αύξησης του πλούτου τους, οι Κοζάκοι άρχισαν να συρρέουν στις πόλεις. Μόνο μερικές οικογένειες παρέμειναν στις στέπες, όπου βαθμιαία απέκτησαν τις συνήθειες (αν όχι και τα χαρακτηριστικά) μιας ξένης φυλής.

Αλλά τα έθιμα και οι παραδόσεις 700 χρόνων ασυδοσίας δεν αποτινάχθηκαν τόσο εύκολα. Κατά τις ταραχές που ακολούθησαν μετά την υποχώρηση των τσαρικών στρατευμάτων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε αυτές που ανέκυψαν μετά την Επανάσταση, πολλοί Κοζάκοι επέστρεψαν στις συνήθειες των πατέρων τους. Σχηματίζοντας άτακτες, ανεξάρτητες συμμορίες, λυμαίνονταν την αναστατωμένη ύπαιθρο. Κατέστρεφαν και λεηλατούσαν οικισμούς και χωριά και υπέβαλλαν τους ειρηνικούς κατοίκους τους σε φρικτά μαρτύρια.

Ακόμη και αυτοί που είχαν γίνει αγρότες, ελάχιστα είχαν υποτάξει τη φιλελεύθερη και πολεμική φύση τους και αντιστάθηκαν επί χρόνια στις προσπάθειες κολεκτιβοποίησης των Σοβιέτ στο τέλος της δεκαετίας του 1920. Με δικαιολογημένο φόβο, οι κομμουνιστές κατήργησαν επί ένα διάστημα όλες τις μονάδες ιππικού των Κοζάκων, οι οποίες αναδιοργανώθηκαν μόνο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και εκσυγχρονίσθηκαν για να πολεμήσουν με όλη την τέχνη και το πατροπαράδοτο θάρρος τους εναντίον της Βέρμαχτ στις δασώδεις περιοχές και τα έλη της Ρωσίας.

Έτσι, μόνο στη σύγχρονη εποχή διαλύθηκαν και απορροφήθηκαν οι Κοζάκοι και έπαψαν να παίζουν, ως ιδιαίτερο και ανεξάρτητο σώμα, τον ρόλο τους στη ρωσική ιστορία.

Η κατάκτηση της Σιβηρίας από τον Ερμάκ (έργο του Vasily Surikov)

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Ο Σεμιόν Μπουντιένυ είναι ο τελευταίος μεγάλος Κοζάκος στρατηγός. Γιος Κοζάκου αγρότη, πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έπαιξε έναν σχεδόν θρυλικό ρόλο στην Επανάσταση, φθάνοντας έως τον βαθμό του στρατάρχη του Ερυθρού Στρατού το 1935 και του υφυπουργού Άμυνας το 1960. Κανείς, ωστόσο, δεν θεωρεί σήμερα απαραίτητο να σημειώσει ότι ο Γκεόργκι Μαλένκωφ, που διαδέχθηκε τον Στάλιν ως πρωθυπουργός της Σοβιετικής Ένωσης το 1953, ήταν Κοζάκος των Ουραλίων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• M.S. Anderson, Peter the Great, εκδόσεις Thames and Hudson, Λονδίνο 1978.
• Ε.Α. Brayley-Hodgetts, The court of Russia in the nineteenth century, εκδόσεις Methuen, Λονδίνο 1908.
• R.F. V.O. Bymes, Kliuchevskii, Historian of Russia, Indiana University Press, Μπλούμινγκτον 1996.
• J. Channon and R. Hudson, The Penguin historical Atlas of Russia, Penguin Books, 1995.
• P. Dukes, Catherine the Great and the Russian nobility, Cambridge University Press, 1967.
• G. Hosking, Russia: People and Empire, εκδόσεις Harper Collins, Λονδίνο 1997.
• J.L.H. Keep, Soldiers of the Tsar: Army and Society in Russia, 1462-1874, Clarendon Press, Οξφόρδη 1985.
• Ι. de Madariaga, Russia in the age of Catherine the Great, εκδόσεις Weidenfeld and Nicholson, Λονδίνο 1981.
• R.K. Peter Massie, Peter the Great, εκδόσεις Victor Gollancz, Λονδίνο 1981.
• N.V. Riasanovsky, A history of Russia, University Press, 1993 (5η έκδοση).
• N. V. Riasanovsky, The image of Peter the Great in Russian history and thought, Oxford University Press, 1985.
• G. Vernadsky (επιμέλεια), A source book for Russian history from early times to 1911, 3 τ., Yale University Press, 1972.
• A.A.N. Tαχιάος, Η Ρωσία της δυναστείας των Ρομανώφ, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002.

HISTORICAL QUEST

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.