Νίκος Γκάτσος: Ο ιππότης και ο θάνατος

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ, «Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης», Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

(1513) Καθὼς σὲ βλέπω ἀκίνητο
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ’ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τοῦ Ἄη – Γιωργιοῦ νὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Σ’ αὐτὲς τiς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιά μέρα νὰ σβηστεῖς κι ἐσὺ παντοτινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιά φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Μιὰ νεραντζιὰ στοῦ φεγγαριοῦ τοὺς χιονισμένους κάμπους
Καὶ τὸ μαγνάδι μιᾶς βραδιᾶς νὰ ξεδιπλώσω μπροστά σου
Μὲ τὸν Ἀντάρη κόκκινο νὰ τραγουδάει τὰ νιάτα
Μὲ τὸ Ποτάμι τ’ Οὐρανοῦ νὰ χύνεται στὸν Αὔγουστο
Καὶ μὲ τ’ Ἀστέρι τοῦ Βοριᾶ νὰ κλαίει καὶ νὰ παγώνει—
Μπορῶ νὰ βάλω λιβάδια
Νερὰ ποὺ κάποτε πότισαν τὰ κρίνα τῆς Γερμανίας
Κι αὐτὰ τὰ σίδερα ποὺ φορεῖς μπορῶ νὰ σοῦ τὰ στολίσω
Μ’ ἕνα κλωνὶ βασιλικὸ κι ἕνα ματσάκι δυόσμο
Μὲ τοῦ Πλαπούτα τ’ ἅρματα καὶ τοῦ Νικηταρᾶ τὶς πάλες.
Μὰ ἐγὼ ποὺ εἶδα τοὺς ἀπογόνους σου σὰν πουλιὰ
Νὰ σκίζουν μιάν ἀνοιξιάτικη αὐγὴ τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδας μου
Κι εἶδα τὰ κυπαρίσσια τοῦ Μοριᾶ νὰ σωπαίνουν
Ἐκεῖ στὸν κάμπο τοῦ Ἀναπλιοῦ
Μπροστὰ στὴν πρόθυμη ἀγκαλιὰ τοῦ πληγωμένου πελάγου
Ὅπου οἱ αἰῶνες πάλευαν μὲ τοὺς σταυροὺς τῆς παλληκαριᾶς
Θὰ βάλω τώρα κοντά σου
Τὰ πικραμένα μάτια ἑνὸς παιδιοῦ
Καὶ τὰ κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στὴ λάσπη καὶ τὸ αἷμα τῆς Ὀλλανδίας.

Αὐτὸς ὁ μαῦρος τόπος
Θὰ πρασινίσει κάποτε.
Τὸ σιδερένιο χέρι τοῦ Γκὲτς θ’ ἀναποδογυρίσει τ’ ἁμάξια
Θὰ τὰ φορτώσει θημωνιὲς ἀπὸ κριθάρι καὶ σίκαλη
Καὶ μὲς στοὺς σκοτεινοὺς δρυμοὺς μὲ τὶς νεκρὲς ἀγάπες
Ἐκεῖ ποὺ πέτρωσε ὁ καιρὸς ἕνα παρθένο φύλλο
Στὰ στήθια ποὺ σιγότρεμε μιά δακρυσμένη τριανταφυλλιὰ
Θὰ λάμπει ἕνα ἄστρο σιωπηλὸ σὰν ἀνοιξιάτικη μαργαρίτα.

Μὰ σὺ θὰ μένεις ἀκίνητος
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ’ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τ’ Ἄη – Γιωργιοῦ θὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Ἕνας ἀνήσυχος κυνηγὸς ἀπ’ τὴ γενιὰ τῶν ἡρῴων
Μ’ αὐτὲς τὶς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιὰ μέρα νὰ σβηστεῖς καὶ σὺ παντοτεινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιὰ φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Ὥσπου καὶ πάλι στὶς σπηλιὲς τῶν ποταμιῶν ν’ ἀντηχήσουν
Βαριὰ σφυριὰ τῆς ὑπομονῆς
Ὄχι γιὰ δαχτυλίδια καὶ σπαθιὰ
Ἀλλὰ γιὰ κλαδευτήρια κι ἀλέτρια.

ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

ΑΝΑΛΥΣΗ – Χρήστος Δ. Αντωνίου, Περί Ου

Στα 800 μ. Χ. ο Κάρολος ο Μέγας στέφτηκε αυτοκράτορας της «Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους» και συλλογίζομαι τις σημερινές αναλογίες όσο αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις γονιδιακές εξουσιαστικές τάσεις της σύγχρονης Γερμανίας. Μήπως τελικά ισχύει το: «Ευρωπαϊκή Ένωση του Γερμανικού Κράτους»; Κι όσο κι αν ο τίτλος αυτός στα πλαίσια ενός Ευρωπαϊκού δημοκρατικού ήθους είναι άκομψος, μήπως όμως πάει να γίνει η αναμφισβήτητη πραγματικότητα; Ήδη εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον, στα χρόνια δηλαδή της οικονομικής κρίσης, αυτός είναι ο βασικός προβληματισμός στην Ευρώπη.

Αυτή η βασική διαπίστωση, χωρίς να έχω καμιά πρόθεση στενής πολιτικής ή δημοσιογραφικής ανάλυσης, μου θύμισε ένα παλιό ποίημα του Νίκου Γκάτσου, το: «Ο Ιππότης κι ο θάνατος», που περιέχεται στην Αμοργό, από την τρίτη έκδοσή της και πέρα. Το ποίημα αποτελεί μια ποιητική διαμαρτυρία σε ελεγειακή μορφή απέναντι στη Γερμανία του Χίτλερ που προξένησε τον καταστροφικό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι γραμμένο μάλλον μέσα στα χρόνια της Κατοχής (σε τηλεοπτικό βίντεο η Αγαθή Δημητρούκα λέει πως ο Γκάτσος το έγραψε το 1941), αλλά δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Μικρό Τετράδιο τον Ιανουάριο του 1947.

Η σκοτεινότητα του ποιήματος και ο υπερρεαλιστικός του χαρακτήρας δυσκολεύουν την ανάγνωσή του και γι αυτό μάλλον η κριτική πολύ λίγο ασχολήθηκε μαζί του. Ο καταγγελτικός όμως κατά βάθος χαρακτήρας του ποιήματος που το καθιστά σήμερα πολύ επίκαιρο απαιτεί η ερμηνεία του να εμπλουτιστεί.

Το ποίημα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Durer zun Gedachtnis (Άλμπρεχτ Ντύρερ), Γερμανού ζωγράφου και χαράκτη (1471-1528), του οποίου το έργο: «Ο Ιππότης, ο Θάνατος και ο Διάβολος» αποτέλεσε το ερέθισμα για την έμπνευση γραφής του ποιήματος. Το έργο αυτό πρόκειται για μια χαλκογραφία που παριστά τον Γερμανό Ιππότη του τέλους του 15ου και του πρώτου μισού του 16 αιώνα Gotz von Berlichingen (Γκετς φον Μπερλίχινγκεν).

«Κεντρική μορφή στο τοπίο είναι ένας ιππότης με πλήρη πανοπλία καβάλα στο άλογο. Η κεφαλή του αλόγου είναι άψογα επεξεργασμένη και με μεγάλη λεπτομέρεια των ανατομικών χαρακτηριστικών. Πιστός συνοδός του ιππότη είναι ένας σκύλος, όπως συνηθίζεται στα έργα του Ντύρερ, ενώ στο κάτω δεξιό μέρος του πίνακα μια σαύρα τρέπεται σε φυγή. Ο Θάνατος εικονίζεται γενειοφόρος, λιπόσαρκος αναβάτης ενός γέρικου αλόγου. Κρατάει στο χέρι μια κλεψύδρα. Ο τερατόμορφος Διάβολος έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα διαφόρων ζώων. Η εικόνα φέρει μια ταμπέλα με το μονόγραμμα του καλλιτέχνη και το έτος κατασκευής (1513). Η ταμπέλα είναι τοποθετημένη στις ρίζες ενός κομμένου δέντρου, με μια νεκροκεφαλή επάνω της. Το άλογο του ιππότη φαίνεται ότι βαδίζει σε ένα δρομάκι μέσα στο ξέφωτο, ενώ στο βάθος διακρίνουμε μια πόλη στην κορυφή ενός λόφου» (Βικιπαίδεια).

Όσο αφορά τώρα τον Ιππότη Μπερλίχινγκεν τα βιογραφικά του στοιχεία λένε ότι γεννήθηκε στο Jagsthausen (Γιαγκστχάουζεν) της Βυτεμβέργης. Δεκαοχτώ μόλις χρονών αγωνίστηκε στις τάξεις του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού I στη Βουργουνδία και είκοσι ετών απέκτησε το δικό του ανεξάρτητο στρατιωτικό σώμα. Σε μια μάχη του είχε αποκοπεί το δεξί του χέρι και έβαλε ψεύτικο από σίδερο. Η κατασκευή αυτή θεωρήθηκε για την εποχή του ένα τεχνολογικό θαύμα, γιατί του επέτρεπε να εκτελεί πολλές λεπτές κινήσεις και να χειρίζεται ικανοποιητικά το ξίφος του, ώστε να πολεμά. Από τότε ήταν γνωστός ως «Γκετς με το σιδερένιο χέρι». Ήταν πνεύμα ανυπότακτο και πολεμοχαρές. Αγαπούσε τις συγκρούσεις και πέρασε τη ζωή του μέσα σε μάχες. Δυο φορές κηρύχτηκε εκτός νόμου. Το 1525 ηγήθηκε της μεγάλης αγροτικής επανάστασης της Γερμανίας, που θεωρήθηκε ως η μαζικότερη εξέγερση στην Ευρώπη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, και η αυτοκρατορία τον κατήγγειλε για συμμετοχή στην ανταρσία του 1526. Κι άλλες φορές φυλακίστηκε και έλαβε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες. Πέθανε το 1562.

Ο Μπερλίχινγκερ άφησε μια αυτοβιογραφία που δίνει μια γραφική εικόνα της Γερμανίας της περιόδου εκείνης. Η βιογραφία αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε το 1731 στη Νυρεμβέργη. Διαβάζοντάς την ο Γκαίτε το 1771 δημοσιεύει το θεατρικό του έργο Gotz von Berlichingen, με το οποίο θεωρήθηκε ως ένας από τους ηγέτες του περίφημου αντιμοναρχικού-αντιφεουδαρχικού πνευματικού κινήματος «Θύελλα και ορμή», κινήματος που εμπνεόταν από τον Διαφωτισμό, τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Γκετς στο έργο αυτό ενσαρκώνει τον ήρωα αυτού του λογοτεχνικού κινήματος, τον ακέραιο τύπο που μάχεται για την πολιτική ελευθερία, που αντιτάσσεται δυναμικά στην εκφυλισμένη πραγματικότητα. Έκκληση του Γκετς στο έργο αυτό του μεγάλου Γερμανού ποιητή ήταν: «Να εργαστούμε για τη γενική ευδαιμονία».

Με τον τρόπο που εκλαμβάνει ο Γκαίτε τον Μπερλίχινγκεν, ως μια δίκαιη δύναμη, με τον ίδιο τον εκλαμβάνει, θα τολμούσα να πω, κι ο Γκάτσος, ως μια δύναμη δηλαδή αγαθή που υποστηρίζει τους λαϊκούς αγώνες, το δίκιο και την ελευθερία. Ο Ιππότης του Γκάτσου είναι ένας επαναστάτης, ένας άλλος Μπολιβάρ του ομώνυμου ποιήματος του Εγγονόπουλου (1943). Κι όπως ο Εγγονόπουλος μέσα στην ελληνολατρία του ελληνοποιεί τον Νοτιοαμερικανό επαναστάτη, έτσι κι Γκάτσος προσπαθεί να εντάξει τον Γερμανό ήρωά του στα ελληνικά δεδομένα.

Ας έρθουμε τώρα στο σώμα του ποιήματος. Οι πρώτοι δύο στίχοι αποτελούν μιαν προσφώνηση στον Ιππότη κι ευθύς εξαρχής ποιητική προσπάθεια για την ελληνοποίησή του:

Καθώς σε βλέπω ακίνητο

Με του Ακρίτα το άλογο και το κοντάρι του Άη-Γιωργιού να ταξιδεύεις στα χρόνια

Το ποίημα το απαρτίζουν τρεις ενότητες καθαρά διακεκριμένες. Η πρώτη ενότητα υποδιαιρείται σε τέσσερις υποενότητες με τον δις επαναλαμβανόμενο στίχο: Μπορώ να βάλω κοντά σου, με τον παρόμοιο: Μπορώ να βάλω λιβάδια και με τον ελάχιστα διαφοροποιημένο στίχο: Θα βάλω τώρα κοντά σου. Παραθέτω την ενότητα:

Μπορώ να βάλω κοντά σου

Σ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια

Ώσπου μια μέρα να σβυστείς κι εσύ παντοτεινά μαζί τους

Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες τη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε

Μπορώ να βάλω κοντά σου

Μια νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους

Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου

Με τον Αντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα

Με το Ποτάμι τ’ Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο

Και με τ’ Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει—

Μπορώ να βάλω λιβάδια

Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας

Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω

Μ’ ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο

Με του Πλαπούτα τ’ άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.

Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά

Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου

Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν

Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού

Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου

Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλικαριάς

Θα βάλω τώρα κοντά σου

Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού

Και τα κλεισμένα βλέφαρα

Μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.

Οι «σκοτεινές μορφές» του 4ου στίχου μάλλον πρέπει να συσχετιστούν με τον Θάνατο και τον Διάβολο (Πειρασμό) της χαλκογραφίας του Ντύρερ, μορφές-νοήματα σύμβολα του δραματικού αγώνα του ανθρώπου, ενός αγώνα που διαμορφώνει τον άνθρωπο ηθικά και κρατάει αιώνια, όσο και η ίδια η ανθρώπινη ζωή. Ακολουθεί ένα σχόλιο που αποτελεί μάλλον την πίστη του ποιητή για την Τέχνη, ότι δηλαδή είναι γέννημα της Τύχης και πως σε κάποια μελλοντική στιγμή, όταν ίσως θα συντελεστεί η «κάθαρση» στο δράμα της ζωής, θα εξαφανιστεί.

Η δεύτερη υποενότητα σχηματίζει πανέμορφες και δραστικές εικόνες που δίνουν, όχι βέβαια ένα νόημα, αλλά μιαν αίσθηση ενός επαναστατημένου, αλλά και ανεκπλήρωτου πόθου, αφού «τ’ Αστέρι του Βοριά» μέσα στην μαγική νύχτα των στίχων αυτής της υποενότητας «κλαίει» και «παγώνει».

Στην Τρίτη υποενότητα συνεχίζει, νομίζω, ο ποιητής την προσπάθειά του να εξοικειωθεί τον Ιππότη υπενθυμίζοντας δωρεές του ελληνικού ( γιατί όχι;) πολιτισμού («λιβάδια, νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας»), απαλύνοντας με τις ελληνικές ευαισθησίες («Μ’ ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο») τη σιδερένια σκληρότητα της φυλής του, ξορκίζοντας έτσι τη βία του πολέμου που ξεκίνησαν οι απόγονοι ομοεθνείς του, αντιπαραθέτοντας, ενδεικτικά μόνο, στον επεκτατισμό του Γ’ Ράϊχ τους γενναίους αγώνες, για ελευθερία των Ελλήνων ήρώων Πλαπούτα και Νικηταρά, του ελληνικού δηλαδή ιπποτισμού.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο η διαμαρτυρία εναντίον των γερμανών και η καταγγελία της άνανδρης Ναζιστικής αεροπορικής επίθεσης εναντίον της Ελλάδας την άνοιξη του 1941 ολοκληρώνεται («Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά/να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου»), καθώς ο Έλληνας ποιητής μ’ ένα σχήμα pars pro toto εκφράζει όλο τον πόνο που έφερε αυτός ο πόλεμος όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο: «Θα βάλω τώρα κοντά σου/τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού/και τα κλεισμένα βλέφαρα/μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας». Η αναφορά της Ολλανδίας εδώ αποτελεί υπόμνηση του άνανδρου επίσης βομβαρδισμού εκ μέρους των Γερμανών του Ρότερνταμ τον Μάϊο του 1940.

Η δεύτερη ενότητα, αφού αφήνει πίσω τη φρίκη του πολέμου φαντάζεται αισιόδοξα το μέλλον με πρωτεργάτη τον δίκαιο Γκετς, τον Ιππότη της Αγροτιάς):

Αυτός ο μαύρος τόπος

θα πρασινίσει κάποτε.

Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ’ αναποδογυρίσει τ’ αμάξια

Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη

Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες

Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο

Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά

Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.

Στην Τρίτη ενότητα επαναλαμβάνονται νοήματα παρόμοια μ’ εκείνα της πρώτης ενότητας, που αποτελούν κι έναν ύμνο στον επαναστάτη Ιππότη, το σύμβολο του ηρωϊκού πνεύματος, που θα ανατρέψει την ιστορία των πολέμων και της εκμετάλλευσης και θα αντικαταστήσει τα εργαλεία των πολέμων με τα εργαλεία μιας ειρηνικής ζωής:

Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν’ αντηχήσουν

Βαριά σφυριά της υπομονής

Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά

Αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω ότι σκοπός μου βέβαια δεν ήταν η mot a mot ερμηνεία αυτού του υπερρεαλιστικού άλλωστε ποιήματος, αλλά μόνο να φωτιστεί ο γενικότερος ορίζοντάς του και ειδικότερα να φανεί η προσπάθεια του ποιητή μας για ελληνοποίηση του ήρωα στα πλαίσια μια πολιτισμικής εξοικείωσής του, η ελληνική διαμαρτυρία προς τη χιτλερική βαρβαρότητα, η καταγγελία αυτής της βαρβαρότητας , η ελληνική ελπίδα πως το μαύρο τοπίο του πολέμου θα πρασινίσει και η πίστη στο μελλοντικό όραμα της ειρήνης. Αυτό το τελευταίο χρειάζεται μια δημοκρατική Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς ηγετικές εμμονές εκ μέρους των χωρών –μελών. Αυτό καθιστά το ποίημα πολύ επίκαιρο.

,

1 thought on “Νίκος Γκάτσος: Ο ιππότης και ο θάνατος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.