ΒΙΝΤΕΟ – Κωνσταντίνος Οικονόμος από την Τσαριτσάνη: Δάσκαλος του Γένους

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, επιφανής κληρικός, γεννήθηκε στην Τσαριτσάνη και διακρίθηκε κατά την προεπαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο. Ο πατέρας του ήταν λόγιος παπα-δάσκαλος και ο πρώτος που του δίδαξε την Ελληνική γλώσσα, τα λατινικά και την Αγία Γραφή. Η μεγάλη φιλομάθειά του και το ενδιαφέρον του για τα γράμματα, ανάγκασαν τους γονείς του να τον στείλουν για περαιτέρω μάθηση στην ξακουστή και ακμάζουσα τότε Σχολή των Αμπελακίων, όπου διδάχτηκε, πέραν των άλλων και τη Γαλλική γλώσσα.

Στα είκοσί του χρόνια ο Κωνσταντίνος νυμφεύθηκε, τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε διάκονος και λίγο αργότερα πρεσβύτερος. Το 1805, έλαβε τον τίτλο του Οικονόμου της επισκοπής Ελασσόνας και έκτοτε είναι γνωστός ως «Οικονόμος ο εξ Οικονόμων».

Στην Τσαριτσάνη ο Κωνσταντίνος δεν διακόνησε μόνον ως Ιερέας, αλλά υπηρέτησε και ως δάσκαλος. Με τη διδασκαλία και το ήθος του, αλλά πάνω απ’ όλα με την αγάπη του προς την Εκκλησία, την πατρίδα και την ελευθερία φρόντιζε να συντηρεί το εθνικό φρόνημα των μαθητών του και των συμπατριωτών του. Αυτή του η δράση όμως εξόργισε τον Αλή Πασά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Τσαριτσάνη και να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου για δύο χρόνια ασχολήθηκε με το Θείο κήρυγμα. Από εκεί, κλήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κούμα στη Σμύρνη όπου και δίδαξε επί μια δεκαετία στο νέο «Φιλολογικό Γυμνάσιο» στο οποίο το 1814 ανέλαβε καθήκοντα σχολάρχη. Με το κλείσιμο του γυμνασίου Σμύρνης το 1819, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη προσκεκλημένος του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, ο οποίος, εκτιμώντας την μέχρι τότε δράση και προσφορά του στο Γένος και την Εκκλησία, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του Έθνους και τον διόρισε ιεροκήρυκα στην Πόλη, δίνοντάς του τον μοναδικό τίτλο του «καθολικού ιεροκήρυκος της Μεγάλης Εκκλησίας και πασών των Ορθοδόξων του Ελληνικού Γένους Εκκλησιών». Λίγο πριν από την Επανάσταση του 1821, φυγαδεύθηκε στη Ρωσία και συγκεκριμένα στην Οδησσό όπου και συνέχισε τα κηρύγματά του για την Εκκλησία και την πατρίδα. Αναγνωρίζοντας την πνευματική του κατάρτιση, η Ακαδημία της Πετρούπολης τον εξέλεξε μέλος της και τον τίμησε δια του μεγάλου ρωσικού παρασήμου και ισόβιας σύνταξης 7000 ρουβλίων. Παράλληλα είχε εκλεγεί αντεπιστέλλον μέλος της ακαδημίας του Βερολίνου.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1834 τέθηκε επικεφαλής της συντηρητικής μερίδας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία προ ολίγου είχε καταστεί αυτοκέφαλος και αγωνίσθηκε εναντίον κάθε φιλελεύθερης εκδήλωσης στα εκκλησιαστικά πράγματα υπερασπιζόμενος την αμετακίνητη προσήλωση στους κανόνες της Oρθοδοξίας. Και στο γλωσσικό ζήτημα, ενώ παλιότερα ήταν οπαδός της κοραϊκής «μέσης οδού», εμφανίστηκε αργότερα οπαδός του αρχαϊσμού και αντιτάχθηκε κατηγορηματικά στην πρόταση του Νεόφυτου Βάμβα να μεταφραστεί η Αγία Γραφή στην ομιλούμενη γλώσσα. Ιδιαίτερα πολέμησε τις απόψεις του δεινού επίσης Θεόκλητου Φαρμακίδου.

Έγραψε εκκλησιαστικά και φιλολογικά έργα τα οποία τον παρουσιάζουν συγγραφέα με σπάνια πολυμάθεια ενώ ο όγκος των συγγραμμάτων του προκαλεί κατάπληξη. Μεταξύ των φιλολογικών του πραγματειών περιλαμβάνονται και τα εξής : «Τέχνη ρητορικής βιβλία τρία», «Γραμματικών ή εγκυκλίων παιδευμάτων βιβλία τέσσερα», «Δοκίμιο περί της πληρεστάτης συγγενείας της σλαβονορωσικής γλώσσας προς την Ελληνική» κ.α. Το 1857 απεβίωσε και ετάφη στο προαύλιο της Ιεράς Μονής Πετράκη, αφήνοντας με τη διαθήκη του σεβαστά χρηματικά ποσά στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, στην Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, στο Αμαλίειο ορφανοτροφείο και στο Σχολείο της ιδιαίτερης πατρίδας του Τσαριτσάνης.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *