Μ. Καραγάτσης: Σέργιος και Βάκχος

Το ‘Σέργιος και Βάκχος’ (1959), ιστορικό μυθιστόρημα ή καλύτερα μυθιστορηματική χρονογραφία, αντλεί την υπόθεσή του από το Βυζάντιο, εξιστορεί όμως συνολικά, άλλοτε σοβαρά και άλλοτε με ευτράπελο τρόπο, δεκατέσσερις αιώνες ζωής του Ελληνισμού, από το 250 μ.Χ. έως το 1948. Οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος δεν ζουν αποσυρμένοι στη μακαριότητα του Παραδείσου, αλλά, αντίθετα – από τον περικαλλή ναό που έχτισε προς τιμήν τους ο Ιουστινιανός –, παρακολουθούν με άγρυπνο μάτι την πορεία της Ρωμιοσύνης καθώς και ολόκληρης της Οικουμένης, την συζητούν, την σχολιάζουν, την κρίνουν. Εν τω μεταξύ, ο αναγνώστης ευφραίνεται και ξεκαρδίζεται…


ΤΟ 1390, ο Γιάννης Παλαιολόγος, εν αμαρτίαις γηράσας, αποφάσισε να μερεμετίσει τα ρημαγμένα τείχη της Πόλης. Οικονόμησε λίγα χρήματα, μίστωσε μαστόρους. Δεν πρόφτασε να βάλει μπροστά, κι ο σουλτάνος Μπεγιαζίτ του μήνυσε να σταματήσει αυτές τις ανοησίες.

  • Δεν καταλαβαίνεις, πως αν δεν πήρα την Πόλη είναι όχι γιατί δεν μπόρεσα, μα γιατί δεν θέλησα. Λοιπόν, τι κάθεσαι και την οχυρώνεις; Για ν’ αποκρούσεις τυχόν επίθεσή μου; Παραλογίζεσαι, θαρρώ! Ή σταματάς αμέσως τα μερεμέτια· ή κάνω αμέσως γιουρούσι και την παίρνω! Και για να μην σου περνάν τρελές ιδέες, να μου στείλεις όμηρο το γιο σου, τον Μανουήλ. Έτσι θα καταλάβεις πως αν εξακολουθείς να είσαι βασιλιάς στην Πόλη (και μόνο στην Πόλη· όλα τα έξω απ’ την Πόλη ανήκουν σε μένα) είναι επειδή το επιτρέπω εγώ…
  • Τι να κάνει ο Γιάννης Παλαιολόγος – ο εν πολιτικαίς αμαρτίαις γηράσας; Έστειλε τον γιο του όμηρο στην Αδριανούπολη, όπου ήταν η πρωτεύουσα της Τουρκίας.

Πέθανε ο Γιάννης. Ο γιος του ο Μανουήλ μπόρεσε και δραπέτεψε·ήρθε στην Πόλη κι ανακηρύχτηκε βασιλιάς. Ο Μπεγιαζίτ λύσσαξε· μα δεν έκρινε φρόνιμο να επιτεθεί και να πάρει την Πόλη. Όσο να ’ναι πόλεμος θα γινόταν, κάμποσοι Τούρκοι θα σκοτώνονταν. Γιατί, ενώ η δουλειά μπορούσε να γίνει δίχως να χυθεί αίμα; Λίγη υπομονή χρειαζόταν.

Έφτασε στην Πόλη το άγγελμα πως ο Μπεγιαζίτ πρόσταξε τον αποκλεισμό της. Το ασκί από στεριά, η αρμάδα από θάλασσα δεν αφήναν να μπει τίποτα απολύτως. Άρχισε μεγάλη δυστυχία. Δυστυχία κι ερημιά. Είχε ξεκληρίσει η μεγάλη πολιτεία. Από χρόνια τώρα ο κόσμος έφευγε. Πού πήγαιναν; Οπουδήποτε! Προτιμούσαν τη σκλαβιά παρά την πείνα. Απέναντι, στο Γαλατά, οι Γενοβέζοι μοσκοπουλούσαν κάνα τρόφιμο σ’ όσους απόμειναν. Ήρθε ο χειμώνας. Πώς να ζεσταθούν; Ξύλα δεν αφήναν οι Τούρκοι να μπουν στην Πόλη. Ευτυχώς υπήρχαν τα παρατημένα σπίτια εκείνων που μίσεψαν· χιλιάδες σπίτια που σιγογκρεμίζονταν. Εκείνοι που έμειναν ξήλωναν τα πατώματα, τα κουφώματα, τα ’καιγαν στα τζάκια και ζεσταίνονταν.

  • Γιατί αυτή η αγωνία; Μοιρόταν ο Βάκχος. Γιατί οι Τούρκοι δεν κάνουν τη στερνή έφοδο; Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει! Να πάρει η Ρωμιοσύνη την απόφαση πως σκλαβώθηκε, κι ελπίδα για σύντομη λευτεριά δεν έχει. Να συμμαζευτεί στον εαυτό της· ν’ αναμετρήσει τα θανάσιμα σφάλματά της· να υποταχτεί στο ριζικό της, που η ίδια κατεργάστηκε· ν’ ανασυγκροτηθεί κάτω απ’ το φάσγανο του δυνάστη· και να οργανώσει, μέσα στη δυστυχία της σκλαβιάς, τον αγώνα για την καινούργια λευτεριά. Η σαπρία έφερε το θάνατο· αλλά από τη σαπρία αναπηδάει σπόρος γονιμικός. Ας έρθει ο θάνατος το ταχύτερο, για ν’ αρχίσει η κατεργασία της νέας ζωής.

ΚΙ ΕΦΤΑΣΕ το πλήρωμα του χρόνου… Ο νέος σουλτάνος –ο Μωάμεθ ο Β΄– έκρινε πως καιρός να παίρνει τέλος το άτοπο της ανυπόταχτης Πόλης μέσα στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύναξε στρατό και στόλο· κι άρχισε την πολιορκία.

Από την πρώτη κιόλας μέρα, ο Σέργιος κι ο Βάκχος μελέτησαν την κατάσταση αντικειμενικά, ρεαλιστικά, σαν στρατιωτικοί που υπήρξαν, παραμερίζοντας κάθε υπερφυσικό παράγοντα. Το συμπέρασμα ήταν σαφέστατο.

ΣΕΡΓΙΟΣ: Οι Τούρκοι διαθέτουν πάνω από εκατό χιλιάδες στρατό εμπειροπόλεμο, γενναίο και φανατισμένο. Διαθέτουν πυροβολικό πρώτης τάξεως, ικανό να προκαλέσει ρήγματα στα τείχη. Διαθέτουν και στόλο από πολλά μικρά πλοία, που δεν μπορούν όμως ν’ αντιπαραταχθούν στις γαλέρες των συμμάχων μας, των Βενετσάνων.

ΒΑΚΧΟΣ: Ευτυχώς που έχουμε τη ναυτική υπεροπλία. Έτσι, ο στρατός μας θα περιοριστεί στην άμυνα των τειχών της στεριάς. Τα τείχη της θάλασσας –διπλάσια σε μάκρος– μένουν απρόσβλητα.

ΣΕΡΓΙΟΣ: Πλεονέχτημα σχετικό… Τι είναι ακριβώς ο στρατός μας, που θ’ αποκρούσει το μεγάλο και γενναίο ασκέρι των Τούρκων;

Χμ… Όχι σπουδαία πράματα. Σ’ εννιά χιλιάδες άντρες συμποσούνταν ο ρωμαίικος στρατός κι από αυτούς οι μισοί ήσαν Ιταλοί, μισθοφόροι της Γένοβας.

Ξεχάσαμε να πούμε  ότι στις 12 του Δεκέμβρη 1452 ανήμερα του Άη Σπυριδώνου – γιορτάστηκε στην Αγιά Σοφιά η Ένωση, με λειτουργία αλά φράγκα. Παρίσταντο ο βασιλιάς, ο πατριάρχης, οι οφφικιάλιοι κι ένα σωρό καθολικοί Ιταλιάνοι, πάροικοι του Γαλατά. Ρωμιός του λαού, ούτε ένας! Κι ούτε ένας πια δεν πάτησε ως τις 29 του ερχόμενου Μάη, ημέρα που η Μεγάλη Εκκλησιά μετάλλαξε σε τζαμί. Γενόμενη δυτική, οι ορθόδοξοι τη θεωρούσαν άντρο του Σατανά…

  • Γιατί το ’κανε αυτό ο Κωνσταντίνος, αναρωτιόταν ο Βάκχος κουνώντας το κεφάλι με λύπηση.

ΣΕΡΓΙΟΣ: Με την ελπίδα πως η Χριστιανοσύνη θα ’στελνε βοήθεια σοβαρή. Και ιδού η βοήθεια: πέντε χιλιάδες φαντάροι και τριάντα γαλέρες! Χα χα!

ΒΑΚΧΟΣ: Είναι να γελάς;

ΣΕΡΓΙΟΣ: Είναι να κλαίω που ολόκληρη η Ρωμιοσύνη της Πόλης μόλις τέσσερες χιλιάδες στρατιώτες μπόρεσε να δώσει για το μεγάλο αγώνα, το στερνό…

Σωστά μιλούσε ο Σέργιος. Μα τι ήταν η Πόλη την άνοιξη του 1453; Ένα τεράστιο και μεγαλόπρεπο ερείπιο ερημωμένο από ανθρώπους. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι την κατοικούσαν άλλοτε· τώρα, δεν απόμειναν ούτ’ εκατό χιλιάδες. Όσο ξέπεφτε η Βασιλεύουσα, τόσο η έξοδος του πληθυσμού της έπαιρνε γοργότερο ρυθμό.

Τον τελευταίο καιρό κανείς πια δεν κρατούσε τα προσχήματα. «Γιατί να παραμένουμε στην Πόλη; –έλεγαν– και να πεθαίνουμε της πείνας;  Για να μην είμαστε υπόδουλοι των Τούρκων; Κάλλιο να πάμε από τώρα στην Τουρκία, και να κοιτάξουμε να βολευτούμε όπως-όπως».

Δεν είχαν άδικο. Οι Τούρκοι φέρονταν καλά στους Ρωμιούς· δεν τους πίεζαν ν’ αλλαξοπιστήσουν. Μα οι πιότεροι από τους αυτόμολους βιάζονταν ν’ ασπαστούν τον Ισλαμισμό, να γίνουν πιστοί υπήκοοι του σουλτάνου και να επιδιώξουν οφφίκια, τιμές κι πλούτη στο σαράι της Αδριανούπολης.

Ο Σέργιος κι ο Βάκχος θυμούνται ένα επεισόδιο, εδώ και κάμποσα χρόνια. Ο βασιλιάς Ιωάννης Καντακουζηνός υπέγραψε συνθήκη με το σουλτάνο Μπεγιαζίτ, δυνάμει της οποίας παραχωρούσε στους Τούρκους το δικαίωμα ν’ ανοίξουν σκλαβοπάζαρο στην Πόλη. Την πρώτη μέρα της λειτουργίας του, όλος ο κόσμος έσπευσε με περιέργεια ξαναμμένη. Οι Τουρκαλάδες είχαν κουβαλήσει ως πεντακόσιους σκλάβους όλους Ρωμιούς κι όλους νέους – έφηβους και κοπέλες. Τις κοπέλες τις είχαν ολόγυμνες, παρ’ όλη την ψύχρα την τσουχτερή. Έτρεμαν οι δόλιες από κρύο και ντροπή. Οι Τούρκοι πουλητάδες απευθύνονταν προς τους Κωνσταντινουπολίτες κι έλεγαν:

  • Χριστιανοί! Αγοράστε τους ομοθρήσκους σας! Λευτερώστε τους απ’ τη σκλαβιά των άπιστων!

Αυτοί οι ίδιοι αποκαλούσαν άπιστους τους εαυτούς τους, για να προκαλέσουν τη συγκίνηση των αγοραστών (στο εμπόριο αξιοπρέπεια δεν υπάρχει). Οι Ρωμιοί της Πόλης κοιτούσαν ταραγμένοι. Ο οίχτος βούρκωνε την καρδιά τους. Όλα τους τα χρήματα να μπορούσαν να ’διναν, ν’ αγοράσουν τους αδερφούς τους, για να τους λευτερώσουν. Να τους λευτερώσουν αναγκαστικά, γιατί ο νόμος δεν επέτρεπε τη δουλεία.

Πλησιάζει ένας άρχοντας Ρωμιός, δείχνει μια κοπέλα και ρωτάει τον Τουρκαλά δουλέμπορα:

  • Πόσο στοιχίζει τούτη η κόρη, εφέντη μου;
  • Πεντακόσια φλουριά, άρχοντά μου.
  • Πεντακόσια φλουριά! Ξαφνιάζεται ο άρχοντας. Στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, η τιμή της πιο όμορφης κοπέλας δεν ξεπερνάει τα τρακόσια φλουριά. Δεν γίνεται φτηνότερα;
  • Πεντακόσια ακατέβατα! Του αποκρίνεται ο Τούρκος δουλέμπορας και με το κουρμπάτσι οργώνει τη γυμνή πλάτη της σκλάβας. Ουρλιάζει η κοπέλα· τα δακρυσμένα μάτια της στηλώνονται στο Ρωμιό άρχοντα. Τα χέρι της απλώνονται προς αυτόν, με ικεσία σπαραχτική.
  • Πεντακόσια φλουριά, λέει πάλι εκείνος. Σύμφωνοι· την αγοράζω.

Τώρα, ο άρχοντας κι η σκλάβα περπατούν σ’ έναν έρημο δρόμο. Η κοπέλα προσπαθεί να κρύψει τη γύμνια της  μ’ ένα χράμι. Σιγοκλαίει και μουρμουρίζει.

  • Άρχοντά μου, ο Θεός να μου κόβει μέρες και να στις δίνει. Μ’ έσωσες!
  • Ναι, αποκρίνεται εκείνος συννεφιασμένος. Είσαι λεύτερη να γυρίσεις στους δικούς σου.
  • Τους δικού μου; Ποιους δικούς μου; Δεν έχω δικούς μου. Έρημη είμαι στον κόσμο. Με αγόρασες· σκλάβα σου είμαι…
  • Κατά το νόμο, είσαι λεύτερη.
  • Δεν ξέρω τι θες να πεις. Σκλάβα σου είμαι. Αν με διώξεις, τι θ’ απογίνω; Κράτα με κοντά σου, καλέ μου άρχοντα. Θα σε υπηρετάω πιστά. Αν σου κάνει κέφι, πάρε με στο κρεβάτι σου· θα με βρεις παρθένα. Ένα κομμάτι ψωμί γυρεύω· μια γωνιά ν’ αποκατιάζω.
  • Αυτό ο πάσα ένας μπορούσε να στο δώσει. Γιατί παρακάλεσες εμένα να σ’ αγοράσω;
  • Γιατί είμαι χριστιανή, κι είσαι χριστιανός… Είμαι Ρωμιά, κι είσαι Ρωμιός…

Ο άρχοντας στέκεται απότομα καταμεσίς του δρόμου. Στη ματιά του καθρεφτίζεται οργή κι αηδία.

  • Χριστιανός, Ρωμιός, μουρμουρίζει. Πού τον κατάντησαν το Χριστιανισμό και πού τη Ρωμιοσύνη; Οι Αγαρηνοί να πουλάν, μέσα στη Βασιλεύουσα, τους Ρωμιούς και χριστιανούς σκλάβους τους… Αν ο Θεός αποφάσισε τον αφανισμό της Ρωμιοσύνης, μπορούσε ν’ απαλλάξει τα στερνά της από αυτή την αχρειότητα!..

Η κοπέλα τον κοιτάει με μάτια  σαστισμένα.

  • Δεν καταλαβαίνω,μουρμουρίζει.
  • Πώς να καταλάβεις; Τουλάχιστο να ’ξερα πως, σαν έρθει η ώρα, θα πολεμήσω και θα σκοτωθώ! Η αχρειότης μας είναι τόση, που ίσως κάποιος αχρείος βασιλιάς παραδώσει αμαχητί την Πόλη στο σουλτάνο. Τι να κάνω, τότε, για να γλιτώσω τη σκλαβιά; Ν’ αυτοχτονήσω;
  • Δεν καταλαβαίνω, ξανατραυλίζει η κοπελίτσα ταραγμένη.
  • Θα καταλάβεις. Είσαι σκλάβα μου; Ναι ή όχι;
  • Είμαι…
  • Θέλεις να μείνεις σκλάβα μου; Θέλεις Να μην ξαναπέσεις σκλάβα στα χέρια των Τούρκων;
  • Ναι, αφέντη μου, κοντά σου θέλω να μείνω…
  • Τότε, θα κάνεις αυτό που θα σε προστάξω.
  • Ό,τι προστάξεις, θα το κάνω.
  • Να! Θα περάσουμε, τώρ’ αμέσως, απέναντι στο Σκούταρι. Θα πάμε στον ιμάμη και θα τουρκέψουμε. Μια κι η εξαχρειωμένη Ρωμιοσύνη δεν μας επιτρέπει ούτε να πεθάνουμε λεβέντικα για μιαν ιδέα, για να σώσουμε την ανθρωπιά μας άλλος τόπος απ’ τον τουρκεμό δεν υπάρχει. Κατάλαβες τώρα;

Η κοπέλα τον κοιτάει με μάτια στοχαστικά.

  • Κατάλαβα, αποκρίθηκε. Αν όμως, σαν έρθει ή ώρα, ο στερνός βασιλιάς αποδειχτεί λεβέντης; Αν αποφασίσει να πολεμήσει και να πεθάνει λεβέντικα! Πώς θα σου φανεί που θα ’σαι Τούρκος κι όχι Ρωμιός;

Ο άρχοντας σήκωσε τους ώμους.

  • Όνειρα! Να βρεθεί Ρωμιός βασιλιάς που να πολεμήσει τους Τούρκους; Πιο εύκολα βρίσκεται άσπρος κόρακας! Άντε, πάμε στο Σκούταρι να τουρκέψουμε!

Αυτό το επεισόδιο αναπολούν ο Σέργιος κι ο Βάκχος.

TIMES NEWS

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ “ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ”

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.