Μετά τα Γαυγάμηλα: Η Ανατολική εκστρατεία του Αλεξάνδρου

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Μετά τον θρίαμβο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα (Oκτώβριος 331 π.Χ) είχε γίνει κοινός τόπος στο ελληνικό στρατόπεδο πως η αυτοκρατορία των Περσών είχε διαλυθεί. Έτσι, ως μέρος των επινίκιων εορτασμών, ο Μακεδόνας βασιλιάς ανακηρύχθηκε “κύριος της Ασίας” από τους ενθουσιασμένους στρατιώτες του· γενναιόδωρες διανομές “πλούτου, κτημάτων και επαρχιών” έγιναν στους υψηλόβαθμους αξιωματικούς, ενώ αγγελιοφόροι στάλθηκαν στην Ελλάδα για να αναγγείλουν μαζί με την είδηση της νίκης την κατάργηση όλων των τυραννιών και την απόδοση αυτονομίας στο σύνολο των ελληνικών πόλεων.

Την ίδια ώρα στο στρατόπεδο του Δαρείου Γ’ κυριαρχούσαν η ηττοπάθεια και η κατήφεια. Παρόλα αυτά, μην όντας διατεθειμένος να εγκαταλείψει τον αγώνα και έχοντας στο πλευρό του τους επιζήσαντες της βασιλικής σωματοφυλακής, περίπου 2.000 Έλληνες μισθοφόρους και το αξιόμαχο ιππικό των ανατολικών σατραπειών, ο Πέρσης ηγεμόνας πήρε τον ορεινό ανατολικό δρόμο προς την Μηδία, υπολογίζοντας πως όσο το ελληνικό στράτευμα θα ήταν απασχολημένο με την κατάληψη των πλούσιων πόλεων της Μεσοποταμίας και του νοτίου Ιράν, εκείνος θα είχε αρκετό χρόνο στην διάθεσή του για να συγκεντρώσει έναν νέο στρατό στην πρωτεύουσα της σατραπείας, Εκβάτανα.

Πράγματι, θεωρώντας τα κυριότερα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας και τους θησαυρούς τους πολύ σημαντικά έπαθλα για να τα προσπεράσει, ο Αλέξανδρος έστειλε μία δύναμη υπό τον στρατηγό Φιλόξενο νότια για να καταλάβει τα Σούσα, ενώ ο ίδιος ξαναπέρασε στην δυτική όχθη του ποταμού Τίγρη και κατευθύνθηκε στην Βαβυλώνα, περίπου 480 χλμ μακριά στο νότο. Η πόλη παραδόθηκε αναίμακτα από τον σατράπη της Μαζαίο με αντάλλαγμα την παραμονή του στη θέση του και εντός της εγκαταστάθηκαν μακεδονική φρουρά και Μακεδόνας φοροεισπράκτορας, υφιστάμενος του βασιλικού θησαυροφύλακα Αρπάλου. Αφού περίμενε ένα μήνα στην πόλη για να ξεκουραστεί το στράτευμά του και να δροσίσει το θερμό, αποπνικτικό για άντρες και υποζύγια κλίμα της νότιας Μεσοποταμίας, ο Μακεδόνας βασιλιάς ξεκίνησε στα μέσα Νοεμβρίου για τα Σούσα, όπου ο τοπικός σατράπης Αβουλίτης είχε επίσης συνθηκολογήσει αμαχητί. Εκεί ο Αλέξανδρος παρέλαβε το βασιλικό θησαυροφυλάκιο, ενώ κάθισε για πρώτη φορά στον κοσμημένο με χρυσό θόλο περσικό θρόνο διεκδικώντας και επισήμως με αυτή την υπολογισμένη πολιτική κίνηση την ιδιότητα του Μεγάλου Βασιλιά των Περσών από τον ηττημένο Δαρείο.

Στην Μικρά Ασία. την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, ο Μακεδόνας στρατηλάτης είχε καταφέρει να παρουσιαστεί ως απελευθερωτής· μόλις το 334 π.Χ άλλωστε είχε καταπνιγεί η τελευταία εξέγερση στην Αίγυπτο, ενώ στη Βαβυλώνα ο ναός του Μαρδούκ, που ήταν το κέντρο της θρησκευτικής και πολιτικής ζωής αυτής της μεγαλούπολης της Ανατολής, λεηλατήθηκε και κατεδαφίστηκε μετά από επανάσταση που είχαν υποκινήσει οι Χαλδαίοι ιερείς το 482 π.Χ και δεν ξαναχτίστηκε έκτοτε. Εν μέρει λοιπόν, η σε πολλές περιπτώσεις αμαχητί ως τότε προσχώρηση πόλεων και σατραπειών στο ελληνικό στρατόπεδο είχε να κάνει και με την επιθυμία αποτίναξης της επαχθούς περσικής επικυριαρχίας. Οι συνθήκες άλλαξαν όμως, όταν οι ηγεμονικές φιλοδοξίες του Αλέξανδρου επιτέλους αποκρυσταλλώθηκαν και η σύλληψη ή εξουδετέρωση του έκπτωτου Αχαιμενίδη βασιλιά έγινε πλέον επιτακτική. Η εισβολή στα βάθη του Ιράν και των σατραπειών της Ανατολής, προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, απαιτούσε ένα νέο αφήγημα. Πλέον διακηρυγμένος σκοπός της εκστρατείας στην πατρίδα και στο στράτευμα θα ήταν η εκδίκηση για τα δεινά που είχαν επισύρει τα Μηδικά και εν γένει η περσική παρεμβατικότητα στην Ελλάδα. Παράλληλα, η εδραίωση του Αλεξάνδρου ως ηγεμόνα της Ασίας καθώς και η έλλειψη ικανού αριθμού έμπειρων αξιωματούχων και γραφειοκρατών που θα διαχειρίζονταν την οικουμενική αυτοκρατορία που οραματιζόταν, καθιστούσαν αναγκαία την προσπάθεια συμφιλίωσης με την ιρανική αριστοκρατία, κάτι όμως που αναπόφευκτα θα τον έφερνε σε τροχιά σύγκρουσης με τους συντηρητικούς Μακεδόνες διοικητές του. Τις συνέπειες αυτής της υποβόσκουσας δυσαρέσκειας, που γινόταν ακόμα περισσότερο έντονη λόγω του παρατεταμένου χαρακτήρα που αποκτούσε η εκστρατεία, έσπευσε να προλάβει ο βασιλιάς με τις δωρεές προς τους Μακεδόνες του, καθώς και με μια ευρεία διοικητική αναδιοργάνωση στο στράτευμα που έλαβε χώρα με αφορμή την άφιξη στα Σούσα ενισχύσεων από την πατρίδα υπό τον στρατηγό Αμύντα του Ανδρομένους.

Οι 1.500 ιππείς και οι 13.500 πεζοί (εκ των οποίων το ένα τρίτο περίπου Μακεδόνες) που αφίχθηκαν, κατανεμήθηκαν στα ήδη υπάρχοντα τάγματα, ανεξαρτήτως όμως τοπικής καταγωγής όπως συνηθιζόταν ως τότε. Στην περίπτωση του πεζικού δημιουργήθηκε ακόμα μία έβδομη τάξη, ενώ όσον αφορά ειδικά το ιππικό, οι ίλες χωρίστηκαν σε δύο λόχους, με δικό του διοικητή ο καθένας. Επιπρόσθετα, οι προαγωγές των αξιωματικών πλέον θα γίνονταν όχι με κριτήριο την αρχαιότητα, αλλά με βάση τις ικανότητες και την πίστη στον βασιλιά, πράγμα που τού έδινε στενότερο έλεγχο όλων των στρατιωτικών διορισμών. Τελικός στόχος του Αλέξανδρου ήταν η δημιουργία ενός επαγγελματικής κατάρτισης και κυρίως πιστού στον ίδιο βασιλικού στρατού με υψηλό βαθμό αποτελεσματικότητας και αφοσίωσης των αξιωματικών του.

Ο Αμύντας εκτός από ενισχύσεις έφερε και ανησυχητικά νέα από την πατρίδα. Ο βασιλιάς Άγις της Σπάρτης είχε ξεσηκώσει την Πελοπόννησο εναντίον της μακεδονικής επικυριαρχίας, ενώ προβλήματα αντιμετώπιζε ο αντιβασιλιάς Αντίπατρος και στην Θράκη. Ο Αλέξανδρος από την πλευρά του έστειλε τον νέο διοικητή Κιλικίας, Συρίας και Φοινίκης Μένη με 3.000 τάλαντα στα παράλια, με εντολή να ενισχύσει οικονομικά τον Αντίπατρο, ενώ φρόντισε να καταστήσει τους Αθηναίους, αν όχι θετικά διακείμενους, τουλάχιστον ουδέτερους ως προς την επικείμενη σύγκρουση· το σύμπλεγμα των τυραννοκτόνων, που είχαν πάρει ως λάφυρο οι Πέρσες κατά την εκστρατεία του Ξέρξη το 480 π.Χ, στάλθηκε ως δώρο πίσω στην πόλη της Παλλάδας, ενώ μεγάλα ποσά δαπανήθηκαν σε δωροδοκίες προς εξέχοντες Αθηναίους πολίτες.

Στα μέσα Ιανουαρίου του 330 π.Χ, και ενώ τα όρη του Ζάγγρου που χώριζαν τα Σούσα από το Ιράν ήταν ακόμα χιονισμένα, ο Αλέξανδρος ξεκίνησε εκ νέου την πορεία του, για την Περσέπολη αυτή τη φορά, θέλοντας να εκμεταλλευτεί τη νίκη του στα Γαυγάμηλα πριν προλάβει ο Δαρείος να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Αφού υπέταξε κατά την πορεία του την ορεσίβια φυλή των Ουξίων, χώρισε τις δυνάμεις του στα δύο· έχοντας πληροφορίες πως ο σατράπης της Περσίδας Αριοβαρζάνης συγκέντρωνε ισχυρές δυνάμεις για να του αντιταχθεί (ο Αρριανός αναφέρει 40.000 πεζούς και 700 ιππείς), έστειλε τον Παρμενίωνα μαζί με τις σκευοφόρους, τους συμμάχους και τους μισθοφόρους να πάρουν τον ομαλότερο νότιο δρόμο προς την Περσέπολη, ενώ ο ίδιος μαζί με το ιππικό των εταίρων, τη μακεδονική φάλαγγα και τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες επιχείρησε να εισβάλει δια μέσου της συντομότερης, αλλά δύσβατης οδού μέσα από τα βουνά.

Ο Αριοβαρζάνης όμως, που είχε αντιληφθεί τους σκοπούς του Μακεδόνα βασιλιά για μια κεραυνοβόλο ορεινή εκστρατεία μέσα στην καρδιά του χειμώνα, είχε φροντίσει να καταλάβει έγκαιρα ένα δυσπρόσιτο φαράγγι από όπου περνούσε η ορεινή οδός που θα ακολουθούσε ο Αλέξανδρος, γνωστό ως Περσίδες Πύλες, και έκτισε εγκαρσίως ένα αμυντικό τείχος, το οποίο ενίσχυσε και με καταπέλτες. Μια πρώτη μακεδονική επίθεση κατέληξε σε αιματηρή ήττα, καθώς εκτός από τα βλήματα που εκτοξεύονταν από το τείχος, οι Μακεδόνες δέχονταν επίσης βροχή τοξευμάτων και λίθων από Πέρσες πεζούς που είχαν καταλάβει τις απόκρυμνες πλαγιές του φαραγγιού. Η προοπτική να παραμείνει το τακτικό συγκρότημα του Αλεξάνδρου αποκλεισμένο και χωρίς προμήθειες στα χιονισμένα όρη πρόβαλε εφιαλτική. Παρά την αρχική αποτυχία όμως, οι Μακεδόνες κατάφεραν να συλλάβουν κάποιους αιχμαλώτους, εκ των οποίων έναν ντόπιο βοσκό, οποίος προσφέρθηκε να τους οδηγήσει μέσω μιας δύσβατης οδού πίσω από τη θέση του Αριοβαρζάνη.

Πράγματι, αφού άφησε τον Κρατερό επικεφαλής δύο τάξεων σαρισοφόρων και τεσσάρων λόχων ιππικού (500 ιππείς) και έχοντάς του δώσει εντολές να επιτεθεί στο τείχος μόλις δει το προκαθορισμένο σινιάλο, ο ίδιος ξεκίνησε νύχτα με τις υπόλοιπες δυνάμεις. Αφού βάδισε για 100 στάδια και βγήκε στην πεδιάδα πίσω από το πέρασμα, διέταξε τον Αμύντα, τον Φιλώτα και τον Κοίνο να κατευθυνθούν με τον όγκο του συγκροτήματος προς τον παρακείμενο ποταμό Άραξη και να κατασκευάσουν γέφυρα· ο ίδιος με τους Υπασπιστές, την τάξη του Περδίκκα, τους τοξότες, τους Αγριάνες πελταστές, την βασιλική ίλη και μια ιππαρχία των εταίρων (τέσσερις λόχοι) συνέχισε την πορεία μέσα από τα κακοτράχαλα φαράγγια και την αυγή της τρίτης μέρας έφτασε ανενόχλητος στο εχθρικό στρατόπεδο. Αφού ειδοποίησε τον Κρατερό να ξεκινήσει από την πλευρά του την επίθεση στο τείχος, ο ίδιος έπεσε αιφνιδιαστικά πάνω στους αγουροξυπνημένους Πέρσες, σκορπίζοντας τον όλεθρο· πάνω στον πανικό τους, οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν προς το τείχος, για να πέσουν όμως πάνω στους Μακεδόνες του Κρατερού που ήδη το είχαν καταλάβει, ενώ άλλοι προσπάθησαν να αναρριχηθούν τις απότομες πλαγιές, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια δύναμη 3.000 ανδρών υπό τον Πτολεμαίο που είχε τοποθετηθεί εκεί εκ των προτέρων. Το σύνολο των στρατιωτών του Αριοβαρζάνη εξοντώθηκε στην εκ του συστάδην μάχη ή πέφτοντας στους γκρεμούς, ενώ ο ίδιος μόλις που διέφυγε ανοίγοντας δρόμο με λίγους ιππείς και εξαφανίστηκε στα βουνά.

Μετά τη μάχη στις Περσίδες Πύλες και αφού διέβη τον ποταμό Άραξη από τη γέφυρα που είχαν κατασκευάσει ήδη ο Αμύντας, ο Φιλώτας και ο Κοίνος, ο ελληνικός στρατός συνέχισε την πορεία του εν μέσω χαράδρων, κοιτών ποταμών και σφοδρών χιονοθυέλλων· τότε ήταν που έφτασε στον βασιλιά αντιπροσωπεία από τον Τιριδάτη, τον διοικητή της φρουράς της Περσέπολης, ο οποίος υποσχόταν να παραδώσει την πόλη αν οι Μακεδόνες έφταναν εκεί πριν το θησαυροφυλάκιό της λεηλατηθεί από την σε κατάσταση διάλυσης φρουρά. Διατάζοντας το πεζικό του να ακολουθήσει όσο γινόταν γρηγορότερα, ο Αλέξανδρος, μετά από φρενήρη καλπασμό, έφτασε στην Περσέπολη στις 31 Ιανουαρίου του 330 π.Χ. Η πόλη λεηλατήθηκε ως αντίποινα για τις περσικές ωμότητες που είχαν διαπραχθεί έναντι των Ελλήνων, όμως το θησαυροφυλάκιο και το αχαιμενιδικό ανάκτορο Απαντάνα παρέμειναν, καθόλου τυχαία, άθικτα.

Η Περσέπολη, πέρα από παραδοσιακός χώρος ταφής των Αχαιμενιδών και χώρος φύλαξης των θησαυρών τους, ήταν και η θρησκευτική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Εδώ τον Απρίλιο λάμβαναν χώρα οι εορτασμοί του Νάουρουζ, της περσικής πρωτοχρονιάς· κατά τη διάρκεια τους, ο Μεγάλος Βασιλιάς υφίστατο μια τελετουργική δοκιμασία που αναπαριστούσε την πάλη του με έναν τερατώδη Δαίμονα του Χειμώνα και αναδεικνυόταν “νικητής”, με την θητεία του ως επίγειος αντιπρόσωπος του Αχούρα Μάζντα, της δεσπόζουσας θεότητας του Ζωροαστρισμού, να ανανεώνεται. Αν ο Αλέξανδρος επιθυμούσε να εμφανιστεί ως διάδοχος των Αχαιμενιδών στα μάτια των Ιρανών υπηκόων του, η εορτή θα έπρεπε να διεξαχθεί κανονικά με εκείνον να επαναλαμβάνει τον τελετουργικό κύκλο και να αναγορεύεται ως ο νέος “εκλεκτός” του θεού. Όμως, αν και πολλοί τυχοδιώκτες Ιρανοί ευγενείς δεν δίστασαν να συνεργαστούν μαζί του, η περσομηδική ιερατική κάστα, οι Μάγοι, παρέμεναν από ό,τι φαίνεται ανένδοτοι. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν ζωροαστριστής, ούτε άνηκε στον οίκο των Αχαιμενιδών ή σε κάποια από τις ιρανικές ευγενείς οικογένειες. Για τους γέροντες του ιερατείου, η αξίωση αυτού που αντιλαμβάνονταν ως έναν βάρβαρο εισβολέα από την δύση να αναγορευτεί σε αντιπρόσωπο του Αχούρα Μάζντα επί της γης ισοδυναμούσε με βλασφημία. Αυτή η αδιάλλακτη εχθρότητα των Μάγων προς τον Μακεδόνα βασιλιά, θρησκευτική κατά βάση στην προέλευσή της, θα είχε δραματικές συνέπειες για την Περσέπολη.

Αφού διόρισε τον Φρασαόρτη, γιο του Ρεομίθρη, ως νέο σατράπη και πέρασε το διάστημα μέχρι τα τέλη Μαϊου αποκαθιστώντας την ηρεμία στην επαρχία, ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην Περσέπολη έχοντας πάρει τις αποφάσεις του· αν η αχαιμενιδική “Μέκκα” δεν τον αγκάλιαζε, θα την έσβηνε από τον χάρτη. Συμβόλιζε αιώνες εξουσίας των Αχαιμενιδών· μόλις ο Μακεδόνας βασιλιάς συνέχιζε προς τα ανατολικά, θα αποτελούσε πόλο συσπείρωσης για κάθε κίνημα αντίστασης. Παρά τις παραινέσεις του στρατηγού Παρμενίωνα για το αντίθετο (καθώς θεωρούσε πως μια τέτοια επίδειξη αγριότητας θα αποξένωνε τους νέους υπηκόους του βασιλιά), τα ανάκτορα απογυμνώθηκαν από κάθε πολύτιμο αντικείμενο, μεταξύ των οποίων και το περίφημο χρυσό κλήμα που στην ιρανική κοσμοθεωρία συμβόλιζε το Δέντρο της Ζωής και την νόμιμη αρμόζουσα συνέχεια της αχαιμενιδικής διοίκησης υπό τον Αχούρα Μάζντα, και πυρπολήθηκαν. Μετά από αυτά το μόνο που απέμενε ήταν η σύλληψη ή η εξουδετέρωση του Δαρείου.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.