«Κουρσάροι»- το ελληνοκεντρικό διήγημα του Ένγκελς για το 1821

του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου από το Κοινωνικό Οδόφραγμα

Τον 17χρονο Ένγκελς είχε συνεπάρει ο ηρωικός αγώνας του υπόδουλου ελληνικού Έθνους, τον οποίο αποτύπωσε το 1837, στο διήγημά του: «Οι κουρσάροι (A tale pirate)». Τόσο γλαφυρά μάλιστα, που θα έσπερνε μένος και ντροπή στους σημερινούς Έλληνες αριστερούς ιστορικούς, που θέλουν να αποδομήσουν το ΄21. Ήταν το ίδιο έτος, όταν σε γιορτή του Γυμνασίου, απάγγειλε στα ελληνικά το ποίημα που είχε γράψει ο ίδιος και αναφερόταν στη μονομαχία του Ετεοκλή με τον αδερφό του, Πολυνίκη. Ενώ σε γυμνασιακό του τετράδιο η εργασία του έχει τίτλο: «Από τη δημιουργία του κόσμου ως την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.X.)», γοητευμένος πάντα από την αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου π.Χ αι και τον «Επιτάφιο» του Περικλή». (σ.σ. τον οποίο οι ιδεολογικοί του απόγονοι θέλουν να εκτοπίσουν από την παιδεία των παιδιών μας).

Άλλωστε, η αγάπη του Ένγκελς για την αρχαία ελληνική ιστορία είναι δεδομένη και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μαρξισμού. Ο μικρός Ένγκελς μεγάλωσε με την ελληνική μυθολογία και τη μελέτη των αρχαίων κλασσικών που διάβαζε στην αρχαιοελληνική γλώσσα.

Το διήγημα

«Οι κουρσάροι», εμπεριέχουν απαγορευμένες λέξεις και νοήματα για τη σημερινή κλίκα που στρογγυλεύει την ιστορία και τη μνήμη. Η ελληνική συνέχεια με την αναφορά αρχαιοελληνικών και χριστιανικών ονομάτων – και με τον αρχηγό που λέγεται Λεωνίδας – όσο και η ταύτιση θρησκείας και εθνικοτήτων είναι εμφατικά παρόντα. Ο Έλληνας είναι ταυτόχρονα ο χριστιανός και ο μουσουλμάνος είναι Τούρκος. Η μοχθηρία των βάρβαρων Τούρκων και των αρναούτηδων αντικρίζει το πάθος και τη γενναιότητα των Ελλήνων. Πάρτε ένα ενδεικτικό δείγμα:

«Το καράβι ετοιμαζόταν να σαλπάρει από την Κούλουρη, τη Σαλαμίνα της αρχαιότητας, τόπος που εκτυλίχθηκε η Αθηναϊκή Ανδρεία. Ένα ελληνικό εμπορικό καράβι, με πολυάριθμο πλήρωμα που είχε φέρει στην Αθήνα μαστίχα, αραβική κόμμι και άλλα…} (…)

«Πώς σε λένε; Από πού είσαι;»

«Το όνομά μου είναι Λέων Πάππος κι είμαι από την Αθήνα. Εσείς;»
«Λέγομαι καπετάν Λεωνίδας Σπετσιώτης, από τις Σπέτσες. Τώρα άκουσε! Εσύ  σίγουρα μας θεωρείς τίμιους εμπόρους; Όχι, δεν είμαστε τέτοιοι! Κοίταξε τα κανόνια μας, τα φανερά και τα κρυμμένα, τα πυρομαχικά μας, το οπλοστάσιό μας και τότε θα καταλάβεις πως το εμπόριο είναι απλώς ένα πρόσχημα. Θα καταλάβεις ότι είμαστε διαφορετικοί, καλύτεροι άνθρωποι, γνήσιοι Έλληνες, οι άνθρωποι που εξακολουθούν να λαχταρούν τη λευτεριά. Εν ολίγοις, Κουρσάροι, όπως μας λένε οι άπιστοι που τιμωρούμε. Και τώρα για ΄σένα∙ για ΄σένα που  μου αρέσεις και μου θυμίζεις πολύ τον αγαπημένο μου γιο που οι άπιστοι μού τον σκότωσαν πέρυσι, μπροστά στα μάτια μου. Θέλω να σου προτείνω λοιπόν, να ενωθείς μαζί μας και να βοηθήσεις στον αγώνα για τη λευτεριά των Ελλήνων, προξενώντας ζημιές στους άπιστους, για τους οποίους ταιριάζουν, βέβαια, οι στίχοι του Ομήρου:

«Έσσεται ήμαρ ότ΄ αν ολώλη  Ίλιος ίρη και Πρίαμος, και λαός ευμέλω Πριάμοιο»[α] (Θα ΄ρθει μια μέρα που η μεγάλη Τροία θα καταστραφεί, θα καταστραφεί ο Πρίαμος και ο λαός του λογχοφόρου Πριάμου. 

(…)   { «Τι είναι αυτά που λες; Κουρσάροι; Και μου προτείνετε να ενωθώ μαζί σας; Αμέσως! Για να πάρω πίσω το αίμα του πατέρα μου! Ω χαρά! Είναι χαρά μου να ενωθώ με εσάς, να πολεμήσω με λύσσα ενάντια στους μουσουλμάνους, να τους σφάξω σαν ζώα!» (…) {Περνούσαν πια τις Κάβο- Κολώνες, το αρχαίο Σούνιο, και ο Λέων κοίταζε θλιμμένα τις ψηλές κορφές του Υμηττού που χάνονταν στο βάθος, όταν τον διέκοψε ο Λεωνίδας:…}

(…) {Ο πατέρας μου ήταν έμπορος, ο Γρηγόριος Πάππου. Η μητέρα μου ονομαζόταν Άρτεμις. Εγώ λέγομαι Λέων, η δίδυμη αδερφή μου ονομάζεται Ζωή κι ο μικρότερος αδελφός μου, Αλέξης…}

 «Λέων, γιε μου, φύγε, φύγε από ΄δω! Κινδυνεύεις, «Πατέρα, πώς λέγεται ο δολοφόνος σου;»,  ρώτησα. «Λέων, το όνομά του είναι Μουσταφά Μπέη. Ο Θεός ας συγχωρέσει τη δόλια μου ψυχή.» (…) «ορκίστηκα να μην αποχωριστώ ούτε το ζωνάρι, ούτε το γιαταγάνι, μέχρι που το αίμα του πατέρα μου να ξεπλυθεί με τούρκικο αίμα» (…)

«Άγρια η μάχη, μέχρι που αρκετοί Τούρκοι παραδόθηκαν στους γενναίους Έλληνες. «…πετάγεται στον κατάστρωμα ένας γιγαντόσωμος Αρναούτης  και γυρνώντας το γιαταγάνι του, φώναξε:«Τι συμβαίνει Μουσουλμάνοι; Σκοπεύετε να αφήσετε τον εαυτό σας να σφαγιασθεί από τους άπιστους; Αρπάξτε τα σπαθιά σας και σκοτώστε αυτά τα σκυλιά!» Πήδηξε τότε μπροστά να διώξει μια και καλή τους Έλληνες. «Πού είναι ο αρχηγός σας;», φώναξε. «Εδώ», φώναξε και ο  Λεωνίδας προχωρώντας προς τα εμπρός}.

 (…) {ο Λέων πολέμησε γενναία. …Τούρκοι πέφτουν από τα χτυπήματά του, αλλά και πολλοί γενναίοι Έλληνες ξεψυχούν κάτω από τα σπαθιά των Τούρκων. Η τύχη είναι με το μέρος των βαρβάρων, οι οποίοι ωστόσο είναι τριπλάσιοι σε αριθμό…}

(…) { Τότε, ο Λέων είδε το δολοφόνο του πατέρα του.  Βλέποντας τον τεράστιο Αρναούτη  που εκείνη τη στιγμή σκότωνε έναν ηλικιωμένο Έλληνα, φώναξε εξαγριωμένος: «Γκουνγκιάζ (Δολοφόνε, φονιά)_, πολέμα αν σου βαστάει με τους νέους»….

Είναι τέτοιος ο τρόπος γραφής του Ένγκελς που σε καταπλήσσει για το πάθος του υπέρ των Ελλήνων και σε κάνει να απορείς που χρόνια αργότερα ο ίδιος θα τους αποκαλεί μαζί με τους άλλους Βαλκάνιους, «… άθλια συντρίμμια πρώην εθνών», «ληστοσυρφετός»  και «νανοφυλές»… «Είμαι αρκετά αυταρχικός, ώστε να θεωρώ ως αναχρονισμό την ύπαρξη αυτών των κατά φύσιν λαϊσκων καταμεσίς στην Ευρώπη». Για τους Βούλγαρους γράφει «Που αλλού στον κόσμο θα βρείτε τέτοιον γουρουνολαό;», ενώ δεν γλιτώνουν και οι  δε Κρητικοί που τους χαρακτηρίζει ως «προβατοκλέφτες»

Είναι μήπως ο θαυμασμός για το αρχαιοελληνικό κλέος, που από μικρός μελετούσε και το φιλελληνικό κύμα που τον είχε ενθουσιάσει, πριν γνωρίσει τον μαρξιστικό υλισμό και τον μισέλληνα Φαλμεράυερ;  Άλλωστε κι αν ακόμα η μετέπειτα αντιμετώπιση του Ένγκελς για το Βυζάντιο είναι αρνητική ή έστω  αμφίσημη, στο διήγημα διαφαίνεται η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού με τη μείξη των αρχαιοελληνικών ονομάτων με τα χριστιανικά-βυζαντινά. Πέρα από την αγνή εφηβική εντύπωση του συγγραφέα, ίσως εκφράζει και το κλίμα της μετεπαναστατικής εποχής, όταν οι Ευρωπαίοι ίσως θεωρούσαν ως δεδομένο πως κάποια είδους ιστορική και πολιτισμική γέφυρα και συνάφεια θα υπήρχε από τον Περικλή ως τον Κολοκοτρώνη και τον Κανάρη.

Σαφώς, η συνέχεια θα είναι διαφορετική για την ιστορική μελέτη του Ένγκελς. Το Ανατολικό ζήτημα,  οι Έλληνες, τα Βαλκάνια, θα αναλύονταν κάτω από το μικροσκόπιο της μονοσήμαντης προοπτικής της ταξικής επανάστασης. Έτσι, θα τεμαχιστεί η ιστορία και τα γεγονότα θα βουλιάξουν στον βάλτο της μονομέρειας.

Βέβαια, θα πρέπει να λάβουμε υπόψην –  ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τον θεωρητικό τρόπο σκέψης και ανάλυσης του Μάρξ και του Ένγκελς για τα έθνη και την ιστορία τους – αυτό που o οξυδερκής συγγραφέας Σπύρος Κουτρούλης, αναφέρει σε σχετικό άρθρο: «Πρώτα ότι η ενδεχόμενη επανάσταση των βαλκανικών λαών κατά του οθωμανισμού θα ενίσχυε την κατ’ εξοχήν, για αυτούς αντεπαναστατική δύναμη, τον τσαρισμό. Δεύτερον ο ευρωκεντρισμός και η πεποίθηση, που έχουν διαμορφώσει, ότι οι λαοί, που δεν έχουν εισέλθει ακόμη στην βιομηχανική επανάσταση, είναι λαοί υποδεέστεροι, τουλάχιστον μέχρι να είναι σε θέση να κάνουν το επόμενο βήμα και να μεταβάλουν τις οικονομίες τους από γεωργοκτηνοτροφικές σε βιομηχανικές».

Εν κατακλείδι, βέβαια «τα γραπτά μένουν». Και το διήγημα, ως δημιούργημα που αποτυπώνει την ηθογραφία και την ιστορία, αποτελεί μια ακόμα ψηφίδα θαυμασμού στην παγκόσμια επίδραση της ελληνικής επαναστάσεως για την παλιγγενεσία και την λευτεριά.

Το διήγημα: ΕΔΩ: Οι κουρσάροι – Φρίντριχ Ένγκελς

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.