Μέντωρ ο Ρόδιος: Από το μηδέν στην ίδρυση μιας δυναστείας

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίστηκαν οι ελληνοπερσικοί πόλεμοι του 4ου αιώνα είναι αναγκαία η αφήγηση και της ιστορίας των Ελλήνων της “άλλης πλευράς”, αυτών δηλαδή που βρέθηκαν για διάφορους λόγους να πολεμούν υπό ξένο λάβαρο τόσο εναντίον άλλων Ελλήνων όσο και “βαρβαρικών” λαών.

Από τα τέλη του 5ου και κατά την διάρκεια του 4ου π.Χ αιώνα, οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών κρατών, οι πολιτικοκοινωνικές αναταραχές εντός των πόλεων και η παρατεταμένη οικονομική ύφεση που μάστιζε την χώρα είχαν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση πλήθους νέων, φιλόδοξων και με μεγάλη πολεμική εμπειρία ανδρών που αντιλαμβάνονταν τον πόλεμο ως το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους.

Από την άλλη οι Πέρσες, ήδη από την εποχή των ελληνοπερσικών συγκρούσεων του 5ου αιώνα π.Χ, είχαν συνειδητοποιήσει με οδυνηρό τρόπο την υπεροχή του βαρέως οπλισμένου πεζού οπλίτη και του ελληνικού τρόπου του μάχεσθαι έναντι του ασιατικού. Όντας μάλιστα και οι ίδιοι εκφυλισμένοι σε μεγάλο βαθμό από τον τρυφηλό βίο σε σχέση με τους πολεμοχαρείς προγόνους τους, αναζητούσαν έμπειρους πολεμιστές για να στελεχώσουν και να διοικήσουν τους στρατούς τους. Μοιραία λοιπόν, και με τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου το 404 π.Χ, στράφηκαν προς την δυτική πλευρά του Αιγαίου, όπου αφθονούσαν οι άεργοι πολεμιστές σε αναζήτηση γεναιόδωρου εργοδότη.

Η αρχή έγινε την άνοιξη του 401 π.Χ, όταν ο Πέρσης πρίγκιπας Κύρος ο Νεώτερος ξεκίνησε από τις Σάρδεις επικεφαλής ενός στρατού που περιελάμβανε περίπου 13.000 Έλληνες μισθοφόρους και 700 Λακεδαιμόνιους οπλίτες υπό τον στρατηγό Χειρίσοφο για να εκθρονίσει τον αδερφό του, βασιλιά Αρταξέρξη Β’ (404-358 π.Χ). Αν και ο Κύρος σκοτώθηκε τελικά σε μάχη στα Κούναξα της Μεσοποταμίας τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, οι Έλληνες μισθοφόροι απέδωσαν εξαιρετικά και θα συνέχιζαν να είναι παρόντες τα πεδία μάχης της ανατολής για πολλά χρόνια ακόμα.

Η κατοχή των ελληνικών μικρασιατικών πόλεων αρχικά από την Αθήνα και αργότερα από την Σπάρτη αποτελούσε απειλή για την συνοχή της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας στην δύση. Παρά την οριστική ανάκτησή τους από τους Πέρσες το 387 π.Χ με την υπογραφή της Ανταλκιδείου Ειρήνης, ο έλεγχος των μικρασιατικών επαρχιών θα παρέμενε επισφαλής μέχρι και την κατάλυση του περσικού κράτους το 330 π.Χ, αφού η εύκολη πρόσβαση των επαρχιακών διοικητών σε μισθοφορικά στρατεύματα και επίδοξους συμμάχους από την δυτική πλευρά του Αιγαίου τούς επέτρεπε να αμφισβητούν περιοδικά την βασιλική εξουσία αποσταθεροποιώντας την αυτοκρατορία.

Η προσπάθεια του Αρταξέρξη Β’ να χαλιναγωγήσει τους ατίθασους σατράπες οδήγησε σε γενικευμένη εξέγερση το 367 π.Χ, όταν ο σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας Αριοβαρζάνης αποστάτησε κατά του αυτοκράτορα με σπαρτιατική υποστήριξη υπό τον βασιλιά Αγησίλαο Β’. Στο κίνημά του προσχώρησαν ο ηγεμόνας της Καρίας Μαύσωλος, ο σατράπης της Καππαδοκίας Δατάμης που επιχειρούσε ήδη κατά των βασιλικών στρατευμάτων στην βόρεια Μικρά Ασία, o σατράπης της Λυδίας Αυτοφραδάτης και της Αρμενίας Ορόντης. Αν και οι στασιαστές ηττήθηκαν τελικά το 362 π.Χ και ο Αριοβαρζάνης συνελήφθη και σταυρώθηκε, η κατάσταση δεν εκτονώθηκε, καθώς το 358 π.Χ και με αφορμή διάταγμα του νέου Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Γ’ Ώχου (358-338 π.Χ) για την διάλυση όλων των μισθοφορικών στρατευμάτων των δυτικών σατραπών, ο Αρτάβαζος, συγγενής του Αριοβαρζάνη και διάδοχός του στην διοίκηση της Ελλησποντικής Φρυγίας, επαναστάτησε κατά της βασιλικής εξουσίας με αθηναϊκή αυτή τη φορά ενίσχυση.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο αναδείχθηκαν δύο από τους σημαντικότερους Έλληνες κοντοτιέρους της αρχαιότητας. Ο εν πολλοίς άγνωστος Ρόδιος μισθοφόρος στρατηγός Μέντωρ και ο πολύ γνωστότερος, λόγω των προβλημάτων που προκάλεσε στον Μεγάλο αντίπαλό του Αλέξανδρο Γ’ της Μακεδονίας, αδερφός του Μέμνων.

Αν και δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά για την σταδιοδρομία του Μέντορα πριν το 358, το γεγονός πως ο Αρτάβαζος τού εμπιστεύθηκε την ηγεσία του στρατού του ενώ ήταν μόλις 27 χρονών, δείχνει πως διέθετε ήδη σημαντικότατη προϋπηρεσία στην σατραπική αυλή ως διοικητής μισθοφορικών στρατευμάτων. Ο Πέρσης διοικητής τού παραχώρησε κτήματα στην περιοχή της Τρωάδας όπου εγκαταστάθηκε με τον μικρότερο αδελφό του Μέμνονα και μια αδελφή αγνώστων λοιπών στοιχείων. Η σχέση των δύο ανδρών ενισχύθηκε σύντομα και με δεσμούς αίματος, με τον Αρτάβαζο να νυμφεύεται την αδελφή του Ρόδιου στρατηγού και τον Μέντορα να παίρνει ως σύζυγο την κόρη του Πέρση διοικητή Βαρσίνη.

Η εποχή αυτή αν μη τι άλλο διακρίνεται για την πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ των κύριων γεωπολιτικών παικτών της εποχής και τον κυνισμό με τον οποίο τα διάφορα μέρη άλλαζαν συμμάχους από μέρα σε μέρα. Έτσι βλέπουμε τους Αθηναίους, που λόγω έλλειψης χρημάτων αδυνατούσαν να υποτάξουν τους εξεγερθέντες συμμάχους τους στο ανατολικό Αιγαίο κατά τον λεγόμενο “Συμμαχικό” πόλεμο (357-355 π.Χ), να εξουσιοδοτούν τον στρατηγό τους Χάρη να υποστηρίξει στρατιωτικά τον Αρτάβαζο έναντι αδράς αμοιβής, την ίδια ώρα που θεωρητικά βρίσκονταν σε ειρήνη με τον Πέρση Μεγάλο Βασιλιά και ένας άλλος Ασιάτης ηγεμόνας τύποις υπό περσική επικυριαρχία, ο Μαύσωλος της Καρίας, υποστήριζε με χρήματα και μισθοφόρους τους αποστάτες σύμμαχους της πόλης τους. Πράγματι, με την αθηναϊκή ενίσχυση οι σατραπικές δυνάμεις υπό τον Μέντορα πέτυχαν μεγάλη νίκη έναντι των βασιλικών στρατευμάτων, που χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως δεύτερος Μαραθώνας. Μετά την έντονη διαμαρτυρία όμως του Αρταξέρξη Γ’ Ώχου που απειλούσε θεούς και δαίμονες στις αθηναϊκές αρχές, η Αθήνα αναγκάστηκε να ανακαλέσει τον Χάρη. Ο Αρτάβαζος τότε στράφηκε στους Θηβαίους, οι οποίοι εκείνη την εποχή διεξήγαν τον Γ’ Ιερό Πόλεμο κατά των Φωκέων στην κεντρική Ελλάδα ως επικεφαλής της Δελφικής Αμφικτυονίας και χρειάζονταν επίσης χρήματα. Παρά την άφιξη θηβαϊκής βοήθειας 5.000 ανδρών υπό τον στρατηγό Παμμένη το 354 π.Χ, ο Μέντωρ και ο Μέμνων, αν και είχαν κάποιες αρχικές επιτυχίες, απέτυχαν τελικά να απωθήσουν τα νέα βασιλικά στρατεύματα που έστειλε ο Αρταξέρξης και μαζί με τον Αρτάβαζο αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην μακεδονική πρωτεύουσα Πέλλα το 353 π.Χ. Εκεί ο βασιλιάς Φίλιππος Β’, που έπλεκε ήδη τα δικά του σχέδια κυριαρχίας και χρειαζόταν ικανούς άντρες γύρω του, τούς υποδέχθηκε εγκάρδια. Ο έκπτωτος σατράπης και ο Μέμνονας έμειναν στην μακεδονική Αυλή, όπου πιθανότατα είχαν και την πρώτη γνωριμία τους με τον τότε πρίγκιπα και μετέπειτα κατακτητή Αλέξανδρο Γ’, ενώ ο Μέντορας, μάλλον με συναίνεση του Μακεδόνα βασιλιά, αναχώρησε λίγα χρόνια μετά για την Αίγυπτο όπου ο Φαραώ Νεκτανεβώ Β’ (360-343 π.Χ) ανέμενε περσική εισβολή και συγκέντρωνε έμπειρους διοικητές για τον στρατό του από όλο τον ελληνικό κόσμο.

Ο Αιγύπτιος ηγεμόνας είχε ήδη αποκρούσει μια εισβολή των Περσών το 351-350 π.Χ με την βοήθεια μισθοφορικών στρατευμάτων υπό τον Διόφαντο τον Αθηναίο και τον Λάμιο τον Λακεδαιμόνιο. Τώρα, σχεδίαζε την αποσάρθρωση της ισχύος τους στην ανατολική Μεσόγειο μέσω της υποστήριξης των αποσχιστικών τάσεων στην Συρία και στην Κύπρο. Έτσι ο Μέντωρ στάλθηκε με 4.000 μισθοφόρους στην φοινικική πόλη Σιδώνα, όπου οι κάτοικοι είχαν εξεγερθεί κατά των Περσών επικυριάρχων τους. Μια πρώτη νίκη των συμμάχων εναντίον των Βήλεσι και Μαζαίου, διοικητών αντιστοίχως της Συρίας και της Κιλικίας, οδήγησε σε εξάπλωση της εξέγερσης και σε άλλες πόλεις της Φοινίκης και της Συρίας, αλλά και στην Κύπρο.

Αποφασισμένος να τελειώνει μια και καλή με το αγκάθι της Αιγύπτου, χώρα που είχε αποσχιστεί από την αυτοκρατορία ήδη από τα τέλη του 5ου αιώνα και αντιστεκόταν έκτοτε με εξαιρετική αποτελεσματικότητα στην περσική ισχύ, ο Αρταξέρξης εκστράτευσε αυτοπροσώπως στην Συρία με το σύνολο του στρατιωτικού δυναμικού της αυτοκρατορίας , ενώ έδωσε εντολή στον Ιδριαίο, δεσπότη της Καρίας και διάδοχο του προαναφερθέντα Μαυσώλου, να συγκεντρώσει στρατό και στόλο και να κινηθεί εναντίον των βασιλέων της Κύπρου. Σύντομα η Συρία και η Σαμάρεια ανακαταλήφθηκαν, ενώ σύμφωνα με κάποιες πηγές οι Πέρσες υπό τον έμπιστο του Αρταξέρξη Γ’ ευνούχο διοικητή Βαγώα κατέστρεψαν την Ιεριχώ, εισήλθαν στην Ιερουσαλήμ και πολλοί Ιουδαίοι εξορίστηκαν στην Υρκανία.

Μαθαίνοντας για την τεράστια δύναμη που κατέφτανε σαρώνοντας τα πάντα στον διάβα της, ο βασιλιάς της Σιδώνας Ταμπνίτ αποφάσισε να έρθει σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Πέρση βασιλιά προκειμένου να σώσει την ζωή του και τον θρόνο του. Ο Αρταξέρξης Γ’, που στο μεταξύ διερχόταν την Συρία και παραλάμβανε καθ’οδόν ενισχύσεις Ελλήνων συμμάχων από την Θήβα, το Άργος και τις μικρασιατικές πόλεις, αξίωσε την παράδοση της Σιδώνας και την σύλληψη των πρωταίτιων της εξέγερσης. Ο Ταμπνίτ, αφού ενημέρωσε εμπιστευτικά τον Ρόδιο στρατηγό για τις συνεννοήσεις του με τον Μεγάλο Βασιλιά, αναχώρησε μαζί με 500 από τους επιφανέστερους πολίτες με πρόσχημα κοινή διαβούλευση με εκπροσώπους των υπόλοιπων Φοινίκων, αλλά με πραγματικό σκοπό την πραξικοπηματική παράδοση της πόλης στους Πέρσες. Στον Μέντορα και τους μισθοφόρους του ανατέθηκε η φρούρηση των τειχών της Σιδώνας, όπου οι κάτοικοι ανύποπτοι για τις δολοπλοκίες του βασιλιά τους προετοιμάζονταν πυρετωδώς για την επικείμενη πολιορκία. Όταν ο Ταμπνίτ θα επέστρεφε με την συνοδεία του περσικού στρατού, οι πύλες θα άνοιγαν και οι αιφνιδιασμένοι Σιδώνιοι θα βρίσκονταν προ τετελεσμένων γεγονότων.

Όταν η βασιλική κουστωδία απομακρύνθηκε αρκετά από την πόλη, ο Σιδώνιος βασιλιάς συνέλαβε 100 από τους πολίτες που τον συνόδευαν (πιθανότατα πολιτικούς του αντιπάλους) και τους έστειλε στον Αρταξέρξη Γ’ για να καταδικαστούν ως υποκινητές της εξέγερσης. Οι άτυχοι Φοίνικες εκτελέστηκαν άμεσα και σύντομα ο Ταμπνίτ μαζί με τους υπόλοιπους Σιδώνιους υποδέχτηκε τον Πέρση Μεγάλο Βασιλιά για να δηλώσει υποταγή. Ο Αρταξέρξης Γ’ όμως, που είχε ως σκοπό την καταστροφή της πόλης για παραδειγματισμό, συνέλαβε τον Ταμπνίτ και έσφαξε τους Σιδωνίους της συνοδείας του, που σύμφωνα με τον Διόδωρο “κρατούσαν ακόμα τα βάγια στα χέρια (κλάδοι φοινίκων-σύμβολο βασιλικής υποδοχής)”. Ακολούθησαν η είσοδος των Περσών στην Σιδώνα με τη βοήθεια του Μέντορα, που μπροστά στις εξελίξεις άλλαξε κυνικά στρατόπεδο, και η εκτέλεση του Ταμπνίτ ως στασιαστή. Η προδομένη πόλη, από τις πλουσιότερες της εποχής της, λεηλατήθηκε άγρια και μεγάλο τμήμα της καταστράφηκε, καθώς πολλοί πολίτες προτίμησαν να αυτοπυρποληθούν με τις οικογένειές τους στα σπίτια τους παρά να υποστούν την ατίμωση της αιχμαλωσίας. Η είδηση της καταστροφής της ισχυρότερης πόλης τους σκόρπισε τον πανικό στους υπόλοιπους Φοίνικες, που άρχισαν να παραδίδουν τους οικισμούς τους τον έναν μετά τον άλλον αμαχητί. Ο Μέντορας έλαβε χάρη από τον Μεγάλο Βασιλιά και ανταμείφθηκε για την προσχώρησή του στο περσικό στρατόπεδο, διατηρώντας την διοίκηση των ανδρών του και ακολουθώντας τους Πέρσες στην εκστρατεία τους κατά της Αιγύπτου. Σε αυτό το εγχείρημα θα ήταν που το άστρο του Ρόδιου στρατηγού θα ανέτειλε και θα ανέβαινε ραγδαία την περσική ιεραρχία.

Μετά την κατάληψη της Σιδώνας, ο Αρταξέρξης χώρισε το στρατό του σε τρία μέρη. Καθένα από αυτά είχε έναν Έλληνα και έναν Πέρση διοικητή. Ο Μέντορας παρέμεινε επικεφαλής των μισθοφόρων που είχε και πριν και συστρατεύτηκε με το Βαγώα, τον προαναφερθέντα έμπιστο του Αρταξέρξη, που διοικούσε τους Έλληνες που υπηρετούσαν το βασιλιά και πολλούς “βάρβαρους”. Τον Νοέμβριο του 343 π.Χ ο περσικός στρατός έφτασε στην συνοριακή αιγυπτιακή πόλη Πηλούσιον, με τον Νεκτανεβώ να έχει λάβει θέσεις στην αντίπερα όχθη του ομώνυμου βραχίονα του Νείλου με τον στρατό του. Ενώ ένα τμήμα υπό τον Θηβαίο Λακράτη και τον σατράπη Ιωνίας-Λυδίας Ροισάκη πολιορκούσε την πόλη, όπου βρισκόταν φρουρά 5.000 στρατιωτών υπό τον Λακεδαιμόνιο Φιλόφρονα, ένα άλλο υπό τον Αργείο Νικόστρατο και τον εισαγγελέα του βασιλέως Aρισταζάνη δημιούργησε προγεφύρωμα πέρα από το ποτάμι και συνέτριψε μια δύναμη μισθοφόρων των Αιγυπτίων υπό τον Κώο Κλεινία που έσπευσε να τους απωθήσει. Ο Νεκτανεβώ, που ήταν επικεφαλής της αιγυπτιακής εφεδρείας, πανικοβλήθηκε από την έκβαση της μάχης και υποχώρησε πίσω στην Μέμφιδα. Σύντομα έπεσε και το Πηλούσιον και ο δρόμος για την Αίγυπτο άνοιξε.

Ο Μέντωρ, επικεφαλής της δικής του δύναμης, κατάφερε την παράδοση πολλών πόλεων, ακολουθώντας το εξής σχέδιο: Καθώς γνώριζε ότι οι πόλεις φρουρούνταν από Αιγύπτιους αλλά και Έλληνες,ανάγγελλε πως, όποιοι παραδίδονταν δίχως μάχη θα αντιμετωπίζονταν με επιείκεια, αλλά όσοι κατακτούνταν με τη βία θα είχαν την ίδια μοίρα με τους πολίτες της Σιδώνας. Αυτό προκάλεσε ιδιαίτερες έριδες μεταξύ των Ελλήνων και των Αιγυπτίων.

Συγκεκριμένα στην πόλη Βούβαστο, όταν οι Έλληνες μισθοφόροι έμαθαν πως οι Αιγύπτιοι διαπραγματεύονταν μυστικά με τον Βαγώα για την παράδοσή της και θεωρώντας πως έχουν πέσει θύματα προδοσίας, επιτέθηκαν στους κατοίκους και αφού σκότωσαν κάποιους από αυτούς κατέλαβαν ένα τμήμα της πόλης, περιορίζοντας τους Αιγύπτιους στο υπόλοιπο. Οι τρομαγμένοι κάτοικοι, αφού ενημερωσαν τον Βαγώα για τα γεγονότα, τον κάλεσαν να μπει εσπευσμένα στην πόλη για να την παραλάβει από αυτούς, ενώ οι Έλληνες ήρθαν σε μυστική συνεννόηση με τον Μέντορα, ο οποίος τους παρακίνησε να επιτεθούν στους “βάρβαρους” την ώρα που ο Βαγώας θα έμπαινε στη Βούβαστο. Έτσι και έγινε: Ενώ ο Βαγώας εισερχόταν με τους στρατιώτες του στην πόλη, οι πύλες έκλεισαν αιφνιδιαστικά πίσω του, οι Ασιάτες που πρόλαβαν να περάσουν εντός των τειχών εξοντώθηκαν και ο Πέρσης διοικητής βρέθηκε αιχμάλωτος των Ελλήνων. Ο Μέντορας τελικά ήταν αυτός που παρέλαβε την πόλη από τους μισθοφόρους και μεσολάβησε για την απελευθέρωση του Βαγώα. Νοιώθοντας ευγνωμοσύνη για την απελευθέρωσή του ο ευνούχος διοικητής αντάλλαξε όρκους με τον Ρόδιο στρατηγό ότι μελλοντικά θα συνεννοούνταν μαζί του πριν αναλάβει δράση. Η στο εξής συνεργασία τους μέσα στην δίνη των μηχανορραφιών της περσικής Αυλής θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά γόνιμη και για τους δύο.

Καθώς οι αιγυπτιακές πόλεις παραδίδονταν διαδοχικά χάρη στην επιτυχημένη στρατηγική του Μέντορα, σύντομα ο φαραώ Νεκτανεβὼ αποθαρρύνθηκε και, εγκαταλείποντας την Μέμφιδα στην οποία είχε οχυρωθεί, έφυγε για την Αιθιοπία. Η Αίγυπτος λεηλατήθηκε ανηλεώς. Τα τείχη των πόλεών της γκρεμίστηκαν και οι θησαυροί και τα αρχεία των ναών μεταφέρθηκαν στα Σούσα. Σατράπης της ρημαγμένης χώρας ορίστηκε ο Φερενδάτης.

Μετά την τεράστια συμβολή του στην εκστρατεία κατά των Αιγυπτίων, ο βασιλιάς Αρταξέρξης αντάμειψε πλούσια το Μέντορα. Ο Ρόδιος στρατηγός, πιθανότατα με υποστήριξη του Βαγώα μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας τους ορίστηκε διοικητής των παραλίων της Ασίας και στρατηγός αυτοκράτορας στον πόλεμο κατά των αποστατών το 342 π.Χ. Όσο για τον Βαγώα, αφού υπηρέτησε ως διοικητής για κάποιο διάστημα στις ανατολικές σατραπείες, διορίστηκε χιλίαρχος από τον Πέρση βασιλιά (το ανώτερο διοικητικό αξίωμα στην αυτοκρατορία μετά το βασιλικό), αποκτώντας έτσι τεράστια δύναμη. Χάρη στην συνεργασία του με τον Μέντορα που ήταν ο ισχυρότερος στρατιωτικός διοικητής του βασιλείου, ήταν ουσιαστικά ο πραγματικός κυρίαρχος του περσικού κράτους και ο βασιλιάς Αρταξέρξης τον συμβουλευόταν για όλα τα θέματα.

Το κύρος του Μέντορα ήταν τέτοιο, ώστε κατάφερε να πείσει τον Αρταξέρξη να αποδώσει χάρη στον αδελφό του το Μέμνονα και τον κουνιάδο του Αρτάβαζο, που πριν χρόνια είχε αποστατήσει εναντίον του. Όταν κατέφτασαν κοντά του, φρόντισε ώστε τα ανίψια του από τον Αρτάβαζο να λάβουν σημαντικές θέσεις στον περσικό στρατό (με τον Φαρνάβαζο να αναλαμβάνει από κοινού με τον Αυτοφραδάτη το 333 π.Χ τον πολεμο στο Αιγαίο εναντίον του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βλέπε: https://www.facebook.com/groups/847539878684505/permalink/1273677809404041/). Ο ίδιος ο Μέντορας με την κόρη του Αρτάβαζου Βαρσίνη απέκτησαν έναν γιο, τον Θυμώνδα, που έλαβε επίσης αξίωμα στον περσικό στρατό και μια κόρη που παντρεύτηκε τον Νέαρχο, τον ναύαρχο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Ο Μέντωρ δεν έζησε πολύ για να χαρεί το αξίωμά του. Η μόνη γνωστή του εκστρατεία ήταν κατά του Ερμία τυράννου του Αταρνέα, που ήταν φίλος του φιλόσοφου Αριστοτέλη και πιθανότατα σύμμαχος του Φιλίππου Β’, και ο οποίος είχε καταφέρει να κυριεύσει πολλές πόλεις και οχυρά. Ο Μέντορας του υποσχέθηκε ότι θα εξασφάλιζε τη συγχώρεση του βασιλιά και όταν συνάντησε τον Ερμία, τον συνέλαβε. Έγραψε μάλιστα επιστολές προς όλες τις πόλεις που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Ερμία, στις οποίες έλεγε ότι υπήρξε συμβιβασμός με το βασιλιά. Οι κάτοικοι πίστεψαν ότι ήταν αλήθεια και παρέδωσαν τις πόλεις τους, επειδή οι επιστολές ήταν σφραγισμένες με το δακτυλίδι του Ερμία. Παρομοίως κατάφερε να αντιμετωπίσει και άλλους αποστάτες που δεν κατονομάζονται από τις πηγές, είτε με τεχνάσματα, είτε με τη βία, ενώ ίσως συνδέεται και με την ανατροπή της βασίλισσας της Καρίας Άδας από τον αδερφό της Πυξώδαρο, τερματίζοντας την ύπαρξη της Καρίας ως ημιανεξάρτητη ηγεμονία.

Πέθανε το 340 π.Χ. Η χήρα του Βαρσίνη παντρεύτηκε τον αδερφό του Μέμνονα, οποίος επίσης θα πρόσφερε μελλοντικά μεγάλες υπηρεσίες στην αυτοκρατορία, ενώ μετά τον θάνατο του τελευταίου θα γινόταν ερωμένη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, χαρίζοντάς του τον πρώτο του γιο, τον Ηρακλή.

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.