Κοινωνική διαστρωμάτωση και «αστικές κοινότητες» στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο

Κείμενο: Αναστασία Παπαδία-Λάλα, ”ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ, ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ”, στο Πολιτικοί προσανατολισμοί του Νέου Ελληνισμού (επιμ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου), Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελληνων, 2012, σ. 20-23.

Οι ελληνικές κτήσεις της Γαληνοτάτης, σε αντίθεση με τον αποκλειστικά αστικό μητροπολιτικό χώρο, στηρίζονταν σε δύο πυλώνες, στην πόλη και την ύπαιθρο. Οι πόλεις του βενετοκρατούμενου ελληνικού χώρου σχεδόν στο σύνολό τους αποτελούσαν λιμάνια, ήταν τειχισμένες και διέθεταν πληθυσμό στραμμένο όχι μόνο σε αστικές δραστηριότητες αλλά και στη φεουδαρχική ιδιοκτησία.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ : Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ (1204  – 1669)

Στο πλαίσιο αυτό, ο κόσμος της πόλης ουσιαστικά αναπαρήγε το βενετικό πρότυπο και διακρινόταν σε τρεις κοινωνικές κατηγορίες. Την ανώτερη βαθμίδα κατείχαν τα μέλη των τοπικών κοινοτικών συμβουλίων, με τις αυξημένες διοικητικές αρμοδιότητες –Λατίνοι και Έλληνες–, που ανάλογα με την περιοχή αποκαλούνταν ευγενείς ή πολίτες (cittadini). Το δεύτερο κοινωνικό στρώμα αντιστοιχούσε σε μια ρευστή κοινωνική κατηγορία, με ελληνική κυρίως καταγωγή, τους ονομαζόμενους, ανάλογα με την περιοχή και στην περίπτωση αυτή, αστούς/πολίτες (cittadini) ή «αστικούς» (civili), οι οποίοι καταλάμβαναν ορισμένα αξιώματα στην τοπική υπαλληλία και μετείχαν σε αδελφότητες λαϊκών. Στην τρίτη βαθμίδα, του λαού ή όχλου (popolo-plebe), ανήκαν οι κατώτεροι κοινωνικά, επίσης σχεδόν συνολικά ελληνικής καταγωγής, κάτοικοι των πόλεων, όπως τεχνίτες και μικρέμποροι, συχνά συσσωματωμένοι σε επαγγελματικές συντεχνίες. Τέλος, στην πόλη κατοικούσαν ολιγάριθμοι, αλλά οικονομικά ισχυροί Εβραίοι, οργανωμένοι στις θρησκευτικού χαρακτήρα εβραϊκές κοινότητες.

Από την άλλη, ο πληθυσμός της υπαίθρου περιλάμβανε το πιο πολυάριθμο τμήμα των εγχωρίων, τους ελληνορθόδοξους αγρότες, οι οποίοι με τη σειρά τους εμφάνιζαν χαλαρή συλλογική οργάνωση, με τη μορφή αγροτικών κοινοτήτων και επικεφαλής αιρετούς εκπροσώπους, τους λεγόμενους πρωτόγερους.18 Καθίσταται, έτσι, εμφανές ότι η Βενετία ως πολιτική εξουσία προέκρινε για τη διακυβέρνηση των μακρινών της κτήσεων την αρχή της ένταξης του πληθυσμού σε θεσμοθετημένα και αξιόπιστα συλλογικά σώματα, μεταξύ των οποίων κυρίαρχη θέση στο πολιτικό σύστημα κατείχαν οι συσσωματώσεις των ανώτερων στρωμάτων, δηλαδή οι αστικές κοινότητες (comunità).

Ειδικότερα, με την όρο “αστική κοινότητα” εννοείται ένα θεσμικά αναγνωρισμένο συλλογικό όργανο, που έδρευε στην πόλη και απαρτιζόταν από κοινωνικά επιφανείς κατοίκους κάθε κτήσης, αντιπροσώπευε τα μέλη του αλλά και το σύνολο των εγχώριων πληθυσμών ενώπιον των βενετικών αρχών, και λάμβανε μέρος στην άσκηση της τοπικής διοίκησης. Συνακολούθως, η συμμετοχή στην κοινότητα προσέδιδε στα μέλη της μια νέα, εξέχουσα κοινωνική ταυτότητα, εκείνη του φορέα της “αστικής ιδιότητας”, ευγενούς ή πολίτη και αποκλειστικού κατόχου πολιτικών δικαιωμάτων.

Τα κοινοτικά συμβούλια στις κατακερματισμένες στο χώρο και στο χρόνο βενετικές κτήσεις στην Ανατολή, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, εμφανίζουν στον πυρήνα τους κοινά γνωρίσματα. Στις αφετηρίες τους ανήκε στα μέλη τους το σύνολο των αστικών πληθυσμών κάθε κτήσης, ευγενείς-φεουδάρχες, έμποροι, τεχνίτες και εργάτες. Σταδιακά, ωστόσο, κατά το βενετικό παράδειγμα, μια μικρή τους ομάδα κατόρθωσε να εκτοπίσει από τα συμβούλια τους υπόλοιπους και πλέον πολυάριθμους κατοίκους των πόλεων, έτσι ώστε από τον 16ο αιώνα και εξής οι αστικές κοινότητες να ταυτίζονται με ένα σώμα ολιγάριθμων εγχώριων οικογενειών.

Η είσοδος στο προνομιούχο αυτό σώμα προϋπέθετε τη νομιμοφροσύνη στο βενετικό κράτος και το χριστιανικό θρήσκευμα, ενώ επιπρόσθετα κριτήρια της κοινοτικής, “αστικής” ιδιότητας αποτέλεσαν τα ακόλουθα:

  1. η υποχρεωτική κατοικία, και μάλιστα η ιδιοκτησία, στην πόλη. Το στοιχείο αυτό συντέλεσε στη θεσμική υπερίσχυση του αστικού χώρου και στην αντίστοιχη υποβάθμιση της υπαίθρου, ανεξάρτητα από τον παραγωγικό χαρακτήρα και τη δημογραφική υπεροχή της. Παράλληλα, ανέδειξε τις αντινομίες του συστήματος, καθώς τα μέλη των κοινοτήτων κατοικούσαν στην πόλη, αλλά ως, κατά κύριο λόγο, γαιοκτήμονες συνδέονταν οικονομικά με την ύπαιθρο∙
  2. η εντοπιότητα ή η μακρόχρονη διαμονή στην περιοχή και ο συνακόλουθος αποκλεισμός των “ξένων”. Στην περίπτωση αυτή, οι αντιθετικές κατηγορίες του “εντοπίου” και του “ξένου” συνιστούσαν τεχνητές κατασκευές, με βάση τη χρονική σχέση του ατόμου με τον τόπο, και δεν ανάγονταν υποχρεωτικά στο επίπεδο των αντιλήψεων∙
  3. “οι τρεις βαθμοί της αστικότητας”, δηλαδή η μη άσκηση χειρωνακτικής τέχνης από το κοινοτικό μέλος, τον πατέρα και τον παππού του, με τρόπου, με την εξαίρεση των φεουδαρχών και των μεγαλεμπόρων, από τα κοινοτικά συμβούλια αποκλειόταν το μεγάλο μέρος των επαγγελματιών της πόλης, εκτός από ορισμένα “ευγενή”, όπως χαρακτηρίζονταν, επαγγέλματα μεταξύ των οποίων οι δικηγόροι και οι χρυσοχόοι∙
  4. η γέννηση από νόμιμο γάμο, επομένως ο αποκλεισμός των νόθων από την πολιτική ζωή, σε μια κοινωνία που ο αριθμός των νόθων παιδιών ήταν υψηλός και, ειδικά στην περίπτωση των ευγενών οικογενειών, τα παιδιά αυτά συχνά αναφέρονται να συμβιώνουν ομαλά με την υπόλοιπη, νόμιμη πατρική οικογένεια∙
  5. τέλος, προϋπόθεση της εισδοχής στα κοινοτικά συμβούλια αποτελούσαν το ήθος και ο ευυπόληπτος τρόπος ζωής, ενώ σημαντικά, αλλά μη θεσμοποιημένα κριτήρια αποτέλεσαν ο πλούτος και η παιδεία.

Με πρότυπο το κλείσιμο του Μείζονος Συμβουλίου της Βενετίας, οι αστικές κοινότητες των ελληνικών της κτήσεων μετά τον 16ο αιώνα μετατράπηκαν σε κλειστά σώματα, με λιγοστά μέλη, καταγραμμένα στα βιβλία των κατά περιοχή γραμματειών, τις τοπικές Χρυσές Βίβλους. Η αστική ιδιότητα των μελών ήταν ισόβια και κληρονομητή στα άρρενα τέκνα τους. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα αυτοανανεούμενο αριστοκρατικό όργανο, από το οποίο αποκλείονταν οι υπόλοιποι κάτοικοι, με εξαίρεση μεμονωμένες περιπτώσεις τους που κατέλαβαν κενή θέση στο κοινοτικό συμβούλιο ύστερα από προκήρυξη ή και εξαγορά της, σε κρίσιμες συγκυρίες, πολέμους και σιτοδείες. Το άκαμπτο αυτό κοινωνικό σύστημα γέννησε εσωτερικές αντιθέσεις, που στις ακραίες εκδηλώσεις τους προσέλαβαν χαρακτήρα ένοπλης σύρραξης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ρεμπελιό των Ποπολάρων στη Ζάκυνθο του 1628.21 Η πολυσυζητημένη αυτή κίνηση με τις διαφορετικές ιστορικές αναγνώσεις –για άλλους πρώιμη αστική επανάσταση, για άλλους εξέγερση με εθνικά κίνητρα κατά των εξουσιαστών Βενετών–, όπως αποδείχθηκε από πρόσφατες έρευνες, αποτέλεσε σύγκρουση περί την κοινότητα, με στόχο την εισαγωγή ορισμένων ομάδων στον κύκλο της, επομένως την αναπαραγωγή και όχι την ανατροπή του συστήματος.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.