«Κοινωνία της υπερκόπωσης» και κατάθλιψη

Ο Byung-Chul Han είναι Κορεάτης συγγραφέας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (Σχολή Καλών Τεχνών). Έχει γράψει πάνω από 16 βιβλία εστιάζοντας την κριτική του σε όψεις και φαινόμενα της ύστερης νεωτερικότητας. Ένα από αυτά είναι και Η κοινωνία της Κόπωσης, ένα μικρό δοκίμιο που κυκλοφόρησε το 2015 και πραγματεύεται τα κοινωνικά αίτια της εξάπλωσης ψυχικών ασθενειών όπως η κατάθλιψη, το σύνδρομο διάσπασης προσοχής (ΔΕΠΙ), της διαταραχής της προσωπικότητας με την ανάδυση ενός ναρκισσιστικού υποκειμένου που αναπτύσσεται γύρω από την κυρίαρχη επιταγή του σύγχρονου κοινωνικού ασυνειδήτου «να είναι ο εαυτός του».  Η (πρόχειρη) μετάφραση που ακολουθεί, προέρχεται από το 2ο κεφάλαιο της Κοινωνίας της Κόπωσης, και επιγράφεται «Πέρα απ’ τις κοινωνίες του ελέγχου», όπου και αναπτύσσεται ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα αυτού του μικρού δοκιμίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Stadford University Press (και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Opera). [a-r.gr]

***

Πέρα απ’ την κοινωνία του ελέγχου

Η μοντέρνα κοινωνία δεν είναι πλέον ο πειθαρχικός κόσμος του Φουκώ γεμάτος νοσοκομεία, τρελλάδικα, φυλακές, στρατόπεδα και εργοστάσια. Εδώ και καιρό έχει αντικατασταθεί από ένα άλλο καθεστώς, μια κοινωνία γυμναστηρίων, ουρανοξυστών, τραπεζών, αεροδρομίων, εμπορικών κέντρων και γενετικών εργαστηρίων. Η κοινωνία του 21ου αιώνα δεν είναι πλέον μια πειθαρχική κοινωνία, αλλά μάλλον μια κοινωνία του επιτεύγματος [Leistungsgesellschaft]. Επίσης, όσοι την απαρτίζουν δεν είναι πλέον «υποκείμενα-υποταγής» αλλά «υποκείμενα-επιτευγμάτων». Είναι επιχειρηματίες του εαυτού τους. Τα τείχη των πειθαρχικών θεσμών, που διαχώριζαν το κανονικό από το αντικανονικό, φαντάζουν πλέον αρχαϊκά. Η ανάλυση του  Φουκώ για την εξουσία δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις ψυχικές και τοπολογικές αλλαγές που προκύπτουν καθώς η πειθαρχική κοινωνία μετασχηματίζεται σε κοινωνία του επιτεύγματος. Ούτε η συνηθισμένη επίκληση της έννοιας «κοινωνίας του ελέγχου» ανταποκρίνεται σε αυτήν την αλλαγή. Περιέχει ακόμα πολύ αρνητικότητα.

Η πειθαρχική κοινωνία είναι η κοινωνία της αρνητικότητας. Εκφράζεται μέσω της αρνητικότητας που εμπεριέχεται στην απαγόρευση. Το αρνητικό βοηθητικό ρήμα που την κυβερνάει είναι το «δεν μπορείς». Παρομοίως, η αρνητικότητα του καταναγκασμού εκφράζεται με το Πρέπει. Η κοινωνία του επιτεύγματος, ολοένα και πιο έντονα, βρίσκεται σε διαδικασία αποποίησης της αρνητικότητας, η οποία εγκαταλείπεται εξαιτίας της αυξανόμενης απορρύθμισης. Το απεριόριστο Μπορώ καθίσταται το θετικό βοηθητικό ρήμα της κοινωνίας του επιτεύγματος. Στην πληθυντική του μορφή –η κατάφαση του «Ναι, Μπορούμε»– ανακεφαλαιώνει τον προσανατολισμό αυτής της κοινωνίας προς την θετικότητα. Οι απαγορεύσεις, οι εντολές, ο νόμος αντικαθίστανται από πρότζεκτ, πρωτοβουλίες και δημιουργία κινήτρων. Η πειθαρχική κοινωνία κυβερνάται από το Όχι. Η αρνητικότητά της παράγει τρελούς και εγκληματίες. Σε αντίθεση με αυτήν, η κοινωνία του επιτεύγματος παράγει καταθλιπτικούς και ηττοπαθείς.

Σ’ ένα επίπεδο, η αλλαγή παραδείγματος, από την πειθαρχική κοινωνία στην κοινωνία του επιτεύγματος, επιβεβαιώνει και μια συνέχεια. Ξεκάθαρα, η τάση για την μεγιστοποίηση της παραγωγής παραμένει στο κοινωνικό ασυνείδητο. Από ένα σημείο της παραγωγικότητας κι έπειτα, οι πειθαρχικές τεχνολογίες –ή καλύτερα, το σύστημα των απαγορεύσεων– συναντάει τα όριά του. Για την περαιτέρω επιτάχυνση της παραγωγικότητας, το παράδειγμα της πειθαρχικότητας αντικαθίσταται από το παράδειγμα του επιτεύγματος, ή με άλλα λόγια με το θετικό σύστημα του Μπορώ· γιατί από ένα σημείο κι έπειτα η αρνητικότητα της απαγόρευσης αποτρέπει την περαιτέρω επέκταση. Η θετικότητα του Μπορώ είναι πολύ πιο αποδοτική από το Πρέπει. Γι’ αυτό και το κοινωνικό ασυνείδητο μεταστρέφεται από το Πρέπει στο Μπορώ. Το υποκείμενο του επιτεύγματος είναι εντατικότερο και πιο αποτελεσματικό από το υποκείμενου του ελέγχου. Ωστόσο το Μπορώ δεν υπερβαίνει το Πρέπει. Το υποκείμενο της υποταγής παραμένει πειθαρχημένο. Έχει πλέον ολοκληρώσει το στάδιο της πειθάρχησής του. Το Μπορώ αυξάνει τα επίπεδα της παραγωγικότητας, η οποία δεν παύει να αποτελεί τον στόχο της πειθαρχικής τεχνολογίας [ ]. Σε ό,τι έχει να κάνει με την αύξηση της παραγωγικότητας, καμία τομή δεν υφίσταται μεταξύ του Πρέπει και του μπορώ· επιβεβαιώνεται η συνέχεια.

Ο Άλαν Έρεμπεργκ εντοπίζει την εμφάνιση της κατάθλιψης κατά την μετάβαση από την κοινωνία του ελέγχου στην κοινωνία του επιτεύγματος:

Η κατάθλιψη ξεκινάει την ανάδυσή της όταν το πειθαρχικό μοντέλο των συμπεριφορών, οι κανόνες εξουσίας και η τήρηση των ταμπού που έδωσαν στις κοινωνικές τάξεις καθώς και στα φύλα ένα συγκεκριμένο πεπρωμένο, διαρρήχθηκαν από νόρμες που μας προσκαλούσαν να αναλάβουμε προσωπική πρωτοβουλία ώστε να απολαύσουμε το να «είμαστε οι εαυτοί μας»… Ο καταθλιπτικός εαυτός είναι ανίκανος να σταθεί αντάξιος του εαυτού του· έχει κουραστεί με το αναγκάζεται να είναι ο εαυτός του.[1]

Το πρόβλημα είναι ότι ο Έρενμπεργκ προσεγγίζει την κατάθλιψη μόνον απ’ την σκοπιά της οικονομίας του εαυτού· η κοινωνική επιταγή του να ανήκεις μόνον στον εαυτό σου μεταβάλει κάποιον σε καταθλιπτικό. Για τον Έρενμπεργκ, η κατάθλιψη συνιστά την παθολογική έκφραση της αποτυχίας του ανθρώπινου όντος της ύστερης νεωτερικότητας να γίνει ο εαυτός του. Ωστόσο, η κατάθλιψη προκύπτει επίσης από την χρεοκοπία του σχετίζεσθαι [Bindungsarmut], πράγμα που είναι ίδιον του αυξανόμενου κατακερματισμού και της εξατομίκευσης του βίου μέσα στην κοινωνία. Ο Έρενμπεργκ δεν δίνει καμία σημασία σε αυτήν την διάσταση της κατάθλιψης. Επίσης υπερτιμάει την συστημική βία που εγκολπώνεται στην κοινωνία του επιτεύγματος, η οποία προκαλεί ψυχικές επιπλοκές. Ωστόσο δεν είναι μόνο η επιταγή του να ανήκεις μόνον στον εαυτό σου, αλλά και η πίεση της επιτυχίας που προκαλεί αυτού του είδους της εξαντλητικής κατάθλιψης. Υπό αυτό το φως, το σύνδρομο της υπερκόπωσης δεν εκφράζει τον εξαντλημένο εαυτό, αλλά την εξαντλημένη, καμένη ψυχή. Σύμφωνα με τον Έρενμπεργκ, η κατάθλιψη εξαπλώνεται όταν οι εντολές και οι απαγορεύσεις της πειθαρχικής κοινωνίας δίνουν τη θέση τους στην αυτό-υπευθυνοποίηση και την πρωτοβουλία. Στην πραγματικότητα, δεν είναι η υπερβολική υπευθυνότητα και η πρωτοβουλία που μας κάνει άρρωστους, αλλά η προσταγή της επιτυχίας: Που αποτελεί και την νέα, υπέρτατη εντολή της κοινωνίας της εργασίας στην φάση της ύστερης νεωτερικότητας.

Ο υπεράνθρωπος του Νίτσε, ο κύριος του εαυτού του έχει καταστεί μαζικό φαινόμενο: Δεν υπάρχει τίποτα υπεράνω του που θα μπορούσε να του πει το ποιος θα έπρεπε να γίνει, γιατί έχει καταστεί μοναδικός ιδιοκτήτης του εαυτού του[2]

Στην πραγματικότητα ο Νίτσε θα έλεγε ότι ο τύπος ανθρώπου που βρίσκεται σε διαδικασία να πραγματοποιηθεί σε μαζική κλίμακα δεν είναι ο κυρίαρχος υπεράνθρωπος αλλά ο «τελευταίος άνθρωπος», εκείνος που δεν κάνει τίποτε άλλο πέρα από το να δουλεύει. Ο νέος τύπος ανθρώπου, που βρίσκεται εκτεθειμένος στην υπερβολική θετικότητα δίχως καμία άμυνα, στερείται κάθε αυτονομίας –και το κάνει αυτό εθελοντικά, δίχως εξωτερικούς καταναγκασμούς. Είναι ο διώκτης και το θήραμα ταυτόχρονα. Ο εαυτός, με την πλήρη σημασία της έννοιας, αντιπροσωπεύει ακόμα μια ανοσολογική κατηγορία. Ωστόσο, η κατάθλιψη υπερβαίνει κάθε ανοσολογικό σύστημα. Προκύπτει τη στιγμή που το υποκείμενο του επιτεύγματος δεν είναι πλέον ικανό να είναι ικανό [nicht mehr kφnnen kann]. Πρώτα και κύρια, η κατάθλιψη συνιστά δημιουργική κούραση και εξάντληση των ικανοτήτων [Schaffens- und Kφnnensmόdigkeit].

Το παράπονο του καταθλιπτικού εαυτού, ότι «τίποτα δεν είναι εφικτό» αναδύεται μόνο σε μια κοινωνία που σκέφτεται ότι «τίποτε δεν είναι ανέφικτο». Το να μην-είσαι-ικανός-να-είσαι-πια-ικανός οδηγεί στην καταστροφική αυτό-επιτίμηση και στην αυτο-επιθετικότητα. Το υποκείμενο του επιτεύγματος βρίσκει τον εαυτό του να συγκρούεται μαζί του. Ο καταθλιπτικός έχει τραυματιστεί από έναν εσωτερικευμένο πόλεμο.

Η κατάθλιψη είναι η αρρώστια μιας κοινωνίας που υποφέρει από υπερβολική θετικότητα. Αντικατοπτρίζει μια ανθρωπότητα που έχει κηρύξει πόλεμο στον εαυτό της. Το υποκείμενο του επιτεύγματος παραμένει ελεύθερο από οποιαδήποτε εξωτερική έκφραση κυριαρχίας, δεν υπάγεται σε κανέναν –ή καλύτερα, μόνον στον εαυτό του. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο διαφέρει από το υποκείμενο της υποταγής. Ωστόσο, η εξαφάνιση της κυριαρχίας δεν επιφυλάσσει την ελευθερία. Αντίθετα, ταυτίζει την ελευθερία με τον περιορισμό. Έτσι, το υποκείμενο του επιτεύγματος παραδίδει τον εαυτό του σε μια καταναγκαστική ελευθερία –δηλαδή, στον ελεύθερο περιορισμό της μεγιστοποίησης του επιτεύγματος.[3] Η υπερβολή στην εργασία και τις επιδόσεις κλιμακώνεται σε αυτό-εκμετάλλευση, η οποία είναι πιο αποτελεσματική από την άλλο-εκμετάλλευση, εξαιτίας του αισθήματος της ελευθερίας που ενυπάρχει σε αυτήν. Ο εκμεταλλευτής είναι ταυτοχρόνως και ο εκμεταλλευόμενος. Ο θύτης και το θύμα δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν.

Αυτή η αυτό-αναφορικότητα παράγει μια παράδοξη ελευθερία, η οποία αιφνιδίως μετασχηματίζεται σε βία εξαιτίας των καταναγκαστικών δομών που κατοικούν μέσα της. Οι ψυχικές διαταραχές της κοινωνίας του επιτεύγματος αποτελούν τις παθολογικές εκφράσεις αυτής της παράδοξης ελευθερίας.

—————————-

Σημειώσεις:

[1] Alain Ehrenberg, Weariness of the Self: Diagnosing the History of Depression in the Contemporary Age, trans. Enrico Caouette, Jacob Homel, David Homel, and Don Winkler (Μόντρεαλ: McGill- Queen’s University Press, 2010), σελ. 4.

[2] Ό.π., σελ. 117.

[3] Η Ελευθερία, στην αυθεντική της σημασία, συνδέεται με την αρνητικότητα. Είναι πάντοτε ελευθερία από τους περιορισμούς που μας ασκεί ο ανοσολογικός Άλλος. Όταν η αρνητικότητα δίνει την θέση της στην υπερβολική θετικότητα, η έμφαση στην ελευθερία –που εξελίσσεται διαλεκτικά από άρνηση σε άρνηση– εκμηδενίζεται μαζί της.

ΑΡΔΗΝ

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.