Μία ισλαμική κριτική κατά των Σταυροφοριών

Πως βλέπει τη Δύση και το Χριστιανισμό ένας σύμβουλος του Ερντογάν (Γ’ Μέρος)

 

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

 

 

Στα πρώτα δύο μέρη αυτού του αφιερώματος ακολουθήσαμε τον σύμβουλο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Ibrahim Kalin, να εκθέτει την δια μέσω του χρόνου αλληλεπίδραση του Ισλαμικού κόσμου με τη Δύση, ξεκινώντας από τις απαρχές τους και προχωρώντας προς τον λατινικό και βυζαντινό Μεσαίωνα.

 

Μόνο η εκφορά των δύο αυτών λέξεων, «Μεσαίωνας» και «Ισλάμ», στην ίδια πρόταση θυμίζει αυτομάτως μία τρίτη: Τις θρυλικές Σταυροφορίες.  Οι αμφιλεγόμενες εκστρατείες που εξαπέλυσε η Παποσύνη εναντίον των εχθρών της από τα τέλη του 11ου αιώνος έχουν καταγγελθεί ως κατακτητικοί πόλεμοι και βλάσφημη διαστροφή των χριστιανικών αρχών, ή επαινεθεί ως αυτονόητη, ευγενής αυτοάμυνα της δυτικής Χριστιανοσύνης απέναντι στην μουσουλμανική πλημμυρίδα. Ευρωπαίοι εθνικιστές τις έχουν κάνει σύμβολο αντίστασης στη σύγχρονη ισλαμική τρομοκρατία, ενώ αντιθέτως ο Μπαράκ Ομπάμα τις εξίσωσε με την τελευταία, θέλοντας να αποκρούσει κατηγορίες εις βάρος της ισλαμικής θρησκείας. Τα ανοσιουργήματα της Δ’ Σταυροφορίας ακόμη προκαλούν πικρία στους Έλληνες Ορθοδόξους, ενώ βορειότερα οι Ρώσοι αφηγούνται με υπερηφάνεια πως ο Άγιος Αλέξανδρος Νέφσκυ συνέτριψε τους Τεύτονες στην «μάχη των πάγων».

 

Για το σύγχρονο Ισλάμ όμως, και δη για τα ρεύματα εντός αυτού που προωθούν την ανεξαρτησία της ταυτότητος του και την διαφύλαξης της πίστεως του, ο συμβολισμός είναι πολύ πιο άμεσος.

 

Οι Σταυροφορίες σηματοδοτούν την αρχή δοκιμασιών για την οικουμενική ούμα των πιστών: μετά από αιώνες ακμής και υπεροχής των μουσουλμάνων, οι άπιστοι χριστιανοί επιτίθεντο στην καρδιά του Ισλάμ. Στον ύστερο Μεσαίωνα το τέλος της «χρυσής εποχής» του ισλαμικού πολιτισμού και η άνοδος της Δύσης αποτελούν αρχή ανατροπής των ισορροπιών που θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα στη σημερινή κατάσταση.  Το Ισλάμ αποδυναμώθηκε, έμεινε πίσω οικονομικά και τεχνολογικά, ταπεινώθηκε και το 19ο αιώνα υποτάχθηκε στις δυτικές δυνάμεις.  Την αποικιοκρατία των Αγγλογάλλων διεδέχθη το τραγικά χάος των τελευταίων δεκαετιών.  Ο μουσουλμανικός, και ιδίως ο αραβικός κόσμος έγινε άθυρμα των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.  Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ προκάλεσε θύελλα οργής που σιγοκαίει ακόμα.  Ξανά οι άνθρωποι της Δύσης, τούτην τη φορά οι Εβραίοι με την υποστήριξη των χριστιανών, παραβίαζαν τα ιερά εδάφη. Πάλι βεβηλωνόταν η Ιερουσαλήμ, τρίτη πόλη της θρησκείας του Μωάμεθ.  Σήμερα, μετά τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, την καταστροφή του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Λιβύης και της Συρίας, κύματα πικρίας έχουν καταλάβει μεγάλες μάζες πιστών.  Ο παραλληλισμός με τις Σταυροφορίες είναι πολύ εύκολος.

 

Και δεν είναι μόνο οι τζιχαντιστές τρομοκράτες που καλούν σε πόλεμο κατά των «νέων σταυροφόρων»: Στις 16 Σεπτεμβρίου του 2001, δύο εβδομάδες μετά την επίθεση στους Διδύμους Πύργους, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους είπε πως η «σταυροφορία» του πολέμου κατά της τρομοκρατίας «θα κρατήσει για καιρό». Τον Φεβρουάριο του 2002 επαίνεσε τον Καναδά που στάθηκε στο πλευρό των ΗΠΑ, σε αυτήν την «σημαντική σταυροφορία για την ελευθερία».  Οι δηλώσεις αυτές επικρίθηκαν σφοδρά ως εμπρηστικές.  Απολογητές του Μπους επέμειναν πως η χρήση του όρου σταυροφορία ήταν συνώνυμη με μια μεγάλη, ηρωική προσπάθεια, όπως ο στρατηγός Αϊζενχάουερ είχε αποκαλέσει «μεγάλη σταυροφορία» την απόβαση στην Νορμανδία το 1944.

 

(Αν και αυτή η ερμηνεία δεν είναι παράλογη, αντίστοιχα πιθανή είναι η κυριολεκτική σημασία της λόγω των θρησκευτικών επιρροών του Τζορτζ Μπους. Στο βιβλίο του  Dictionary of Biblical Prophecy and End Times, ο Jean Edward Smith γράφει πως ο Μπους είπε στον Γάλλο πρόεδρο Σιράκ ότι οι ισλαμιστές τρομοκράτες αποτελούσαν την ενσάρκωση των σατανικών εθνών Γωγ και Μαγώγ, που κατά την βιβλική παράδοση θα εφορμήσουν εναντίον των πιστών κατά τα Έσχατα. «Αυτή η σύγκρουση είναι επιθυμία του Θεού, ο οποίος θέλει να χρησιμοποιήσει αυτήν την σύρραξη για να αφανίσει τους εχθρούς του λαού Του προτού ξεκινήσει μία νέα εποχή», είπε ο Αμερικανός πρόεδρος, αναγκάζοντας τον Σιράκ να αναζητήσει τη συμβουλή θεολόγων για να καταλάβει τι εννοεί.)

 

Μαζί με το αφήγημα της «συγκρούσεως των πολιτισμών» του Samuel Huntington, οι Σταυροφορίες έχουν γίνει σημείο αναφοράς για τις συγκρούσεις και τη διαμόρφωση ταυτοτήτων της μεταψυχροπολεμικής εποχής.  Κομβικές λοιπόν και σαν ιστορικό γεγονός και σαν σύμβολο, έχουν το δικό τους κεφάλαιο στο βιβλίο του Kalin.

 

Αίτια και αφορμές

 

Το κείμενο ξεκινάμε μία αντίθεση: η Δύση ναι μεν «έκλεισε την πόρτα της στο Ισλάμ» (ένας αρκετά διπλωματικός τρόπος να ειπωθεί το «απέκρουσε διαδοχικές εισβολές») αλλά η αλληλεπίδραση της με τον ισλαμικό κόσμο είχε σημαντικές συνέπειες στην ανάπτυξη του πολιτισμού της.  Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην περίπτωση της Ανδαλουσίας (που θα μας απασχολήσει σε επόμενο άρθρο), όπου η επαφή μουσουλμάνων, χριστιανών και Εβραίων «δημιούργησε τις βάσεις για την οικοδόμηση μιας κοινής κουλτούρας».

 

Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο θα γίνει η αντίθεση που προκαλούν οι Σταυροφορίες: ο Καλίν τις αναγνωρίζει ως μία περίοδο που άφησε «βαθιά ίχνη» και αναμνήσεις με αντοχή στο χρόνο.  Οι ιερές εκστρατείες της παποσύνης περιγράφονται περισσότερο ως προέκταση των εσωτερικών διεργασιών πολιτικής συγκρότησης της Ευρώπης παρά ως μία προσπάθεια αντιμετώπισης του Ισλάμ.  Ο πάπας Ουρβανός Β’ , ο οποίος και εκήρυξε την Α’ Σταυροφορία το 1095, «αποφάσισε αργά» να θυμηθεί τα χριστιανικά δικαιώματα στην Ιερουσαλήμ, παραβλέποντας τις ιστορικές διεκδικήσεις των μουσουλμάνων και των Εβραίων.  «Πρόσχημα» για τις Σταυροφορίες ήταν, λέγει ο συγγραφέας, η καταστροφή του ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα από τον Φατιμίδη Χαλίφη αλ-Χακίμ το 1009, αληθινός στόχος όμως ήταν η δημιουργία από την παποσύνη μίας «ενωμένης Ευρώπης»: «Το Ισλάμ, ως ο κίνδυνος εξ Ανατολών, δεν ήταν η αιτία αλλά η αφορμή».

 

Η προσέγγιση των Σταυροφοριών ως μία διεργασία πολιτικής στρατιωτικής και συνειδησιακής ενοποιήσεως της δυτικής Χριστιανοσύνης και στερέωσης της παπικής εξουσίας (ειδικά στο πλαίσια της Έριδος της Περιβολής και της Γρηγοριανής Μεταρρυθμίσεως) δεν είναι άτοπη. Η ερμηνεία του Καλίν όμως αποφεύγει να αντιμετωπίσει μία σειρά από στοιχεία και συνθήκες της εποχής, όσον αφορά τα βαθύτερα αίτια που ώθησαν την Αγία Έδρα να κηρύξει τις Σταυροφορίες. Πριν και πρώτα από όλα, δε γίνεται η παραμικρή αναφορά στη βασικότερη γεωπολιτική ανατροπή της εποχής: την έλευση των Σελτζούκων Τούρκων και την υποχώρηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

 

Σίγουρα η καταστροφή του Ναού του Παναγίου Τάφου από τους Φατιμίδες είχε προκαλέσει θλιβερή εντύπωση στη Χριστιανοσύνη, όμως το θέμα είχε επιλυθεί πολύ νωρίτερα: οι Βυζαντινοί είχαν έρθει σε συμφωνία με τους μουσουλμάνους και τον ανοικοδόμησαν με πάσα μεγαλοπρέπεια.  Ήταν η κάθοδος των Σελτζούκων Τούρκων από την κεντρική Ασία που πυροδότησε τις εξελίξεις των επομένων δύο αιώνων.  Υποτάσσοντας το χαλιφάτο της Βαγδάτης και ασπαζόμενοι το σουνιτικό Ισλάμ, οι Σελτζούκοι ανανέωσαν τον αποδυναμωμένο, ύστερα από μακροχρόνιο βυζαντινό σφυροκόπημα, μουσουλμανικό κόσμο.  Με την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία να βρίσκεται σε κακή πολιτική και οικονομική κατάσταση, οι Τούρκοι ξεκίνησαν διαδοχικές επιδρομές στα εδάφη της, οι οποίες κατέληξαν στην ιστορική μάχη του Μαντζικέρτ το 1071.  Η ήττα του αυτοκράτορος Ρωμανού Δ’ και οι εμφύλιες συγκρούσεις που ακολούθησαν άφησαν ευάλωτη τη βυζαντινή Μικρά Ασία, η οποία έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων σε λιγότερο από δέκα χρόνια.  Η τουρκική προέλαση προς το Αιγαίο συνοδεύτηκε από τεράστιας κλίμακας σφαγές και εξανδραποδισμούς, όπως γλαφυρά μαρτυρούν ελληνικά, αρμενικά και συριακά χρονικά.  Από την άλλη οι Τούρκοι έδειξαν μικρότερη ανοχή στους χριστιανούς προσκυνητές των Ιεροσολύμων από ότι συνήθιζαν οι Άραβες, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να επιστρέψουν στην Εσπερία διεκτραγωδώντας κακομεταχειρίσεις και μαρτύρια.

 

Όταν το 1081 ο νεαρός στρατηγός Αλέξιος Κομνηνός ανήλθε στο θρόνο, στράφηκε προς την Δύση για βοήθεια στην προσπάθεια ανακατάληψης της Μικράς Ασίας.  Οι διαπραγματεύσεις του με τον πάπα Ουρβανό Β’ και δυτικούς άρχοντες έδωσαν τον τόνο στις συνόδους της Πλακεντίας και του Κλερμόντ το 1095.  Το κήρυγμα του Πέτρου του Ερημίτη και άλλων περιφερομένων κηρύκων περί των δεινών των προσκυνητών στην ανατολή έδωσε την απαραίτητη συναισθηματική και ηθική φόρτιση στο σχεδιαζόμενο εγχείρημα.

 

Με δύο λόγια, κεντρική σημασία στην κήρυξη των Σταυροφοριών ήταν η εμφάνιση μίας ανανεωμένης ισλαμικής απειλής στα σύνορα της Χριστιανοσύνης, σε συνδυασμό με την αδυναμία της παραδοσιακής χριστιανικής δυνάμεως (Βυζάντιο) να ανταπεξέλθει. Βεβαίως δεν υποβαθμίζονται ούτε παραβλέπονται τα πιο ιδιοτελή ή υπόγεια κίνητρα, όπως η κτήση πλούτου, η φιλοδοξία, η επέκταση της παπικής εξουσίας επί των ανατολικών εκκλησιών.  Ως προς την «ισλαμική απειλή» όμως, η λογική της δυτικής αντιδράσεως είναι αρκετά τεκμηριωμένη.

 

Ο Καλίν συνεχίζει με μία πολύ σύντομη απαρίθμηση των οκτώ βασικών σταυροφοριών στην Ανατολή, από την πρώτη (και επιτυχημένη) του 1095-1099μέχρι την ογδόη το 1270.  Ως γνωστόν το 1291 ο Άγιος Ιωάννης της Άκκρας, το τελευταίο χριστιανικό οχυρό στην Παλαιστίνη, έπεσε στους Μαμελούκους της Αιγύπτου. Ο συγγραφέας, που πάντοτε ενδιαφέρεται να αναδείξει τις αλληλεπιδράσεις Ισλάμ-Δύσης σε επίπεδο νοοτροπίας και πολιτισμού, αφιερώνει αρκετό χώρο στην ιστορία του (Κούρδου) σουλτάνου της Αιγύπτου Σαλαντίν.  Ο ευφυής και πολύ μεγαλόψυχος για τα δεδομένα της εποχής του μουσουλμάνος ηγεμόνας έγινε σύμβολο όχι μόνο στον λαό του αλλά και στους εχθρούς του.  Εκεί που οι Άραβες βλέπουν ως σήμερα έναν σοφό ελευθερωτή, τον βράχο όπου έσπασε η επιθετικότητα των Φράγκων, οι χριστιανοί είδαν ένα πρότυπο ευγενούς ιππότου και βασιλέως: ειδικά τα περιστατικά όπου έστειλε γιατρούς προς τον άρρωστο Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο Λεοντόκαρδο ή όπου του δώρισε άλογα όταν πέθανε το δικό του καθιερώθηκαν στο δυτικό φαντασιακό.  Όπως και με άλλους επιφανείς μουσουλμάνους, η αρετή του Σαλαντίν επεξηγήθηκε εφευρίσκοντας τον μύθο της «κρυπτοχριστιανικής» ψυχής του.  Όταν δε το 1917 ο Βρετανός στρατηγός Allenby κατέλαβε την Ιερουσαλήμ, τότε κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι αγγλικές εφημερίδες γιόρτασαν την ανάκτηση της Αγίας Πόλεως «μετά από 673 χρόνια», σαν να είχε ολοκληρωθεί το έργο του Ριχάρδου.

 

Η στάση των «Αράβων» χριστιανών

 

Στο κεφάλαιο περί Σταυροφοριών ο Καλίν τονίζει τις θεολογικές και πολιτισμικές διαφορές αφ’ ενός των χριστιανών οι οποίοι ζούσαν υπό μουσουλμανικό έλεγχο στους Αγίους Τόπους, αφ’ ετέρου των Φράγκων που επιβλήθηκαν στην περιοχή.  Για το συγγραφέα οι Άραβες χριστιανοί «προτίμησαν είτε να ταχθούν στο πλευρό των μουσουλμανικού στοιχείου, εναντίον των Σταυροφόρων, είτε να παραμείνουν ουδέτεροι». Η στάση αυτή ερμηνεύεται λόγω της «ευέλικτης» πολιτικής των μουσουλμάνων απέναντι στις θρησκευτικές μειονότητες αλλά και λόγω της εμμονής των Λατίνων να αφομοιώσουν τις τοπικές κοινότητες των Ελλήνων, Αρμενίων, Ιακωβιτών κ.α.  Ο Καλίν από την άλλη δέχεται πως, παραλλήλως, οι μουσουλμάνοι στα σταυροφορικά κράτη ζούσαν ως επί το πλείστον σε καθεστώς ελευθερίας και ασφαλείας.

 

Η αντίληψη περί έχθρας Λατίνων και ανατολικών χριστιανών που εκθέτει το βιβλίο δεν προκύπτει από το κενό.  Από τις πρώτες ενέργειες των Σταυροφόρων όταν κυριάρχησαν στην Ανατολή ήταν να ιδρύσουν λατινικά πατριαρχεία, να οικειοποιηθούν κατ’ αποκλειστικότητα σημαντικά ιερά (όπως ο Πανάγιος Τάφος) και να καταστείλουν ειδικά την ελληνική ιεραρχία, η οποί αναποφεύκτως συνδεόταν με τον άσπονδο σύμμαχο των Φραγκολεβαντίνων, τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι ελληνορθόδοξες έδρες της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων διαλύθηκαν αμά τη καταλήψει τους: η πρώτη επανιδρύθηκε ύστερα από βυζαντινή πίεση με τη συνθήκη της Δεαβόλεως (1108) ενώ η δεύτερη μόλις το 1189, με την ανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τον Σαλαντίν.  Η αποξένωση τμήματος του τοπικού χριστιανικού πληθυσμού λόγω της επιβολής του λατινικού κλήρου, τύπου και δόγματος ήταν υπαρκτή και υπονόμευε την εσωτερική συνοχή των ούτως ή άλλως ευθραύστων κρατιδίων της Outremer.

 

Το πρόβλημα με την οπτική του Καλίν αρχίζει, πριν από όλα, με την ορολογία του.  Οι χριστιανοί της Ανατολής δεν ήταν «Άραβες».  Μολονότι ήδη από τότε ένα μέρος των παλαιών χριστιανικών ομάδων της Μέσης Ανατολής είχε γλωσσικώς εξαραβισθεί, οι περισσότεροι διατηρούσαν τις ιδιαίτερες γλώσσες και ταυτότητες τους: Ασσύριοι νεστοριανοί, συροϊακωβίτες, μελχίτες ελληνορθόδοξοι, Μαρωνίτες του Λιβάνου και Αρμένιοι συνέθεταν ένα πολύχρωμο (έως χαώδες) εθνοθρησκευτικό μωσαϊκό.  Από κάθε ομάδα βλέπουμε διαφορετικές συμπεριφορές:  Οι Αρμένιοι της Αντιοχείας και της Εδέσσης ανέπτυξαν στενές σχέσεις με τους δυτικούς αφέντες τους.  Ένας Αρμένιος άνοιξε της πύλες της Αντιοχείας στο σταυροφορικό στράτευμα, ενώ οι Αρμένιοι της Εδέσσης ζήτησαν και έλαβαν τη συνδρομή του Βαλδουίνου της Βουλώνης για να διώξουν τους Τούρκους-και ύστερα τον ελληνορθόδοξο άρχοντα τους.  Το αρμενικό βασίλειο της Κιλικίας συνέπραττε συχνά με τους Νορμανδούς της Αντιοχείας για τον περιορισμό της βυζαντινής επιρροής, ενώ η εκκλησία του ανέπτυξε στενούς δεσμούς με την Ρώμη.  Από την άλλη, οι ορεσίβιοι και μαχητικοί Μαρωνίτες δεν δυσκολεύτηκαν να συμπολεμήσουν με τους Σταυροφόρους.  Ντόπιοι χριστιανοί στρατιώτες αποτελούσαν σημαντικό μέρος των ενόπλων δυνάμεων των φραγκικών ηγεμονιών, ενώ δεν έλειπαν οι επιγαμίες.  Παράλληλα με όλα αυτά, υπάρχουν μαρτυρίες και για ανατολικούς χριστιανούς στην υπηρεσία μουσουλμανικών στρατών εκείνη την περίοδο.  Υπήρξαν, τέλος, περιστατικά όπου αραβόφωνοι χριστιανοί, λόγω του ότι ως αμφίεση, εμφάνιση και τρόπους ήταν πανομοιότυποι με τους μουσουλμάνους, σφαγιάστηκαν «εκ παραδρομής» από τους Σταυροφόρους.

 

Επίλογος

 

Για τον Καλίν οι Σταυροφορίες «δεν προσέθεσαν κάποια καινούρια ή πιο αξιόπιστη γνώση για το Ισλάμ» στη δυτική σκέψη-αν και ύστερα από αυτές έχουμε τις πρώτες λατινικές μεταφράσεις του Κορανίου. Όξυναν όμως και το ενδιαφέρον για τη μουσουλμανική θρησκεία και τον ιδρυτή της. Πολλοί κληρικοί της εποχής υπέδειξαν την ανάγκη να διεξαχθούν ιεραποστολές προς τους μουσουλμάνους(και τους Μογγόλους που τότε έκαναν την εμφάνιση τους στην ανατολή). Ανάμεσα στις ευρείες πολιτισμικές ανταλλαγές, πολλαπλασιάστηκαν στην Ευρώπη τα «στερεότυπα» γύρω από τα ισλαμικά ήθη και τον χαρακτήρα του προφήτη Μωάμεθ.  Οι κατηγορίες για τον χαρακτήρα του και τη διαγωγή του (και δη την σεξουαλική) τονίζονταν συχνά από χριστιανούς απολογητές ως δείγμα της κατωτερότητας και του ψεύδους του Ισλάμ.  Ο Καλίν απαντά σε αυτές τις μομφές διευκρινίζοντας πως ο Μωάμεθ για τους μουσουλμάνους δεν είναι Θεός ή θείο πρόσωπο: δεν κατέχει δηλαδή θέση αντίστοιχη του Ιησού Χριστού και η αντιπαραβολή της ηθικής των δύο είναι άτοπη.

 

Ενώ το Ισλάμ απολυτοποιείται (δαιμονοποιείται θα έλεγε κανείς) ως ο υπέρτατος «Άλλος» της Δυτικής Χριστιανοσύνης, παράλληλα η επαφή με τον ισλαμικό πολιτισμό γεννά κάποιο δέος, θαυμασμό ή έστω φιλομαθή περιέργεια.  Από εκεί προκύπτει η αμφίθυμη, όπως την αποκαλεί ο Καλίν, σχέση της αναγεννησιακής Ευρώπης με τον μουσουλμανικό κόσμο: τον απορρίπτει θρησκευτικά, τον θαυμάζει όμως πολιτιστικά.

 

Με το σταυροφορικό έπος πίσω μας, ο συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη στην άλλη άκρη της Μεσογείου, όπου παρουσιάζει αυτό που για εκείνον είναι το άκρο αντίθετο πρότυπο διαθρησκειακής συμπεριφοράς: την συμβίωση στην μουσουλμανική Ισπανία…

 

 

(συνεχίζεται)

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.com)

 

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Geopolitics and Daily News 22-10-2018

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.