Μέγας Αλέξανδρος: Ο πόλεμος στο Αιγαίο (Γ’ Μέρος)

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Το φθινόπωρο του 333 π.Χ η κατάσταση στο Αιγαίο φαινόταν κρίσιμη. Οι Πέρσες Φαρνάβαζος και Αυτοφραδάτης είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, ενώ ανακατέλαβαν την Αλικαρνασσό (όπου εξακολουθούσαν να διατηρούν ήδη από την αρχή του πολέμου την οχυρωμένη νησίδα Αρκόννησο, καθιστώντας το λιμάνι της πόλης μη προσβάσιμο), την Μίλητο, καθώς και αριθμό σημαντικών πόλεων στην μικρασιατική ακτή που δεν κατονομάζονται από τις πηγές. Παράλληλα είχαν έρθει σε συμφωνία με τον βασιλιά Άγι της Σπάρτης, στον οποίο έδωσαν χρήματα και πλοία για να προετοιμάσει εξέγερση στην Πελοπόννησο, ενώ ο ρήτορας Δημοσθένης στην Αθήνα, που βρισκόταν σε επαφή με τους Πέρσες διοικητές, επηρέαζε τους συμπολίτες του υπέρ της προσχώρησης στο στρατόπεδό τους.

Η μακεδονική νίκη στην Ισσό τον Νοέμβριο όμως άλλαξε άρδην τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δύο αντιπάλων. Τώρα ο δρόμος προς την Φοινίκη (σημερινός Λίβανος) και την Κύπρο ήταν πλέον ανοικτός. Καθώς οι δύο αυτές περιοχές παρείχαν τις περισσότερες και τις πιο αξιόμαχες μοίρες του περσικού στόλου που δρούσε στο Αιγαίο, ο Αλέξανδρος έκρινε σκόπιμο να προελάσει προς τα εκεί και να μην καταδιώξει τον υποχωρούντα προς την Βαβυλώνα Δαρείο. Με τον μακεδονικό στρατό έξω από τα τείχη τους και περσική βοήθεια να μην φαίνεται άμεσα στον ορίζοντα, οι Φοίνικες ηγεμόνες και οι στόλοι τους θα παραδίδονταν οικειοθελώς ή θα υπέκυπταν με την βία.

Πράγματι, οι σπουδαιότερες φοινικικές πόλεις, η Άραδος, η Βύβλος και η Σιδώνα, παραδόθηκαν αμαχητί και σύντομα οι ναυτικές μοίρες τους, 80 τριήρεις στο σύνολο, αυτομόλησαν προς την πλευρά των Μακεδόνων που τώρα πολιορκούσαν την Τύρο, τo μόνο μεγάλο αστικό κέντρο της χώρας που αρνήθηκε να υποταχθεί. Σύντομα ακολούθησαν οι μοίρες των Κυπρίων (120 πλοία), ενώ στο ελληνικό στρατόπεδο πέρασε και η Ρόδος η οποία συνεισέφερε στον Αλέξανδρο 10 τριήρεις υπό την ναυαρχίδα της πόλης Περίπολο.

Η αυτομόληση των κυπρο-φοινικικών μοιρών από τον περσικό στόλο επέτρεψε στον Αλέξανδρο να ανασυστήσει ισχυρή ναυτική δύναμη, με τη βοήθεια της οποίας άλωσε τελικά την Τύρο μετά από επτά μήνες πολιορκίας, ενώ αντιστρόφως εξάλειψε τις όποιες δυνατότητες των Περσών να διεξάγουν σημαντικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη. Η εξέλιξη του πολέμου στην θάλασσα φαινόταν πια προδιαγεγραμμένη.

Η ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο αντανακλάται και στο γεγονός πως στην Φοινίκη συνάντησαν τον Αλέξανδρο ο Μακεδόνας ναύαρχος Πρωτέας από τη Χαλκίδα με μια πεντηκόντορο και ο Κλέανδρος του Πολεμοκράτη μαζί με 4.000 Πελοποννήσιους μισθοφόρους. Στην πρώτη περίπτωση επρόκειτο για τον ναύαρχο που ηγείτο του συμμαχικού στόλου που έδρευε στην Χαλκίδα και η άφιξή του στην μακρινή Φοινίκη μαρτυράει ίσως αποδέσμευση των Ευβοέων και Πελοποννήσιων ναυτικών συμμάχων λόγω ύφεσης της ναυτικής απειλής στις Κυκλάδες και στις ακτές της Πελοποννήσου. Ο Κλέανδρος από την άλλη, είχε σταλεί στην Πελοπόννησο ενάμιση χρόνο πριν για να στρατολογήσει μισθοφόρους. Από το πλήθος των τελευταίων φαίνεται πως ο απόηχος της μακεδονικής νίκης στην Ισσό είχε φτάσει πλέον και στην Ελλάδα και οι επίδοξοι «κοντοτιέροι» έσπευδαν να ταχθούν στο πλευρό του νικητή.

Η επιτυχία της αποστολής του Κλεάνδρου εξάλλου λειτούργησε υπονομευτικά προς την αντίστοιχη προσπάθεια των Λακεδαιμονίων, που την ίδια εποχή αναζητούσαν με περσικά χρήματα επίσης μάχιμους άνδρες για να συμπληρώσουν τις τάξεις του στρατού τους για την σύγκρουση που ερχόταν στην Ελλάδα. Με τον Δαρείο ηττημένο να έχει αποσυρθεί στην Μεσοποταμία, τον περσικό στόλο και την περσική ναυτική κυριαρχία στην Μεσόγειο να φυλλορροούν και τους Αθηναίους να μην φαίνονται πρόθυμοι να κινηθούν, οι Λακεδαιμόνιοι, αν και ανοικτά πλέον σε πόλεμο με την Μακεδονία και έχοντας ήδη στείλει στόλο στην Κρήτη να διεξάγει επιχειρήσεις, προς το παρόν δίσταζαν να κινηθούν αποφασιστικά.

Μέχρι το φθινόπωρο του 332 π.Χ, η Τένεδος είχε στασιάσει εναντίον των Περσών και προσχώρησε στην μακεδονική πλευρά, ενώ οι δημοκρατικοί στην Χίο εξεγέρθηκαν και ανέτρεψαν την περσόφιλη ολιγαρχική κυβέρνηση που είχαν εγκαταστήσει εκεί ο Αυτοφραδάτης και ο Φαρνάβαζος (βλέπε μέρος δεύτερο: https://m.facebook.com/groups/847539878684505?view=permalink&id=1273677809404041). Πάνω στην σύγκρουση δε συνελήφθη ο Φαρνάβαζος, που βρισκόταν εκεί με δώδεκα τριήρεις και 1.500 μισθοφόρους, και μαζί του και ο τύραννος της Μήθυμνας Αριστόνικος, που έτυχε να βρίσκεται στο νησί μαζί με πέντε λεσβιακά ελαφρά σκάφη. Τα εχθρικά πληρώματα εξοντώθηκαν και οι αρχηγοί τους, μαζί με τους Χίους ολιγαρχικούς, παραδόθηκαν σιδηροδέσμιοι στον στρατηγό των μακεδονικών δυνάμεων του Ελλησπόντου Ηγέλοχο που έσπευσε στο μεταξύ στην νήσο. Ο τελευταίος διεξήγε εκστρατεία και κατά της Λέσβου, όπου ανέτρεψε τον περσόφιλο τύραννο της Μυτιλήνης Χάρη και έφερε με το μέρος του κατόπιν συμφωνίας τις υπόλοιπες πόλεις του νησιού, ενώ έστειλε τον ναύαρχο Αμφότερο με 60 πλοία στην Κω, όπου τον είχαν καλέσει οι κάτοικοι για να του παραδώσουν την πόλη. Λίγο αργότερα έφτασε και ο ίδιος στην νήσο, όπου βρήκε τον Αμφότερο κύριο της κατάστασης. Από κει κατευθύνθηκαν μαζί στην Αίγυπτο, όπου στην Μέμφιδα συνάντησαν τον Αλέξανδρο για να του αναγγείλουν την ήττα των Περσών στο Αιγαίο και να του παραδώσουν τους αιχμαλώτους πλην του Φαρνάβαζου, που είχε καταφέρει να δραπετεύσει (πιθανότατα προς την κατεχόμενη ακόμα από τους Πέρσες Αλικαρνασσό) ενώ βρίσκονταν σταθμευμένοι στην Κω. Ο Αλέξανδρος έστειλε τους τυράννους πίσω στις πατρίδες τους για να δικαστούν από τους συμπολίτες τους, ενώ οι Χίοι ολιγαρχικοί εξορίστηκαν στην Ελεφαντίνη, στο σημερινό Aσουάν στη νότια Αίγυπτο.

Παρά τον φαινομενικό θρίαμβο στην θάλασσα, η κατάσταση εκατέρωθεν του Αιγαίου κάθε άλλο παρά ήρεμη ήταν. Αφενός η Ελλάδα εξακολουθούσε να μαστίζεται από σπανοσιτεία, αναγκάζοντας τον Αλέξανδρο να λάβει μέτρα. Έτσι, τον χειμώνα του 332 π.Χ και ενώ ακόμα βρισκόταν στην Αίγυπτο, έκλεισε συμφωνία με τους Κυρηναίους στην ακτή της Λιβύης για την αποστολή φορτίων σίτου στα ελληνικά κράτη προκειμένου να κρατηθούν σε χαμηλά επίπεδα οι τιμές. 100.000 μέδιμνοι στάλθηκαν στην Αθήνα, 72.600 στην Μακεδονία, 50.000 στην Ήπειρο, στο Άργος, τη Λάρισα και την Κόρινθο, 30.000 στα Μέγαρα, την Σικυώνα και τη Ρόδο και φορτία μεταξύ 1.000 και 15.000 μεδίμνων στα υπόλοιπα ελληνικά κράτη. Η γεναιόδωρη αυτή αποστολή, πληρωμένη προφανώς εξ’ολοκλήρου από το βασιλικό ταμείο του Αλέξανδρου, εξευμένισε ως ένα βαθμό τα ταραγμένα πνεύματα στην ειδικά στην εξαρτώμενη από τις εισαγωγές σίτου Αθήνα.

Αφετέρου, σημαντικό μέρος των περσικών δυνάμεων είχε καταφέρει να διαφύγει σώο από την Ισσό, δημιουργώντας προβλήματα σε άλλα μέτωπα. Εκτός από 4.000 άνδρες που έφυγαν μαζί με τον Δαρείο και αποτέλεσαν τον σκληρό πυρήνα γύρω από τον οποίο ο Πέρσης βασιλιάς άρχισε να οργανώνει νέο στρατό στην Βαβυλώνα, τουλάχιστον 8.000 Έλληνες μισθοφόροι βετεράνοι της Ισσού είχαν καταφερει να διαφύγουν μέσω του φοινικικού λιμανιού της Τρίπολης στην Κύπρο και από κει μέσω Καρίας στο ακρωτήριο Ταίναρο (σημερινή νότια Μάνη), όπου στρατολογήθηκαν από τους Λακεδαιμόνιους. Παρομοίως, ίλες ιππικού υπό τον χιλίαρχο Ναβαρζάνη πέρασαν βορείως του Ταύρου, όπου προκάλεσαν γενική εξέγερση στην Καππαδοκία και στην Παφλαγονία. Καθώς η ορεινή Πισιδία παρέμενε από την αρχή του πολέμου ως επί το πλείστον ανυπότακτη, οι χερσαίες γραμμές επικοινωνίας του Αλέξανδρου διαμέσου της στενωπού των Κελαινών κινδύνευαν με άμεσο κλείσιμο.

Ευτυχώς για τον Αλέξανδρο που ήταν εξαιρετικά απασχολημένος με την κατάκτηση και την διοικητική οργάνωση της Αιγύπτου, ο κυβερνήτης της κεντρικής Μικράς Ασίας Αντίγονος ο Μονόφθαλμος, παρά την επικίνδυνη έλλειψη στρατιωτών που αντιμετώπιζε, κατάφερε να νικήσει κατά την διάρκεια του 332 τον Ναβαρζάνη και τους ιππείς του σε τρεις μάχες εκ παρατάξεως. Την ίδια περίπου περίοδο, ο κυβερνήτης της Ελλησποντικής Φρυγίας Κάλας αντιμετώπιζε επιτυχώς τους Παφλαγόνες, ενώ ο διοικητής της Λυδίας Άσανδρος νίκησε την περσική φρουρά της Μιλήτου και ανακατέλαβε την πόλη. Παρά το ότι έκτοτε η Καππαδοκία πέραν του ποταμού Άλυ χάθηκε και θα ανακαταλαμβανόταν μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου από τον επιμελητή Περδίκκα, η ζωτική οδός διαμέσου των Κελαινών ήταν πλέον ασφαλής και δεν θα ξαναδεχόταν απειλή μέχρι το τέλος του πολέμου.

Ως τα τέλη του έτους, ο Δαρείος είχε καταφέρει να συγκεντρώσει ξανά πολυπληθές και καλά εξοπλισμένο στράτευμα στη Βαβυλώνα, ενώ στην Ελλάδα η κατάσταση εξακολουθούσε να παραμένει έκρυθμη. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 332-331 π.Χ ο Άγις και ο αδερφός του Αγησίλαος είχαν καταφέρει να πάρουν με το μέρος τους το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης. Από κει μπορούσαν να στρατολογήσουν άντρες (οι Κρήτες ήταν φημισμένοι τοξότες), αλλά και να εκτελούν πειρατικές επιδρομές εναντίον των φορτίων σιτηρών από την Κυρήνη. Πριν φύγει τελικά ο Αλέξανδρος στα μέσα Απριλίου του 331 π.Χ από την Αίγυπτο, είχε στείλει ναυτική δύναμη υπό τον Αμφότερο με διαταγές να «απελευθερώσει» το νησί και να καθαρίσει την θάλασσα από τους «πειρατές».

Φτάνοντας στην ανοικοδομημένη Τύρο όμως, πληροφορήθηκε πως ο Άγις είχε συγκεντρώσει μεγάλη δύναμη μισθοφόρων και είχε εξεγερθεί ανοικτά ζητώντας από τα ελληνικά κράτη να ενωθούν μαζί του, ενώ έφταναν και φήμες για σοβαρή εξέγερση στην Θράκη. Καθώς κατά τη συγκεκριμένη φάση του πολέμου πρόβαλε ως προτεραιότητα η διεξαγωγή αποφασιστικής μάχης με τον Δαρείο και η σύλληψη ή εξόντωσή του, ο Αλέξανδρος αρκέστηκε να στείλει εκατό κυπριακά και φοινικικά πλοία για να ενωθούν με τις δυνάμεις του Αμφότερου και να ενισχύσουν τα σύμμαχα ελληνικά κράτη έναντι του Άγι, αφήνοντας τον αντιβασιλιά Αντίπατρο μόνο να αναλάβει το βάρος των επιχειρήσεων στην ξηρά. Ο ίδιος, μετά από παραμονή τριών μηνών στην Τύρο όπου διευθέτησε ζητήματα της περιοχής, ξεκίνησε για την Θάψακο του Ευφράτη, ενώ την 1η Οκτωβρίου συγκρούστηκε με τον Δαρείο στα Γαυγάμηλα, κοντά στο σημερινό Ερμπίλ, συντρίβοντάς τον αποφασιστικά και ανοίγοντας τον δρόμο για την Βαβυλώνα και την βασιλική πρωτεύουσα Σούσα.

, , , , , ,

1 thought on “Μέγας Αλέξανδρος: Ο πόλεμος στο Αιγαίο (Γ’ Μέρος)

  1. Παράθεμα: Cognosco Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.