Μάουερ και Τιρς: Οι ελληνικές κοινότητες και οι Βαυαροί

του Β. Ξυδιά

Μια από τις λιγότερο γνωστές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού κοινοτισμού1 είναι αυτή που αφορά την παρουσία και τη δράση των Βαυαρών στην Ελλάδα. Εί­ναι βέβαια γνωστό ότι το κράτος των Βαυαρών ευθύνεται’σε μεγάλο βαθ­μό για το βίαιο τέλος της μακραίωνης παράδοσης των ελληνικών κοινοτή­των αλλά δεν είναι τόσο γνωστό ότι

Βαυαροί ήταν από τους πρώτους που μελέτησαν τις κοινότητες αυτές και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις έ­λαβαν υπ’ όψη τους στο σχεδιασμό των νέων θεσμών της απελεύθερης Ελλάδας. Αναζητώντας λοιπόν εμείς τις πρώτες αφετηρίες -είτε θετικές είτε αρνητικές- των νεοελληνικών κοινοτιστικών ιδεών, θα επιχειρήσου­με στο άρθρο αυτό μια σύντομη πα­ρουσίαση των θέσεων που διατύπω­σαν για τις ελληνικές κοινότητες και της στάσης που κράτησαν απέναντι τους δυο εξέχοντες Βαυαροί, ο Γε­ώργιος Λουδοβίκος Φον Μάουρερ (Georg Ludwing von Maurer) και ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Τιρς, Friedrich Thierch), που και οι δύο συ­νέβαλαν, ο καθένας με τον τρόπο του, στη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους.

Ο Γεώργιος Λουδοβίκος Φον Μάουρερ (1790-1872) μάς είναι γνωστός απ’ τη συμμετοχή του στα πρώτα χρό­νια της βαυαρικής Αντιβασιλείας στην Ελλάδα. Υπήρξε σύμβουλος στην αυ­λή του πατέρα του Όθωνα, του βασι­λιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας, και διε­τέλεσε καθηγητής του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, έχοντας να επιδείξει σημαντικές εργασίες στον τομέα της Ιστορίας του Δικαί­ου . Ως μέλος της τριμελούς βαυαρι­κής Αντιβασιλείας, ο Μάουρερ ήταν ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε κι εφάρ­μοσε τη δημοτική μεταρρύθμιση του 1833, με την οποία καταργήθηκαν οι κοινότητες και αντικαταστάθηκαν α­πό τους δήμους. Τη μεταρρύθμιση αυ­τή, η οποία συνέτεινε αποφασιστικά στον παραγκωνισμό και την αποδιορ­γάνωση των ελληνικών κοινοτήτων, ο Μάουρερ την αιτιολόγησε με μια φι- λοκοινοτική ρητορεία, που όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν ήταν και τό­σο υποκριτική. Περισσότερο εξέφρα­ζε μια στάση αμφίθυμη και διφορού­μενη έναντι των ελληνικών κοινοτι­κών θεσμών, η οποία από τότε έχει διαποτίσει την όλη αντίληψη του ελ­ληνικού κράτους για την τοπική αυ­τοδιοίκηση. Από την άποψη αυτή, η περίπτωση του Μάουρερ είναι και ση­μαντική και διδακτική.

Σε αντιδιαστολή προς τον Μάου­ρερ, ένας απ’ τους πρώτους και πιο σοβαρούς υπερασπιστές της ελληνι­κής κοινοτικής παράδοσης ήταν ο βαυαρός φιλέλληνας Φρειδερίκος Τιρς (Ειρηναίος Θείρσιος 1784-1860). O Τιρς σπούδασε φιλολογία και θεολογία και διετέλε­σε καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μο­νάχου και Πρόεδρος της Βασιλικής Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Υ­πήρξε απ’ τις ηγετικές φυσιογνωμί­ες του γερμανικού φιλελληνικού κι­νήματος κατά τη διάρκεια της επανά­στασης, και γνώρισε από κοντά τους ελληνικούς κοινοτικούς θεσμούς, ό­ταν βρέθηκε στην Ελλάδα στα 1831- 1832, την περίοδο δηλαδή μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Απ’ ό­σους θα μπορούσαν να θεωρηθούν αυ­τόπτες μάρτυρες των ελληνικών κοι­νοτήτων, η δική του λιτή περιγραφή νομίζω ότι είναι η πιο ακριβής και κυ­ρίως είναι απαλλαγμένη από τις ιδεολογικές προκαταλήψεις πολλών ε­πόμενων μελετητών που είδαν τις ελληνικές κοινότητες άλλοι θετικά κι άλ­λοι αρνητικά, κρίνοντας τες όμως και οι μεν και οι δε υπό το πρίσμα διαφό­ρων άσχετων με την ίδια την ελληνική κοινοτική παράδοση νεωτερικών ιδε­ών (φιλελεύθερων, σοσιαλιστικών, συνεταιριστικών, αυτοδιαχειριστικών κλπ).

α) Η δημοτική μεταρρύθμιση του Μάουρερ

Είναι γνωστό πως το αποφασιστικό χτύπημα στις ελληνικές κοινότητες το έδωσαν οι Βαυαροί, με πρωταγω­νιστές τα δυο ισχυρά μέλη της βαυα­ρικής Αντιβασιλείας στην Ελλάδα, τον Μάουρερ και τον κόμη Ιωσήφ Λουδο­βίκο Άρμανσμπεργκ. Η βαυαρική πο­λιτική έναντι των ελληνικών κοινοτι­κών θεσμών εκφράστηκε σε δυο φά­σεις. Κατ’ αρχάς προηγήθηκε η δη­μοτική μεταρρύθμιση του Μάουρερ με το διάταγμα της 3ης Απριλίου 1833, με το οποίο καταργήθηκαν οι υπάρ­χουσες έως τότε κοινότητες και αντι­καταστάθηκαν από τους δήμους, που αποτελούσαν τις κατώτερες βαθμί­δες της διοικητικής πυραμίδας του κράτους. Το ίδιο αυτό διάταγμα προ­έβλεπε έναν τρόπο ελεγχόμενης ε­κλογής των δημάρχων και των δημο­τικών και επαρχιακών συμβουλίων, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί έτσι ένα καθεστώς νόθας και κηδεμονευόμε- νης αυτοδιοίκησης που ίσχυσε για τρία χρόνια. Στη συνέχεια ακολούθησε το διάταγμα των Άρμανσμπεργκ και Κω- λέττη (26 Ιουνίου 1836), με το οποίο καταργήθηκε εντελώς ακόμα κι αυτή η ελεγχόμενη εκλογή των δημάρχων και καθιερώθηκε ο εμφανής κι απρο­κάλυπτος διορισμός τους απ’ την Α­ντιβασιλεία. Με τον τρόπο αυτό, οι Βαυαροί παραγκώνισαν τις υφιστάμε­νες κοινοτικές δομές, αφαιρώντας τους κάθε δυνατότητα επίσημης θε­σμικής υπόστασης, και όπως έχει ει­πωθεί, μετέγραψαν στην Ελλάδα τους βαυαρικούς διοικητικούς θεομούς «που είχαν εισαχθεί κατά την Ναπο­λεόντεια κατάχτηση των γερμανικών κρατών» .

Για να καταλάβουμε όμως το τί πραγματικά επεδίωκε με τα μέτρα αυ­τά η βαυαρική Αντιβασιλεία, θα πρέ­πει να ξεχωρίσουμε την πρώτη πολι­τική του Μάουρερ απ’ τη μετέπειτα πολιτική των Κωλέττη και Άρμαν­σμπεργκ. Και για μεν το διάταγμα των Άρμανσμπεργκ και Κωλέττη δεν έχου­με να πούμε πολλά πράγματα, καθώς η συγκεντρωτική και απολυταρχική πολιτική τους δεν φαίνεται να εξέ­φραζε τίποτε παραπάνω από τη βα­θιά αποξένωση και τη δυσπιστία τους έναντι του ελληνικού λαού. Όμως για τον Μάουρερ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, κι αξίζει τον κόπο να ρίξει κανείς μια δεύτερη ματιά.

Συνδυασμός μοναρχίας και τοπι­κών ελευθεριών: Τον 19ο αιώνα τό­σο στην Ευρώπη όσο και στην Οθωμα­νική και την Τσαρική αυτοκρατορία «η “κοινοτική ιδέα” ει/έπνεε την πολιτι­κή πράξη τόσο των ριζοσπαστών που ζητούσαν να υπερβούν το νέο αστικό φιλελεύθερο κράτος, όσο και των συ­ντηρητικών φιλομοναρχικών που α­ναζητούσαν ένα ανάχωμα για να αντι­μετωπίσουν την επέλαση του»5. Αυ­τό ακριβώς συναντάμε στην περίπτω­ση του Μάουρερ : την προσπάθεια ε­φαρμογής ενός ιδιότυπου πολιτεια­κού μοντέλου, βάσει του οποίου θα μπορούσε να διασφαλιστεί στην Ελ­λάδα η σταθερότητα και μακροβιότη­τα της νεοσύστατης μοναρχίας και να αποφευχθεί επ’ αόριστον η συνταγ­ματική της δέσμευση, όπως την επε­δίωκαν οι φιλελεύθεροι.

Σ’ αυτήν την προοπτική ο Μάου­ρερ έβλεπε ότι θα μπορούσε να απο­τρέψει την καθιέρωση των γενικευ­μένων συνταγματικών πολιτικών ε­λευθεριών, αντιπροσφέροντας στους Έλληνες ένα καθεστώς περιορισμέ­νων κι ελεγχόμενων δημοκρατικών ε­λευθεριών σε τοπικό επίπεδο. Τις σκέψεις του αυτές τις εκθέτει ο ί­διος ως εξής: «Στον ελληνικό χαρα­κτήρα – γράφει- ταιριάζουν περισ­σότερο οι τοπικές ελευθερίες, παρά μια κεντρική διοίκηση με χέρια δεμέ­να από τις λαϊκές ελευθερίες… Γι αυτό ακριβώς προσπαθήσαμε να κα­θιερώσουμε ελεύθερη κοινοτική, ε­παρχιακή και νομαρχιακή διοίκηση, ι­δρύοντας ανεξάρτητα δημοτικά και ε­παρχιακά συμβούλια. Και μ αυτό πά­λι το πνεύμα δημιουργήθηκαν επιτρο­πές για την εκπαίδευση, για την προ­στασία των αρχαίων μνημείων κλπ. Γιατί έτσι μόνο θα μπορέσουν οι Έλ­ληνες, με τον ανήσυχο και απειθάρ­χητο χαρακτήρα τους, που τους πα­ρασύρει σε απαιτήσεις για όλο και μεγαλύτερες ελευθερίες, να χτίσουν στην Ελλάδα ένα Κράτος μοναρχικό. »6

Είναι φανερό ότι αυτό που επεδί­ωκε ο Μάουρερ ήταν η δημιουργία μιας πολιτικο-διοικητικής δομής, που θα συνδύαζε τη μοναρχική συγκεντρω­τική εξουσία σε εθνικό επίπεδο με την περιορισμένη άσκηση των φιλε­λεύθερων αρχών σε τοπικό. Στη δομή αυτή, οι Δήμοι και τα επαρχιακά συμ­βούλια θα αποτελούσαν το περιορι­στικό πεδίο άσκησης των λαϊκών δη­μοκρατικών ελευθεριών. Έτσι ο “φι- λοκοινοτισμός” που ο Μάουρερ επι­δεικνύει ως συγγραφέας δεν οφεί­λεται σε κάποιον υποτιθέμενο διχα­σμό του ανάμεσα στον «συντηρητικό πολιτικό» και οτον «φωτισμένο επι­στήμονα»7, αλλά στην ιδέα πως η ελ­ληνική κοινοτική παράδοση, κατάλλη­λα προσαρμοσμένη, θα μπορούσε να προσφέρει στη μοναρχία μια απάντη­ση στον φιλελευθερισμό ή σωστότε­ρα έναν τρόπο ενσωμάτωσης των φι­λελεύθερων ιδεών σ’ ένα μοναρχικό καθεστώς.

Η κληρονομιά του Μάουρερ

Α­σφαλώς ο Μάουρερ δεν επιθυμούσε την ενσωμάτωση των αυθεντικών ελ­ληνικών κοινοτήτων στο πολιτειακό του μοντέλο. Το πιθανότερο είναι πως δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει την ουσία των ελληνικών κοινοτικών θεσμών. Αυτό που ο Μάουρερ έβλε­πε στις ελληνικές κοινότητες δεν ή­ταν η κοινότητα στην καθολικότητα της, αλλά, στην καλύτερη περίπτω­ση, ένα διοικητικό ομοιότυπο της. Η σύνθετη συνεκτική πολιτικοκοινωνι­κή δομή και το πνεύμα των ελληνικών κοινοτήτων ήταν, όπως φαίνεται, ε­ντελώς έξω από τον ορίζοντα της α­ντίληψης και των προθέσεων του Μά­ουρερ.8 Έτσι η διοικητική του μεταρ­ρύθμιση μπορεί να μην άφησε τουί καρπούς που ο ίδιος θα περίμενε, ομως ο διοικητισμός που χαρακτήριζε την αντίληψη του για την κοινότητα και την τοπική αυτοδιοίκηση άφησε μια μόνιμη κληρονομιά στο ελληνικό κρά­τος.

Δεδομένου αυτού του διοικητι- σμού, ο φιλομοναρχισμός του Μάουρερ είναι ένα δευτερεύον στοιχείο,. που όχι μόνο μπορεί εύκολα να αποσυναρμολογηθεί από το διοικητικό του σχήμα, αλλά θα μπορούσε κάλλι­στα να αντικατασταθεί απ’ οποιεσδή­ποτε άλλες δημοκρατικές, φιλοσυνεταιριστικές, αυτοδιαχειριστικές ή αυ­τονομιστικές αρχές. Πόσο μάλλον που η ιδιαίτερη αντίληψη του Μάουρερ για τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης σε τοπικό επίπεδο είναι κατ’ ουσίαν φι­λελεύθερη, αφού ο ίδιος θεωρούσε τους δήμους ως το κατ’ εξοχήν πεδίο άσκησης των λαϊκών ελευθεριών. Την ίδια άλλωστε εντύπωση είχε κι αυτός για τον εαυτό του, και γι’ αυτό, κάνο­ντας αργότερα τον απολογισμό των πεπραγμένων του στην Ελλάδα, πε­ριλαμβάνει σ’ αυτά κι «ένα ελεύθερο κοινοτικό διοικητικό σύστημα»*. Είχε την πεποίθηση πως, με τη δική τουμεταρρύθμιση, «η Ελλάδα απέκτησε έναν ελεύθερο δημοτικό οργανισμό, πολύ πιο φιλελεύθερο από κάθε άλ­λο κράτος. Γιατί κανένας άλλος φραγ­μός δεν περιόριζε τις δημοτικές ε­λευθερίες, εκτός από εκείνον που θεωρήθηκε απόλυτα απαραίτητος για να προλαμβάνονται οι καταχρή­σεις. »10

Σε κάθε περίπτωση, είτε στο πλαί­σιο του φιλομοναρχισμού του είτε στο πλαίσιο του φιλελευθερισμού του, η αυτοδιοίκηση του Μάουρερ δεν έχει καμία σχέση με την καθολικότητα και την οργανικότητα της πολιτικοκοινω­νικά συνεκτικής και ιεραρχημένης κοι­νότητας. Εξαντλείται σε μια φορμαλι­στική ανεξαρτησία του λεγόμενου “το­πικού επιπέδου”, στο πλαίσιο της συ­νάρθρωσης των επιπέδων της κρατι­κής διοικητικής μηχανής. Αλλά η α­ποδιοργάνωση των ελληνικών κοινο­τήτων δεν είχε να κάνει απλώς με τη διαφορά ανάμεσα σε μια συγκεντρω­τική και μια αποκεντρωτική πολιτική ούτε ήταν απλώς ζήτημα αναμέτρη­σης μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και των τοπικών εξουσιών αλλά ούτε είχε να κάνει μόνο με τη μικρότερη ή μεγαλύτερη “συμμετοχή” του τοπικού πληθυσμού στις αποφάσεις. Μαζί με τις κοινότητες κάτι σημαντικότερο και πλουσιότερο απωλέστηκε. Και μάρ­τυρας αυτού υπήρξε με τον τρόπο του ο Τιρς.

β) Οι ελληνικές κοινότητες όπως τις είδε ο Τιρς

Την αυτοδιοίκηση του Μάουρερ, ο Τιρς τη χαρακτηρίζει «ερμαφρόδιτο πλάσμα διοικητικής αυθαιρεσίας»11ενώ για το σύστημα του Άρμανσμπεργκ λέει πως είναι «το απολυταρχικό σύστημα μασκαρεμένο με μια λαϊκή επιφάνεια»12.

Παρά την αυστηρή όμως κριτική του, φαίνεται ότι κι ο Τιρς δεν αφί­σταται από μια ιδέα ανάλογη μ’ αυ­τήν του Μάουρερ για συνδυασμό της μοναρχίας με τους κοινοτικούς θε­σμούς. Οι προτάσεις του μοιάζουν να υπηρετούν μια τέτοια πολιτική (ίσως γιατί δεν έβλεπε κι άλλη ρεαλιστική δυνατότητα)’3. Η σαφής πάντως δια­φορά του με τον Μάουρερ είναι ότι ο Τιρς πίστευε στις αυθεντικές ελλη­νικές κοινότητες, τις οποίες γνώριζε πολύ καλά και ήξερε τη ριζικά διαφο­ρετική ιδιοσυστασία τους έναντι των δυτικών πολιτευμάτων14. Αυτό το υ­πογραμμίζει κι ο ίδιος, όταν αναφέ­ρεται στις δικές του προτάσεις, τις σχετικές με την αναμόρφωση των ελ­ληνικών κοινοτικών δομών: «Προσπα­θήσαμε -γράφει- να απομακρύνουμε όλες τις ιδέες τις παρμένες από ξέ­να συστήματα, ι/α αναζητήσουμε επι­μελώς τα ίχνη και τα υπολείμματα ντόπιων θεσμών, να μάθουμε τη ση­μασία τους, να διορθώσουμε τις ελ­λείψεις, να συμπληρώσουμε τα κενά τους, πεπεισμένοι ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος και άλλος δρόμος για να φθάσουμε σε μια κατάσταση πραγ­μάτων σύμφωνη με τα ήθη και τα έθι­μα καθώς και τις πραγματικές ανά­γκες της χώρας».15

Ας δούμε όμως ποια είναι κατά τον Τιρς αυτή η κατάσταση πραγμάτων, η “σύμφωνη με τα ήθη και τα έθιμα και τις πραγματικές ανάγκες” της νεοαναδυόμενης τότε χώρας.

Συσσωματώσεις οικογενειών

«Η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας στην Ελλάδα -λέει ο Τιρς- στηρίχτη­κε πάντα στην οικογένεια».16«Συγκε­ντρωμένες σε χωριά αυτές οι οικο­γένειες συνδέονται σχεδόν όλες με οικογενειακούς δεσμούς και δεσμούς αμοιβαίων συμφερόντων».17 Με τα λί­γα αυτά λόγια ο Τιρς μάς δίνει το γε­νικό πλαίσιο των ελληνικών κοινοτι­κών θεσμών. Με απόλυτη σαφήνεια μάς διευκρινίζει ότι οι ελληνικές κοι­νότητες δεν αποτελούν συσσωματώ­σεις ξεχωριστών ατόμων, αλλά συσ­σωματώσεις οίκων-οικογενειών. Οι οίκοι αυτοί, λέει, συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς (α) συγγένειας, και (β) αμοιβαίου συμφέροντος. Και πά­νω σ’ αυτούς τους δεσμούς στηρίζε­ται η πολιτική οργάνωση της κοινότη­τας.

«Για να φροντίζουν τις υποθέσεις τους, όλα τα μέλη της κοινότητος συ­γκεντρώνονται κάθε χρόνο στην εκ­κλησία για να εκλέξουν τους δημο­γέροντες, δικαστές που τ’ όνομά τους αναφέρεται ήδη στα ποιήματα του Ο­μήρου. Κάθε οικογενειάρχης παίρνει μέρος στη συνέλευση».18

Από την περιγραφή αυτή ας συγκρατήσουμε: (α) τη διαδικασία εκλογής σε ετήσια βάση, (β) την εκκλησία ως κέντρο κοι­νοτικών λειτουργιών, (γ) τη συνέχεια με την ομηρική εποχή, και (δ) το ότι μέλος της κοινότητας δεν είναι ο πο­λίτης ως μεμονωμένο άτομο, ως εκπρόσωπος δηλαδή του εαυτού του, αλλά ο οικογενειάρχης ή ο εκπρόσωπος – αν προτιμάτε- του οίκου. Στις διάφορες κοινοτικές αποφάσεις, συνελεύσεις κλπ, μπορούν, όπως είπαμε, να μετέχουν όλοι οι οικογενειάρχες, μέλη της κοινότητας, αρκεί να έχουν εξασφαλίσει την οικονομική τους ανεξαρτησία. «Κάθε καλλιεργητής οικογενειάρχης στα χωριά, κάθε κάτοικος της πολιτείας, ικανός να θρέφει την οικογένειά του σαν βιοτέχνης, οποιαδήποτε κι αν είναι η δουλειά του, έχουν ίσο δικαίωμα να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και /α αξιοποιούν τη γνώμη τους.»19

Ιεραρχικές κοινοτικές δομές και διαδικασίες:

Πέρα απ’ την κοινοτική συνέλευση, η πολιτική εξουσία στην κοινότητα μοιράζεται ανάμεσα σε δύο όργανα: τους δημογέροντες, που ασκούν την εκτελεστική και δικαστική εξουσία, και το συμβούλιο των προκρίτων, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την τοπική αριστοκρατία. «Ο αριθμός των δημογερόντων ποικίλλει ανάλογα με τις ανάγκες της κοινότητος. Δεν διαλέγουν παρά ένα για τα χωριά και τρεις για τις πόλεις. Οι τελευταίοι αυτοί μοιράζονται την εποπτεία και τον έλεγχο της δικαιοσύνης στο βαθμό που υπεισέρχεται στη σφαίρα της τοπικής εξουσίας, την αγορανομία και τα κοινοτικά έσοδα. »20 «Οι παραιτημένοι δημογέροντες και άλλα πρόσωπα οικονομικά ανεξάρτητα, που συμπεριλαμβάνονται στην ονομασία πρόκριτοι, αποτελούν ένα συμβούλιο ανεξάρτητο από τους δημογέροντες και σε περίπτωση ανάγκης τους βοηθούν στο λειτούργημά τους.»”

Οι διαδικασίες εκλογής στην κοινότητα, όπως τις περιγράφει ο Τιρς, δεν βασίζονται σε αριθμητικές πλειοψηφίες και μειοψηφίες όπως τις γνωρίζουμε στα νεώτερα δημοκρατικά συστήματα, αλλά στη συναίνεση και στην υφιστάμενη κοινωνική ιεραρχία. «Η άσκηση της δημογεροντίας είναι ένα άμισθο αξίωμα που απαιτεί γνώσεις τοπικές και διοικητικές. Δίνει όμως επιρροή στους δικαστές για τις υποθέσεις και τα συμφέροντα των κατοίκων. Το αξίωμα λοιπόν αυτό δεν δίνεται παρά σε ανθρώπους κάπως ευκατάστατους και αξιοσέβαστους. »22 Παρά τα προνόμια, οι ευθύνες είναι τέτοιες έτσι ώστε «κάθε άλλο παρά μεγάλος ανταγωνισμός γίνεται για την κατάληψη τέτοιου είδους αξιωμάτων»23. «Στις περιφέρειες όπου υπάρχουν οικογένειες ευγενών, γνωστών καπεταναίων, διακεκριμένων εμπόρων, βλέπει κανείς σχεδόν παντού ότι η εκλογή πέφτει σε εκείνους, σαν σε ανθρώπους που προσελκύουν τη γενική εμπιστοσύνη και που διαθέτουν τα μέσα και τη θέληση να ανταποκριθούν στα χρέη τους.»2″ Αυτή η ιεραρχική πολιτική διάρθρωση που περιγράφει ο Τιρς υπήρξε ένα μείζον σκάνδαλο, κι είναι ασφαλώς η κύρια αιτία που πολλοί απ’ τους επόμενους μελετητές καταδίκασαν τις ελληνικές κοινότητες, διότι αυτό είναι το σημείο που η ελληνική κοινοτική παράδοση διαφέρει με τα νεώτερα δημοκρατικά ήθη και πολύ περισσότερο με εξισωτικά συνεταιριστικά ή αυτοδιαχειριστικά ιδεώδη. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό είναι και το σημείο που θ’ άξιζε κανείς να προσέξει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, αν δεν αναζητεί στους ελληνικούς κοινοτικούς θεσμούς απλώς ένα ιθαγενές πολιτικο-διοικητικό μοντέλο προς εφαρμογή διαφόρων νεώτερων πολιτικών ιδεολογιών αλλά το μυστικό μιας ελληνικής (ή μιας “άλλης”, εναλλακτικής) σύλληψης της εξουσίας και της πολιτικής.

Κοινοτική αριστοκρατία και δημοκρατία: Πάνω σ’ αυτές τις γενικές γραμμές οι οποίες συγκροτούν «την ταυτότητα αυτού του θεσμού, υπήρχαν τοπικές διαφορές στην εκλογή και τη σύνθεση των δημογεροντιών και στην έκταση του λειτουργήματος τους»25. Διαμορφώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια ποικιλία επιμέρους κοινοτικών συστημάτων, που άλλοτε, λέει ο Τιρς, ρέπουν προς τη δημοκρατία κι άλλοτε προς την αριστοκρατία.

Ο Τιρς μάς δίνει το παράδειγμα της αριστοκρατικής κοινότητας της Λειβαδιάς:«Παντού όπου υπήρχαν οικογένειες πλούσιες σε ακίνητα, τα δημαρχιακά αξιώματα θεωρούνταν σαν σύμφυτα με τα μέλη τους και οι εκλογές δεν γίνονταν παρά για τους τύπους. Υπήρχαν έθιμα και, για ειπωθει έτσι, μια δημαρχιακή παράδοση από την οποία δεν τολμούσαν να απο-στούν. Στη Λειβαδιά, οι πρόκριτοι ήταν μάλιστα συγκροτημένοι σε μια μόνιμη δημογεροντία.»26 Διαμορφώνεται έτσι στη Λειβαδιά μια συνετή και ισχυρή αριστοκρατία, την οποία αναγκάστηκε να σεβαστεί ακόμα κι αυτός ο Αλή-Πασάς.27

Στον αντίποδα της κοινοτικής αριστοκρατίας της Λειβαδιάς βρίσκεται η κοινοτική δημοκρατία της Χίου και των Ψαρών: «Στη Χίο, όπου το εμπόριο είχε φέρει την οικονομική άνεση στις περισσότερες οικογένειες, η εκλογή δεν μπορούσε να περιορίζεται α ένα μικρό αριθμό. Ήταν εκεί μια κοινότητα με ευκατάστατους ανθρώπους που ο καθένας τους μπορούσε να κληθεί για το δημαρχιακό αξίωμα… Η ίδια μορφή δημοκρατίας υπήρξε στα Ψαρά,»28

Στην Ύδρα όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά, αφού, σε πληθυσμό πέντε χιλιάδων οικογενειών, ο τεράστιος ναυτικός πλούτος του νησιού είχε συγκεντρωθεί σε δεκαπέντε μόνο οικογένειες. «Ιδού λοιπόν -λέει ο Τιρς- τα στοιχεία για να συσταθεί μια αριστοκρατία. Σχηματίσθηκε από μόνη της, όπως η δημοκρατία είχε αναπτυχθεί στη Χίο»29

Αξίζει να προσέξει κανείς ότι ο Τιρς δεν δείχνει εδώ να έχει ιδιαίτερες προτιμήσεις μεταξύ κοινοτικής αριστοκρατίας και δημοκρατίας. Τηρώντας ίσες αποστάσεις εμφανούς ιδεολογικής ουδετερότητας, αντιμετωπίζει τους δυο αυτούς τύπους πολιτευμάτων στο πλαίσιο ενός κοινωνιολογικού σχετικισμού, ανάγοντας π.χ. τη διαφορά μεταξύ της δημοκρατίας της Χίου και της αριστοκρατίας της Ύδρας στη διαφορά των οικονομικών λειτουργιών και των μορφωτικών-πο-λιτιστικών δεδομένων των δυο κοινοτήτων: «Η μια -λέει- στηριζόταν, όπως βέβαια και η άλλη, στο χειρισμό δημοσίων υποθέσεων, με τούτη, ωστόσο, τη διαφορά, ότι οι έμποροι της Χίου, έχοντας ανάγκη από μια πλατειά μόρφωση εξ αιτίας της ποικιλίας και των πολλαπλών δεσμών του εμπορίου τους, περιλάμβαναν στη σφαίρα της δραστηριότητος τους την μελέτη των επιστημών, δίνοντας μια φροντισμένη εκπαίδευση στα παιδιά τους, ενώ η ανάγκη της εκπαιδεύσεως δεν έγινε ποτέ αισθητή στους ταρσανάδες της Υδρας, ανάμεσα στους αρρενωπούς και τίμιους καπετάνιους, που ήταν ωστόσο υπεροπτικοί και αμαθείς»30 Έτσι βλέπει ο Τίρς τη διαφορά δημοκρατίας και αριστοκρατίας στο πλαίσιο των ελληνικών κοινοτήτων, και θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι ο σχετικισμός του -τον οποίο συμμερίζονται και ορισμένοι επόμενοι’ του σημαντικοί κοινοτιστές (ιδιαίτερα δε ο Κ. Καραβίδας)- είναι ένα ακόμα σημείο απόρριψης της ελληνικής κοινοτικής παράδοσης από τον σύγχρονο δημοκρατικό φιλελευθερισμό και τις άλλες εξισωτικές ιδεολογίες του καιρού μας.

Αυτά αναφέρει ο Τιρς για τους κοινοτικούς θεσμούς σε τοπικό επίπεδο. Και περιοριστήκαμε σ’ αυτό, αν και ο ίδιος μας δίνει στοιχεία και για το ευρύτερο διοικητικό πλαίσιο που · συνέδεε εκείνη την εποχή τις κοινότητες με την κεντρική διοίκηση, και το οποίο περιελάμβανε τις Διοικήσεις και τις Επαρχίες. Εκεί θα συναντούσαμε κι άλλους κοινοτικούς θεσμούς, όπως π.χ. τον θεσμό των “επαρχιακών δημογερόντων” που ήταν εγκατεστημένοι στις πρωτεύουσες των Επαρχιών, για να φροντίζουν τα συμφέροντα της κοινότητας. Αλλά δεν νομίζω ότι θα χρειαζόταν να επεκταθούμε περισσότερο σ’ αυτά τα ζητήματα. «Δώσαμε -όπως λέει κι ο Τιρ-ς- τ όσες λεπτομέρειες όσο ήταν αναγκαίο για να καταφανεί ότι οι Έλληνες των ημερών μας, αφού είχαν ξεχάσει ακόμα και τα ονόματα δημοκρατία και αριστοκρατία, δημιούργησαν και τη μια και την άλλη σε πολύ λογικά πλαίσια και ότι χωρίς να ξαί-ρουν ούτε την πολιτική οικονομία, ούτε τα άλλα πλεονεκτήματα του εκλεπτυσμένου πολιτισμού μας, τις έκαναν να ευδοκιμήσουν με την εσωτερική τάξη και το εμπόριο και τέλος ότι, παρά την προσβλητική καχυποψία των βαρβάρων κυριάρχων τους, κατάφεραν να τις κάνουν πλούσιες και ανθηρές, ενώ στην Ευρώπη τους κατηγορούσαν για αμάθεια, θεωρώντας τους παιδιά και ανώριμους για οποιουσδήποτε πολιτικούς θεσμούς»31

Ερμηνεύοντας τον Τιρς

Η λιτότητα κι η περιεκτικότητα των διατυπώσεων του Τιρς μάς επιβάλλει στο σημείο αυτό να παρεμβάλουμε ορισμένες δικές μας σκέψεις, που πιστεύουμε ότι θα φωτίσουν κάπως περισσότερο την αντίληψη του για την ελληνική κοινότητα ως συσσωμαιωυιι οικογενειών.

/Αυτό που στην ουσία μάς λέει ο Τιρς είναι ότι, στην ελληνική περίπτωση, οι άνθρωποι εντάσσονται στη σφαίρα της πολιτικής όχι ως ασυνάρτητα μεταξύ τους ξεχωριστά άτομα, αλλά ως φορείς των θεμελιωδών σχέσεων που καθιστούν κοινωνικά ενεργή την υπόστασή τους (και οι οποίες, στην προκειμένη περίπτωση της ελληνικής κοινότητας του 19ου αιώνα, συνοψίζονται στην ένταξη του καθενός σε μια οικογένεια). Αυτή η “προπολι-τική” κοινωνική ένταξη, κι οι αντίστοιχες ευθύνες που συνεπάγεται, αποτελούν προϋπόθεση για την πολιτική ένταξη του ατόμου στην κοινότητα. (Ή, όπως νομίζω ότι θα τό λεγε ο Θ. Ζιάκας, οι άνθρωποι μετέχουν στην κοινότητα όχι ως “άτομα”, αλλά ως “πρόσωπα”)32. Αυτή βέβαια η κλιμακωτή διαβάθμιση από το “μη πολιτικό” στο “πολιτικό” είναι κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ τον απόλυτο καταστατικό διαχωρισμό μεταξύ “δημόσιου” και “ιδιωτικού” που συναντά κανείς στις ατομοκεντρικές κοινωνίες, και ο οποίος καταργεί εκ προοιμίου την ενότητα του προσώπου, διχάζοντας τον άνθρωπο στους ξεχωριστούς και ανεξάρτητους μεταξύ τους ρόλους του “πολίτη” και του “ιδιώτη”33.

Ένα άλλο, εξ ίσου χαρακτηριστικό ζήτημα, το οποίο οφείλουμε να προσέξουμε, είναι ότι ο Τιρς μιλά για δεσμούς “αμοιβαίων συμφερόντων” μεταξύ των οικογενειών, αποφεύγοντας εδώ να χρησιμοποιήσει την έννοια του “γενικού συμφέροντος” (που ως τέτοιο θα έπρεπε να νοείται κατ’ αντιδιαστολή προς το “ατομικό” ή “ιδιωτικό” συμφέρον). Κι αυτό δεν είναι χωρίς σημασία, διότι η “αμοιβαιότητα” των επιμέρους συμφερόντων που εντοπίζει ο Τιρς στην ελληνική κοινότητα διαμορφώνει ένα έδαφος εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που διαμορφώνει στις ατομοκεντρικές κοινωνίες η πόλωση μεταξύ “γενικού” και “ατομικού” συμφέροντος.34 Στο κοινοτικό αυτό έδαφος, το περιεχόμενο του συμφέροντος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την προϋφιστάμενη συνθήκη της αμοιβαιότητας (όπου δηλαδή οι άνθρωποι “κοινωνούν τις ανάγκες τους”, όπως θά λεγε ο Χρ. Γιανναράς),35 και δεν είναι τα “αυτοτελώς” και “ιδιοτελώς” ορισμένα “ίδια” συμφέροντα που οδηγούν στην αμοιβαιότητα. Στη βάση αυτή, της κοινότητας των “αμοιβαίων συμφερόντων”, διαμορφώνεται το έδαφος ενός κοινοτικού πολιτισμού, όπου «το πρόσωπο και η κοινότητα αποτελούν το ένα την προϋπόθεση του άλλου».36 Η δε «προσωπική ελευθερία και η προσωπική ιδιοτυπία δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο στα πλαίσια της κοινής ζωής και της κοινωνικής ενότητας, και το αντίστροφο»37

Μετά από τα παραπάνω θα πρέπει νομίζω να γίνεται σαφές ότι η έμφαση του Τιρς στην οικογένεια ως βάση της ελληνικής πολιτικής συγκρότησης δεν αφορά μόνο τη δομή μιας προκαπιταλιστικής παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας, όπως θα μπορούσε ίσως να σκεφτεί κανείς, αλλά κάποιες, ανεξάρτητες απ’ τα εκάστοτε κοινωνιολογικά δεδομένα, διαχρονικές σταθερές ενός “ελληνικού” τρόπου της πολιτικής. 0ά λεγα μάλιστα ότι η κοινότητα που περιγράφει ο Τιρς θυμίζει ιδιαίτερα την “κώμη” του Αριστοτέλη, δηλαδή έναν ενδιάμεσο τύπο κοινωνίας που βρίσκεται ανάμεσα στον “οίκο” (το πρώτο στοιχειώδες επίπεδο κοινωνίας που περιβάλλει την καθημερινότητα του ανθρώπου) και στην “πόλη” (την κατ’ εξοχήν “πολιτική κοινωνία” στην οποία τείνουν φυσιολογικά να καταλήξουν και να ολοκληρωθούν όλες οι προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις και δομές).38 Ερμηνεύοντας λοιπόν υπ’ αυτό το πρίσμα (της αριστοτελικής αλληλουχίας οίκου-κώμης-πόλεως) την περιγραφή του Τιρς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ελληνική κοινότητα που είχε κατά νου ο Τιρς αποτελούσε τον ενδιάμεσο κρίκο μιας κλιμακωτής ιεραρχικής κοινωνικής διάρθρωσης, στην οποία κάθε αναβαθμός εμπεριείχε οργανικά τον προηγούμενο. Σ’ αυτή την κλιμακωτή διάρθρωση,39 η οικογένεια είναι το θεμελιώδες κύτταρο, ενώ η πολιτική αποτελεί την ανώτερη, σφαίρα της. Η συνάφεια των συγγενικών δεσμών και των δεσμών αμοιβαίου συμφέροντος μεταξύ των οικογενειών συγκροτεί ένα “προπολιτικό” επίπεδο φυσικών και συμβατικών βιοτικών σχέσεων, από το οποίο απορρέει φυσιολογικά η πολιτική συνάφεια και η δομή της κοινότητας. Ανάμεσα δηλαδή στο θεμελιώδες κύτταρο της οικογένειας και στην ανώτερη σφαίρα της πολιτικής στέκεται η χωρική κοινότητα ως ενδιάμεσος συνεκτικός κρίκος, που εμπεριέχει πτυχές και του ενός και του άλλου, συνδέοντας τα δύο με τρόπο οργανικό. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η κοινοτική πολιτική δομή δεν μπορεί να διαχωριστεί με τρόπο απόλυτο απ’ τους “προπολιτικούς” κοινωνικούς δεσμούς (της συγγένειας και του συμφέροντος) πάνω στους οποίους βασίζεται. Έτσι η κοινότητα αποτελεί έναν ποιοτικά ανώτερο αναβαθμό των επιμέρους κοινωνικών δεσμών, τους οποίους εμπεριέχει κατά τρόπο οργανικό και διαφανή, και στους οποίους δίνει έναν εξωστρεφή (πολιτικά, κατά τον Τιρς) χαρακτήρα.

Αν θα θέλαμε τώρα να είχαμε μια πληρέστερη εικόνα της ελληνικής κοινότητας, θα έπρεπε στο σημείο αυτό να ετίθετο το ζήτημα του ρόλου της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής κοινωνίας, τόσο σε σχέση με την εσωτερική συνοχή της τοπικής κοινότητας, όσο και σε σχέση με τον εξωστρεφή προσανατολισμό της και την ένταξή της ο’ ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνίας, παράλληλα ή εναλλακτικά προς την πολιτική. Αλλά αυτό είναι κάτι που ο Τιρς, παρά τη θεολογική του κατάρτιση, το αγνοεί σχεδόν εξ ολοκλήρου. Όπως είδαμε παραπάνω, στέκεται απολύτως στο επίπεδο του Δικαίου, των πολιτικών θεσμών και της κοινωνιολογίας και δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στην εκκλησιαστική διάσταση των κοινοτικών θεσμών που περιγράφει. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η σημαντικότερη έλλειψη και η Αχίλλειος πτέρνα τόσο του ίδιου του Τιρς όσο και (όλων κατ’ ουσίαν) των άλλων κοινοτιστών που ασχολήθηκαν μετά απ’ αυτόν με τις ελληνικές κοινότητες.

Μένοντας στις γραμμές της αρχαίας κοινοτικής παράδοσης : Αυτή είναι λοιπόν σε γενικές γραμμές η εικόνα που μας δίνει ο Τιρς για «το απλό ούστημα της δημοτικής διοικήσεως»40 όπως ο ίδιος το γνώρισε. «Καΐλας -λέει- δεν θα μπορούσε να πει πότε άρχισε, αφού βρισκόταν κι όλας επί Βυζαντινών και Ρωμαίων … κληρονομήθηκε μάλιστα από χρόνους πιο αρχαίους»41 «Οι Τούρκοι που δεν ανακατεύονταν στις εσωτερικές υποθέσεις των κοινοτήτων, άφησαν άθικτο αυτόν τον αρχαίο και σωτήριο θεσμό, αλλά σε πολλά μέρη, οι δολοπλοκίες, οι διαστάσεις ανάμεσα στην εξουσία των επισκόπων και στην εξουσία των δημογερόντων, η εξαγορά και η αρπακτικότητα που αυτοί οι τελευταίοι ασκούσαν κάτω από την αιγίδα των καταπιεστών της χώρας, αλλοίωσαν αυτό το έθιμο»42 «Η Ελληνική Επανάσταση -καταλήγει ο Τιρς – δεν άλλαξε τίποτα απ’ την ουσία αυτού του θεσμού και πολλές καταχρήσεις που συνδέονταν με την εποχή των Τούρκων, έπαψαν μαζί με την καταπίεση, μόλις οι κάτοικοι ένοιωσαν ότι είχαν τη δύναμη να τακτοποιήσουν τις κοινοτικές υποθέσεις τους»43

Εχοντας επίγνωση αυτής της μακράς διάρκειας των ελληνικών κοινοτικών θεσμών ο Τιρς δεν περιορίστηκε στην περιγραφή τους, αλλά πρότεινε συγκεκριμένη πολιτική για τη συγκρότηση ενός πολιτειακού οργανισμού βασισμένου σ’ αυτούς. Η ιδέα του συνοψίζεται στη δημιουργία ενός κεντρικού διοικητικού μηχανισμού, που θα στηριζόταν στους αυθεντικούς κοινοτικούς θεσμούς, όπως αυτοί είχαν προκύψει ιστορικά, αν και αναγνωρίζει την ανάγκη ορισμένων βελτιώσεων που θα διόρθωναν, όπως λέει, τις ατέλειές τους. «Όσο για την οργάνωση των κοινοτήτων -γράφει- είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσαν να απομακρυνθούν από την ιστορική τους βάση»44 «Πρέπει λοιπόν να αρχίσει κανείς, αφήνοντας άθικτο το θεσμό των κοινοτήτων και των διοικήσεων, όπως διατηρήθηκε ακόμα και κάτω από τους Τούρκους και να διορθώσει τις ατέλειές του»45

Οι κύριες διορθώσεις που θεωρεί ο Τιρς αναγκαίες για τη βελτίωση της λειτουργίας των κοινοτήτων είναι δύο : (α) ο κοινοτικός έλεγχος των δημογεροντιών, με τη σύσταση εκλεγόμενων εξεταστικών επιτροπών έτσι ώστε να αποφεύγεται η κατάχρηση εξουσίας” και (β) η κατοχύρωση των κοινοτικών λειτουργημάτων, που πρέπει να διακριθούν σαφώς από τις αρμοδιότητες της κεντρικής μοναρχικής διοίκησης. Ο Τιρς δείχνει να έχει επίγνωση πως το ζήτημα αυτό δεν έχει να κάνει με μια απλή διαφορά διοικητικών επιπέδων, αλλά αφορά την ίδια την πηγή και τον τρόπο άσκησης του λειτουργήματος. Αναφερόμενος π.χ. στο θέμα της κοινοτικής δικαιοσύνης, χρησιμοποιεί ένα σκληρό παράδειγμα, όπου μια κοπέλα καταδικάζεται σε θάνατο από την ίδια της την οικογένεια, και καταλήγει ως εξής : «Είναι αναγκαίο -λέει- να αφαιρεθεί από τον πατέρα και το οικογενειακό συμβούλιο, καθώς επίσης και από τον επίσκοπο, το δικαίωμα να επιβάλλουν ποινές. Από την όλλη όμως μεριά, είναι επίσης αναγκαίο να αφεθεί α αυτό το συμβούλιο η εξουσία και το κύρος που συμβιβάζονται με τους νόμους, εφ’ όσον δεν υπάρχουν δεσμοί πιο σταθεροί και πιο ιεροί στην Ελλάδα από τους οικογενειακούς δεσμούς και μπορεί να είναι κανένας βέβαιος ότι οι αποφάσεις τους σε όλες τις πολιτικές υποθέσεις, θα είναι σύμφωνες με τη δικαιοσύνη και τα αρχαία έθιμα της χώρας».*1 Ανάλογες είναι οι παρατηρήσεις του Τιρς για θέματα εκπαίδευσης, φορολογίας, κλπ.

Έτσι ο Τιρς διατυπώνει μια συνολική πρόταση διοικητικής διάρθρωσης της ελλαδικής επικράτειας που βασίζετα. στην κοινοτική παράδοση. Με την πρόταση του αυτή ο Τιρς αποσκοπεί στην ελεύθερη ανάπτυξη μιας φυσικής κοινοτικής ηγεσίας (αριστοκρατικής ή δημοκρατικής), που θα βγει μέσα απ’ τα σπλαχνα του λαού, με την αναγνώριση και το διαρκή έλεγχο του ίδιου του λαού. και -οποία θα μπορέσει να συνθέσει τα λαϊκά δίκαια με τις ανάγκες μιας ισχυρής κεντρικής διοίκησης.

Βέβαια ο Τιρς αγνοήθηκε συστηματικά από τη βαυαρική Αντιβασιλεία, όπως θα τον αγνοούσε και το ελληνικό κράτος στις μέρες μας. Η δική του κληρονομιά περιμένει υπομονετικά τους διεκδικητές της.

Περιοδικό Άρδην τ. 14-15, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1998

, , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.