Λαπαθιώτης – Παπανικολάου – Μυλωνογιάννης – Φιλύρας: τρεις συν ένας Έλληνες «καταραμένοι ποιητές»

του Μιχάλη Στούκα,

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στη νεοελληνική λογοτεχνία αποτελούν οι λεγόμενοι «καταραμένοι ποιητές». Ο όρος αφορά κυρίως ποιητές των αρχών του 20ού αιώνα και του Μεσοπολέμου που ζούσαν μποέμικα ή στον βίο τους υπήρχαν στοιχεία μιας ουαϊλδικής (η λέξη προέρχεται από τον Όσκαρ Ουάιλντ, Ιρλανδό λογοτέχνη που γεννήθηκε το 1854 και πέθανε το 1900) συμπεριφοράς.

«Καταραμένοι» χαρακτηρίστηκαν ο Κώστας Καρυωτάκης, η Μαρία Πολυδούρη, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Γιώργος Μυλωνογιάννης και ο Ρώμος Φιλύρας. Όλοι τους έζησαν στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

Για τον Κώστα Καρυωτάκη και τη Μαρία Πολυδούρη, έχουν γραφτεί πάρα πολλά και θα ασχοληθούμε κι εμείς στο μέλλον. Οι λιγότερο γνωστοί Έλληνες «καταραμένοι ποιητές» θα μας απασχολήσουν στο σημερινό μας άρθρο. Ας δούμε όμως πρώτα κάτι ενδιαφέρον και άγνωστο για τον Κώστα Καρυωτάκη.

Spleen – Κώστας Καρυωτάκης

Πρόκειται για τον πλέον εναρμονισμένο στο πνεύμα του «spleen». Τι είναι όμως το «spleen»; Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «σπλην» και βασική της σημασία είναι η «σπλήνα». Ωστόσο, μια άλλη σπανιότερη σημασία της είναι «μελαγχολία». Η αγγλική λέξη «spleen» υιοθετήθηκε από τον Μποντλέρ και άλλους Γάλλους ποιητές για να δηλώσει το αίσθημα της αναίτιας μελαγχολίας, τη σωματοποίηση της ανίας, μια κρίση κακής διάθεσης εξαιτίας της πνιγηρής καθημερινότητας που βαρύνει το πνεύμα. (ΛΕΞΙΚΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ)

Η λέξη «spleen» εμφανίζεται στο «Τρυγόνες και Έχιδναι» (1878) του Ζαν Μορεάς (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Ελληνογάλλος ποιητής) όμως η εισαγωγή της στη νεοελληνική λογοτεχνία έγινε με την ομότιτλη ποιητική συλλογή του Κώστα Ουράνη, «Spleen» (1912). Σ’ αυτή είναι διάχυτη η ακαθόριστη μελαγχολία.

Ωστόσο, πιο αυθεντικά το αίσθημα αυτό αποτυπώνεται στην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. «Spleen» ήταν και ο τίτλος στην αρχική μορφή του ποιήματος του «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, το χείλος του κόσμου…». Πρόκειται για άτιτλο ποίημα του που μελοποίησε ο μεγάλος Μίκης Θεοδωράκης και ερμήνευσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927). Ο Καρυωτάκης επίσης μετέφρασε το τρίτο μποντλερικό «Spleen» στην ενότητα «Μεταφράσεις» της ίδιας ποιητικής συλλογής.

Ο Mario Vitti γράφει για τον τραγικό αυτόχειρα: «Η συμβίωση ιδιαίτερα με τους «καταραμένους» ποιητές της Γαλλίας τον οδηγεί να δημοσιεύσει μεταφράσεις τους στα βιβλία του μαζί με τα δικά του πρωτότυπα ποιήματα».

Πώς προέκυψε ο όρος «καταραμένοι ποιητές»
Ο όρος «καταραμένοι ποιητές» προέρχεται από τον τίτλο «Les poètes maudits» με τον οποίο δημοσιεύτηκαν τρεις μελέτες του Γάλλου ποιητή Πολ Βερλέν αρχικά στο περιοδικό «Lutece» (1883) και στη συνέχεια (1884) σε ξεχωριστό τόμο.

Στις μελέτες αυτές ο Βερλέν παρουσίασε στο ευρύ κοινό την ποίηση του Τριστάν Κορμπιέρ, του Αρτίρ Ρεμπό και του Στεφάν Μαλαρμέ. Στη δεύτερη έκδοση (1888) ο Βερλέν πρόσθεσε κεφάλαια για τον Βιλιέ ντε λ’ Ιλ Αντάμ, τη Μαρσελίν Ντεμπόρντ-Βαλμόρ και τον Pauvre-Lelian (Φτωχός Λελιάν, πρόκειται για ευφυή αναγραμματισμό του ονοματεπώνυμου του Πολ Βερλέν). Μέσα από τις εκδόσεις αυτές, οι συμβολιστές ποιητές έγιναν γνωστοί στο ευρύτερο κοινό.

Ο όρος «καταραμένοι ποιητές» ή απλώς «καταραμένοι» («maudits») επεκτάθηκε γενικά στον τύπο του ποιητή ή του καλλιτέχνη που δημιουργεί μέσα στην αφάνεια, τον πόνο και στη μοναξιά γιατί το έργο και συνήθως η ζωή του δεν υπόκεινται στις καθιερωμένες αξίες του αστικού κόσμου, από αισθητική, κοινωνική και ηθική άποψη.

Κατά την άποψή μας, «κλασική» περίπτωση «καταραμένου ποιητή», καλύτερα λογοτέχνη, ήταν ο σπουδαίος Αμερικανός Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849) στον οποίο αφιερώσαμε ένα ξεχωριστό άρθρο στις 9 Σεπτεμβρίου 2018. Άλλωστε και στον επίλογο του άρθρου είχαμε αναφέρει ακριβώς το ίδιο…

(Πηγές: Εγκ/δεια ΔΟΜΗ, ΤΟΜΟΣ 13, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗΣ)

Οι Έλληνες «καταραμένοι ποιητές» – Ναπολέων Λαπαθιώτης

Γνωστότερος από τους Έλληνες «καταραμένους ποιητές» ήταν ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888. Ο πατέρας του Λεωνίδας, κυπριακής καταγωγής, ήταν ανώτατος αξιωματικός. Από το 1903 ως το 1905 διετέλεσε βουλευτής. Το 1909 μετά το Κίνημα στο Γουδί, έγινε Υπουργός Στρατιωτικών, ενώ η μητέρα του Βασιλική Παπαδοπούλου ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη.

Γνώριζε άριστα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά ενώ είχε παρακολουθήσει μαθήματα πιάνου και ζωγραφικής. Δεν εργάστηκε ποτέ στη ζωή του. Μόνο το 1917 ακολούθησε τον πατέρα του στην Αίγυπτο για τη στρατολόγηση εθελοντών για την «Εθνική Άμυνα». Κατατάχθηκε στον Στρατό το 1917 και υπηρέτησε ως Ανθυπολοχαγός-Διερμηνέας ως το 1921.

Δημοσίευσε τα πρώτα ποιήματά του στο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων» το 1897 και το 1901, με έξοδα του πατέρα του τυπώθηκε το έμμετρο δράμα του «Νέρων ο Τύραννος». Από το 1905 και έπειτα, δημοσίευσε ποιήματα, πεζά και κριτικές στα περιοδικά: «Δάφνη», «Ηγησώ», «Μούσα», «Νέα Εστία», «Ο Νουμάς», «Πειθαρχία» κ.ά. καθώς και στις εφημερίδες «Ακρόπολις», «Ελεύθερος Λόγος», «Εσπερινή» και «Πρωία». Το 1925 εξέδωσαν με τον Νίκο Χάγερ-Μπουφίδη την εβδομαδιαία εφημερίδα «Καλλιτεχνική και Φιλολογική Ζωή» (κυκλοφόρησαν μόνο τρία τεύχη της).

Το ίδιο έτος ξεκίνησε τη συνεργασία του με το λαϊκό περιοδικό «Μπουκέτο» όπου αργότερα δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του και, μεταξύ άλλων, το αισθηματικό λαϊκό ρομάντζο «Το Τάμα της Ανθούλας».

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης εκτός από «καταραμένος», έχει χαρακτηριστεί «παρακμιακός» (decadent) και περιπλανώμενος (flaneur) ποιητής. Το πτυχίο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που πήρε το 1909 δεν το χρησιμοποίησε ποτέ. Δεν έκρυψε ποτέ τις ομοφυλοφιλικές του προτιμήσεις. Δέσμιος των ναρκωτικών ουσιών, αφέθηκε στα πάθη του, βγαίνοντας από το σπίτι του, το διώροφο νεοκλασικό κάτω απ’ τον λόφο Στρέφη μόλις νύχτωνε και επέστρεφε τα χαράματα. Μοιραία, συναναστρεφόταν κάθε λογής περιθωριακό άτομο της Αθήνας και του Πειραιά. Και όπως αναφέραμε, ποτέ δεν άσκησε κανένα βιοποριστικό επάγγελμα.

Το έργο του ήταν σκόρπιο σε εφημερίδες και περιοδικά. Το συγκέντρωσε το 1964 ο Άρης Δικταίος σε έναν ογκώδη τόμο με τίτλο «Τα Ποιήματα». Η δημοσιευμένη σε συνέχεια το 1940 αυτοβιογραφία του με τίτλο «Η Ζωή μου», εκδόθηκε ξανά το 1986 από τις εκδόσεις «Στιγμή» σε φιλολογική επιμέλεια του Γιάννη Παπακώστα.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης επηρεασμένος από τον θάνατο της μητέρας του λίγο πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και του πατέρα του το 1942, τις στερήσεις της Κατοχής και τα ναρκωτικά, έχοντας εξανεμίσει την πατρική περιουσία του, αλλά ακόμη και το πιάνο και τη σπάνια βιβλιοθήκη του, έδωσε τέλος στη ζωή του με το υπηρεσιακό περίστροφο του πατέρα του στις 8 Ιανουαρίου 1944.

Ο Λαπαθιώτης ήταν ο κατ’ εξοχήν νεορομαντικός ποιητής ανάμεσα στους ομότεχνούς του νεορομαντικούς και νεοσυμβολιστές. Επηρεάστηκε από τον Πόε, τον Ουάιλντ, τους Γάλλους «καταραμένους ποιητές» και άλλους. Απάλλαξε τη ρομαντική ποίηση από τον στόμφο, τη μεγαληγορία και τον ψευδοαττικισμό των πρώτων ρομαντικών ποιητών μας. Κινήθηκε βασικά σε δύο άξονες: την έκσταση που αγγίζει τη μέθη, όχι τη χαρά και τον πόνο, με κοινό συνδετικό μοτίβο τη νοσταλγική αναπόληση.

Ρομαντικότερος στην αρχή τραγούδησε την έκσταση και στη συνέχεια τη διάψευση και την πτώση. Ο Κώστας Στεργιόπουλος (1926-2018) στον οποίο ανήκει η παραπάνω κριτική θεωρεί τον Λαπαθιώτη ως έναν από τους τρεις-τέσσερις καλύτερους της νεορομαντικής Σχολής και ως τον πιο συντετριμμένο και πιο ανθρώπινο από όλους. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης είχε γνωρίσει σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του και με τους περισσότερους από αυτούς τον συνέδεε στενή φιλία.

Μερικοί από αυτούς:Κωνσταντίνος Καβάφης, Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Άγγελος Σικελιανός, Αιμίλιος Βεάκης κ.ά. Μάλιστα αν γκουγκλάρετε τα επίθετα Βεάκης και Λαπαθιώτης, θα βρείτε έναν διάλογο που σίγουρα θα σας σοκάρει (βέβαια δεν μπορούμε να τον μεταφέρουμε εδώ…).

Περισσότερα από 100 ποιήματα του Λαπαθιώτη έχουν μελοποιηθεί από σπουδαίους συνθέτες μας. Βέβαια ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε ορισμένα αριστουργηματικά ποιήματα, έγραψε και τις «Ντουμανότρυπες» που επίσης δεν μπορούμε να τις μεταφέρουμε εδώ… Να σημειώσουμε μόνο ότι η λέξη «διμούτσουνη» που υπάρχει στο ποίημα είναι η κάμα (γιατί κόβει κι απ’ τις δύο όψεις της), ενώ τζες, στο συγκεκριμένο ποίημα είναι ο εραστής, ο αγαπητικός. Με την ίδια σημασία, η λέξη χρησιμοποιήθηκε κι από τον Μάρκο Βαμβακάρη.

Η λέξη «τζες» χρησιμοποιείται ευρέως στην πόλη των Ιωαννίνων ως οικεία προσφώνηση αλλά και με την έννοια του μάγκα, του τυπά (π.χ. κοίτα τι έκανε ο τζες!).

Η ταινία «Μετέωρο και Σκιά» του Τάκη Σπετσιώτη (1985) αναφέρεται στη ζωή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Τον ποιητή ενσαρκώνει ο Τάκης Μόσχος.

Από τα δεκάδες μελοποιημένα τραγούδια του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, επιλέξαμε το «Νυχτερινό» σε μουσική Νίκου Καρανικόλα και ερμηνεία Γιώργου Νταλάρα. Το ίδιο ποίημα είχε μελοποιήσει ο αξέχαστος Γιάννης Σπανός και το είχε ερμηνεύσει η Καίτη Χωματά. Γι’ αυτό συχνά αναφέρεται ως «Νυχτερινό ΙΙ».

Ο Γιάνης Κορδάτος κάνει μια σύντομη αναφορά στον Ν. Λαπαθιώτη την οποία κλείνει ως εξής: «Έπινε ναρκωτικά. Καθόταν όλη μέρα στο σπίτι του και έβγαινε τη νύχτα για να ικανοποιήσει τις ανώμαλες επιθυμίες του. Στο τέλος-στα χρόνια της Κατοχής-αυτοκτόνησε. Είχε ταλέντο αλλά ήταν ψυχικά άρρωστος και έτσι δεν μπόρεσε να το αξιοποιήσει». (ΓΙΑΝΗ ΚΟΡΔΑΤΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», τόμος Α’, σελ. 486).

Μήτσος Παπανικολάου
Στενός φίλος του Λαπαθιώτη ήταν ο ποιητής, κριτικός και μεταφραστής Μήτσος Παπανικολάου. Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1900. Παιδί ακόμα ήρθε στον Πειραιά όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Δυστυχώς κι αυτός ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών από πολύ νεαρή ηλικία.

Ο Γ. Κορδάτος γράφει: «Απόχτησε κι άλλα βίτσια… Στα χρόνια της Κατοχής σερνόταν στους δρόμους κουρελής. Έτσι το πλούσιο λυρικό του ταλέντο πήγε χαμένο». Κι αυτός όπως ο Λαπαθιώτης, ξεπούλησε τα πολύτιμα βιβλία του κι άλλα αντικείμενα στην Κατοχή και εγκαταστάθηκε σ’ ένα φτωχικό δωμάτιο στην Κοκκινιά όπου ζούσε σε άθλιες συνθήκες. Οι φίλοι του τον μετέφεραν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο όπου πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών (1943).

Και ο Παπανικολάου πρωτοεμφανίστηκε μέσα από το περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Νικητής της αύριον». Αργότερα δημοσίευσε ποιήματά του σε πολλά περιοδικά. Ήταν εξοικειωμένος με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία την οποία μελετούσε διαρκώς. Επηρεάστηκε έντονα από τον αισθητισμό και τον συμβολισμό.

Αγαπούσε πολύ τη γαλλική ποίηση και ίνδαλμά του ήταν ο πολωνικής καταγωγής Τσέσλαφ Μίλος (Czeslaw Milosz, 1911-2004). Έγραψε μόλις πενήντα περίπου ποιήματα στα οποία ζει με την ανάμνηση ενός κόσμου που ίσως και να μην έζησε ποτέ. Σ’ αυτά υπάρχει η νοσταλγία μιας χαμένης αθωότητας που συνδυάζεται με έντονες τάσεις φυγής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι βασικά θέματα των ποιημάτων του στα οποία αποτυπώνονται με τρόπο δωρικό και όχι μελοδραματικό.

Και ως κριτικός ο Παπανικολάου ήταν οξυδερκής. Ανακάλυψε την αξία κινημάτων όπως ο υπερρεαλισμός και ήταν ίσως ο πρώτος που αναγνώρισε τη σπουδαιότητα ποιητών όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης.

Ο Τάσος Κόρφης συγκέντρωσε και εξέδωσε το 1966 τα «Ποιήματα» του Παπανικολάου, το 1968 τις «Μεταφράσεις» του, το 1980 τα «Κριτικά» του και το 1992 τη μετάφραση των ποιημάτων του Milosz. Ο ίδιος ο Παπανικολάου είχε μεταφράσει ποιήματα πολλών ξένων λογοτεχνών. Ο Μήτσος Παπανικολάου έγινε ευρέως γνωστός μόλις το 2002 όταν οι Domenica μελοποίησαν έξοχα το ποίημά του «Μέσα στη Βουή του Δρόμου». Το ίδιο συγκρότημα μελοποίησε και τα ποιήματα του Παπανικολάου «Καραβάκι» (2002), «Χειμώνας» (2004) και «Ώρες» (2007).

Γιώργος Μυλωνογιάννης

Ίσως ο λιγότερο γνωστός από τους ποιητές του σημερινού μας αφιερώματος. Γεννήθηκε στα Χανιά το 1909. Το 1915 ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα, επέστρεψε για λίγο στην Κρήτη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την οποία δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Συνδέθηκε φιλικά με τους Λαπαθιώτη και Παπανικολάου. Δέσμιος κι αυτός των ναρκωτικών ουσιών, από τις οποίες έκανε για χρόνια προσπάθειες να απεξαρτηθεί, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο το 1954…

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε γύρω στο 1929-1930. Δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό «Μπουκέτο» που διηύθυνε ο φίλος του Χ. Σταματίου. Στην εφημερίδα «Θάρρος» του Πειραιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το κοινωνικό του μυθιστόρημα «Βιοπάλη». Υπήρξε υπεύθυνος των περιοδικών «Φλόγα» και «Λυτρωμός» (1935) καθώς και της καλλιτεχνικής και φιλολογικής εφημερίδας «Καλλιθεϊκός Τύπος». Συνεργάστηκε επίσης με πολλά φιλολογικά περιοδικά. Ποιητικές συλλογές του: «Προς το Φως» (1934), «Μεθεόρτια» (1948), «Ανάγλυφα» (1951). Το 1987 δημοσιεύθηκαν τα «Πορτραίτα» του με επιμέλεια του Γ. Πικρού.

Ο Γιώργος Μυλωνογιάννης που επίσης έγραψε μελέτες, βιβλιοκρισίες και μετέφρασε Γάλλους ποιητές, έχει επηρεαστεί από το νεορομαντικό και νεοσυμβολιστικό κλίμα του Μεσοπολέμου, ιδιαίτερα από τους Λαπαθιώτη και Παπανικολάου. Στα ποιήματα του είναι έντονη η παρουσία των εικόνων στα οποία κυριαρχεί και ο αφηγηματικός λόγος. Ο Γιάνης Κορδάτος γράφει ότι ο Μυλωνογιάννης «είχε γερή μόρφωση και ταλέντο αλλά πήρε τον στραβό δρόμο και πέθανε ράκος από τις καταχρήσεις». Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το ποίημα του Μυλωνογιάννη «Οι Ονειροπόλοι», αφιερώμενο στον φίλο του Μήτσο Παπανικολάου.

«Μεθυσμένοι… Χωρίς ούτε στάλα να πιούμε,
τη φωτιά μας δε σβήνει κανένα πιοτό,
θάρθει ώρα να βρούμε τη λήθη σ’ αυτό,
τώρα όμως δεν ξέρω κι εμείς τι ζητούμε…».

ΦΙΛΥΡΑΣ_1

Ρώμος Φιλύρας

Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του Μεσοπολέμου ήταν ο Ρώμος Φιλύρας. Δυστυχώς όμως το ψυχικό νόσημα που τον ταλάνιζε δεν του επέτρεψε να προσφέρει όσα θα μπορούσε. Γεννήθηκε στο Κιάτο το 1888. Το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Ιωάννης Οικονομόπουλος. Το 1902 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά. Το 1904 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Το 1903, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ο Νουμάς» το ποίημά του «Ροδόφυλλα».

Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους. Στη συνέχεια διορίστηκε στρατιωτικός υπάλληλος. Το 1924 όμως τον διέγραψαν λόγω αφροδίσιου νοσήματος(σύφιλη γράφει ο Γ.Κορδάτος). Το 1927 εισήχθη στο Δρομοκαΐτειο όπου πέθανε το 1942 μετά από 15 χρόνια εγκλεισμού. Το 1911 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του «Τα Ρόδα στον Αφρό». Ακολούθησαν: «Γυρισμοί» (1919), «Οι Ερχόμενες» (1920), «Κλεψύδρα» (1921), «Ο Πιερρότος» (1922), «Η Θυσία» (1923) (πρόκειται επίσης για εξαίρετες ποιητικές συλλογές) ,ενώ το 1916 κυκλοφόρησε το πεζό «Ο Θεατρίνος Μιας Ζωής». Το 1929 δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην «Καθημερινή» το ημερολόγιό του με τίτλο «Η Ζωή μου στο Δρομοκαΐτειο».

Το 1939 κυκλοφόρησαν τα «Άπαντά» του με κριτική εισαγωγή Αιμίλιου Χουρμούζιου. Το 1981 κυκλοφόρησαν ανέκδοτα ποιήματά του με τίτλο «Πορτραίτα και Κειμήλια» σε επιμέλεια Ναπολέοντα Παπαγεωργίου. Με τον Ρώμο Φιλύρα ασχολήθηκαν πολλοί σημαντικοί μελετητές και κριτικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας όπως ο Γιάννης Παπακώστας («Ρώμος Φιλύρας, από τον αφηγηματικό λόγο στην αυτοβιογραφία»).

Έντονη και διακριτική λύπη βαραίνει τον Φιλύρα, ίσως και λόγω της ασθένειάς του. «Σπαταλά το ταλέντο του στο είδος της ποίησης των αιθουσών, στην εξύμνηση της φιλαρέσκειας των γυναικών και σε εγκωμιασμούς και περιγραφές της κοσμικής ζωής… Και εκεί (ενν. στο Δρομοκαΐτειο) στα φωτεινά διαλείμματα της τρέλας του έγραψε μερικά φυσιολατρικά τραγούδια που προκαλούν τον θαυμασμό. Αν δεν αρρώσταινε θα έδινε πλούσια ποιητική προσφορά και θα έπαιρνε τις πρώτες θέσεις ανάμεσα στους λυρικούς ποιητές μας». (Γ. Κορδάτος)

Μάλιστα σε φίλους του που τον επισκέπτονταν στο ψυχιατρείο έδινε ποιήματα τα οποία μάλλον δεν θα βρεθούν ποτέ…

Ο Φιλύρας δημιούργησε σχολή. «Είχε πολλούς μιμητές και θαυμαστές. Όλοι οι φιλολογούντες φυγόστρατοι, οι δανδήδες, οι αργόσχολοι και όσοι αδιαφορούσαν για τα προβλήματα τα κοινωνικά και ο νους και ο λογισμός τους ήταν στις όμορφες γυναίκες ανήκανε στη σχολή του Φιλύρα» (Γ.Κορδάτος).

Πηγές:
ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗΣ), 2007
ΓΙΑΝΗΣ ΚΟΡΔΑΤΟΣ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», Εκδόσεις ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, 1983

protothema.gr

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.