Μεταξύ μαγείας και απομάγευσης

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΚΛΗΡΗΣ

ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΗΤΡΑΛΕΞΗΣ, 
PAUL TYSON, PETER HARRISON
Πέρα από την επιστήμη 
και τη θρησκεία. Νέες φιλοσοφικές και ιστορικές προσεγγίσεις
επίμετρο: Αθανάσιος Σ. Φωκάς
εκδ. Ροπή, 2021, σελ. 252


Συχνά τα δύο μεγέθη, επιστήμη και θρησκεία, λαμβάνονται ως ανέκαθεν υπάρχοντα και είτε θεωρούνται αυτονοήτως συγκρουόμενα, είτε αναζητείται μια ειρηναία συνύπαρξή τους. Ο παρών τόμος, στον οποίο μετέχει μια πληθώρα συγγραφέων αντίστοιχου ερευνητικού προγράμματος των Πανεπιστημίων του Nότιγχαμ, του Κουίνσλαντ και της Υόρκης, έρχεται να ρίξει μια κριτική ματιά σε παρόμοιες λήψεις του ζητουμένου, καταδεικνύοντας ότι οι δύο όροι με την τρέχουσα σημασία τους αποτελούν νεωτερικές κατασκευές. 

Σήμερα, η «φυσική» κατάσταση των πραγμάτων περιλαμβάνει την αξίωση της θρησκείας να δίνει απαντήσεις σε ορισμένα μόνο από τα ερωτήματα που αναδύονται στο πεδίο της επιστήμης, με το ιδεώδες σενάριο να είναι η αυτοσυγκράτηση της θρησκείας με όρους «εξημέρωσης», «υποταγής» και «ενσωμάτωσης». Απέναντι σε αυτό το κυρίαρχο αφήγημα αναπτύσσονται στον τόμο διάφορες ερμηνευτικές της υποψίας, όπως, μεταξύ άλλων, να καταδειχθεί: α) ότι τα σημαίνοντα «επιστήμη» και «θρησκεία» είναι επινοήσεις της σχετικά πρόσφατης δυτικής νεωτερικότητας (περί τον 19ο αιώνα)· β) ότι η ίδια η νεωτερική κατασκευή του σημαίνοντος «θρησκείες» στον πληθυντικό προϋποθέτει έναν πλουραλισμό που αφαιρεί από τις θεωρούμενες «θρησκείες» την αξίωσή τους για αλήθεια· γ) ότι αντιστρόφως, οι περισσότερες παραδοσιακές χριστιανικές εκκλησίες έχουν ενσωματωμένη εντός τους την αλληγορική και μη φονταμενταλιστική/κυριολεκτική κατανόηση της Βίβλου, με αποτέλεσμα τόσο το βιβλίο της Αποκάλυψης όσο και το άλλου είδους «βιβλίο», που είναι ο φυσικός κόσμος, να συνιστούν διαλογικά δώρα του συγγραφέα Θεού προς τον αναγνώστη άνθρωπο, όπως επισημαίνει ο Σωτήρης Μητραλέξης.

metaxy-mageias-kai-apomageysis0

Ο όρος «επιστήμη» έχει, βεβαίως, ένα θετικό περιεχόμενο, το οποίο εντοπίζουν τόσο ο Αθανάσιος Φωκάς όσο και ο Τζον Μίλμπανκ, στον πειραματικό, διαψεύσιμο, προοδευτικό και σωρευτικό χαρακτήρα της επιστημονικής γνώσης. Σήμερα, ωστόσο, η επιστήμη έχει υπερβεί τον «επιστημονισμό» και τον «αναγωγισμό». Ο Φωκάς παρατηρεί ότι τα μαθηματικά αντανακλούν μόνο ένα περιορισμένο υποσύνολο της ανθρώπινης σκέψης και οι τεχνητοί αλγόριθμοι μιμούνται μόνο ένα μικρό μέρος των διαδικασιών του εγκεφάλου.

Το εγχείρημα της τεχνητής νοημοσύνης θα εμπλουτισθεί αν λάβει υπόψη του τις υποσυνειδησιακές διαδικασίες, τον ρόλο των νευρογλοιακών κυττάρων, τις διαφορές στη λειτουργία των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου και την επίδραση των σωματικών λειτουργιών στον εγκέφαλο.

Μετά τα πορίσματα των Κουρτ Γκέντελ και Αλαν Τιούρινγκ έχει αποδειχθεί ότι τα μαθηματικά, αλλά και η υπολογιστική επιστήμη, δεν μπορούν να φθάσουν στην αλήθεια μέσω μιας αξιωματικής διαδικασίας, καθώς είναι αδύνατο να τυποποιηθούν πλήρως. Κατά τον τρόπο αυτόν είναι πλέον παρωχημένος ο αναγωγισμός (reductionism), ήτοι η ερμηνεία ενός φαινομένου διά της αναγωγής στην ανάλυση των επιμέρους στοιχείων του, που υπήρξε προηγουμένως ένα ιδεώδες των θετικών επιστημών.

Διττός χαρακτήρας

Ο τόμος, πάντως, έχει έναν διττό χαρακτήρα, ο οποίος δηλώνεται στον υπότιτλο, περιλαμβάνοντας τόσο πρωτότυπες ιστορικές προσεγγίσεις για τη γενεαλόγηση της νεωτερικής επιστήμης σε ορισμένες θεολογίες του Υστερου Μεσαίωνα και της πρώιμης νεωτερικότητας, όσο και συστηματικές φιλοσοφικές καταθέσεις για τις δυνατές σχέσεις και αλληλεπιδράσεις σήμερα. Ως προς το πρώτο, ο Πίτερ Χάρισον ανάγει τη νεωτερική επιστήμη στον προτεσταντισμό. 

Ο τελευταίος έφερε μια πιο ριζοσπαστική έννοια της ανθρώπινης πτώσης, σύμφωνα με την οποία στη μεταπτωτική συνθήκη έχει εκλείψει η εγγενής στη φύση τελεολογία, με αποτέλεσμα να αρθεί η αριστοτελική έμφαση στους εγγενείς στη φύση σκοπούς. Αυτό σήμανε αφενός ότι μεταπτωτικώς δεν έχει νόημα οι άνθρωποι να αναζητούν τα τελικά αίτια μιας φύσης που δεν είναι πλέον «καλή λίαν». Αλλά, αφετέρου, σήμανε ότι η επιστήμη αναλαμβάνει, ακριβώς στη θέση της Εκκλησίας, το σωτηριολογικό έργο να μετατρέψει τη φύση σε «καλήν λίαν» διά της χρήσεώς της από την τεχνολογία. 

Το αποτέλεσμα της τελευταίας θα ήταν οι άνθρωποι να «κατακυριεύσουν» της φύσεως, όπως πριν από την Πτώση, σύμφωνα μάλιστα με την εγκόσμια και μη αναχωρητική ηθική του προτεσταντισμού. Η Μεταρρύθμιση επιμένει αφενός στην κυριολεκτική ανάγνωση ως προς τη Γραφή, αφετέρου σε μια εκδοχή της φύσεως ως υποκείμενης απλώς στην ισχύ, είτε του Θεού είτε και του ανθρώπου. Πρόκειται, λοιπόν, για μια πορεία όπου η επιστήμη ανδρώθηκε μέσα από μια θεολογική πνευματική διαδικασία του προτεσταντισμού, προκειμένου να υποκαταστήσει την Εκκλησία ως μια εκκοσμικευμένη θρησκεία.

metaxy-mageias-kai-apomageysis2
Οι μαύρες τρύπες παραπέμπουν στο ενδεχόμενο να εξαφανίζονται σε βαρυτικές μοναδικότητες όπου δεν υπάρχει χρόνος και χώρος, επιβεβαιώνοντας, μαζί με τον Γκέοργκ Κάντορ, τη θεολογική θεώρηση του Νικολάου Κουζανού. Φωτ. SHUTTERSTOCK

«Μαγευμένη» θεώρηση

Στις καθαυτό συστηματικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις δεσπόζει η πρόταση του Τζον Μίλμπανκ, που καταδεικνύει πώς μια μη νομιναλιστική «μαγευμένη» θεώρηση της φύσεως επέζησε καθ’ όλη τη νεωτερικότητα και διαμόρφωσε καθοριστικά ορισμένους από τους σημαντικούς εκπροσώπους της. Λ.χ., ο Μπέρνχαρντ Ρίμαν, ευρετής της μη ευκλείδειας γεωμετρίας, είχε μια οιονεί μυστικιστική σύλληψη της τρισδιάστατης φύσης, η οποία κατέστησε δυνατή την ανατροπή του Νεύτωνος από τον Aλβέρτο Αϊνστάιν, ενώ με παρόμοιο τρόπο ο Τζέιμς Κλερκ Μάξουελ ενοποίησε τον ηλεκτρισμό, τον μαγνητισμό και το φως, δείχνοντας τα όρια του νεωτερικού νευτώνειου κοσμοειδώλου. Το πραγματικό δίπολο κατά τον Mίλμπανκ είναι αυτό ανάμεσα σε έναν «μαγευμένο» (enchanted) κόσμο όπου είναι παρόν το υπερβατικό και έναν «απομαγευμένο» (disenchanted), όπου η φύση θεωρείται μια απογυμνωμένη μηχανιστική αφαίρεση.

Ο Mίλμπανκ υποστηρίζει μία «μαγευμένη» εκδοχή της φύσης, σύμφωνα με την οποία ο φυσικός κόσμος είναι ένα κείμενο των λόγων του Θεού, που καλεί τον παρατηρητή-«αναγνώστη» του σε ερμηνεία, εξίσου όπως η Βίβλος της Αποκάλυψης. Καταδεικνύει ότι η ειδοποιός διαφορά της επιστημονικής μεθοδολογίας, το πείραμα, συνιστά μια ενεργητική γνώση, σαν ένα «μαγείρεμα» που δεν ανακαλύπτει, αλλά επιτελεί βίαια ορισμένες ιδιότητες και ικανότητες των υλικών μόνο σε μία ετέραν μορφή τους. 

Κατά τον Mίλμπανκ, μια θεωρία της μέθεξης θα ήταν πολύ επίκαιρη ως προς τα πλέον πρόσφατα πορίσματα της επιστήμης: Η έννοια του κβαντικού χάους ομοιάζει με την αριστοτέλεια και ακινάτεια ύλη, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη διαφοροποίηση, χωρίς να εξηγεί τη φαινόμενη μορφική συνοχή και ακεραιότητα.
Τα στοιχεία που μας δίνουν οι μαύρες τρύπες παραπέμπουν στο ενδεχόμενο να εξαφανίζονται σε βαρυτικές μοναδικότητες, όπου δεν υπάρχει χρόνος και χώρος, επιβεβαιώνοντας, μαζί με τον Γκέοργκ Κάντορ, τη θεολογική θεώρηση του Νικολάου Κουζανού, ότι το πεπερασμένο είναι απορητικώς συγκροτημένο από το άπειρο, το οποίο μπορεί να καταγραφεί μόνο ως μηδέν. 

Ο Mίλμπανκ προτείνει, εντέλει, μια ενσωμάτωση της επιστήμης σε μια πληρέστερη ηθική και αισθητική εμπειρία που θα καταδεικνύει την ποίηση στην καρδιά της φύσης.

Ο Αγγλος στοχαστής αναδεικνύει όλα εκείνα τα καθοριστικά ρεύματα της νεωτερικότητας στα οποία μια μη νομιναλιστική θεώρηση της φύσης ως μέθεξης στο υπερβατικό ουδέποτε εξέλιπε, μεταξύ άλλων, τον ρομαντισμό, τον βιταλισμό αλλά και τις ανατροπές στο ίδιο το επιστημονικό κοσμοείδωλο του 20ού αιώνα, που απαιτούν φρέσκες συνθετικές θεωρήσεις.

kathimerini.gr

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.