Νικηφόρος Φωκάς, Μέρος Β’: Η Θεοφανώ και το Άγιον Όρος

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

(Το Α’ Μέρος: Ένας θρύλος γεννιέται)

Ο αυτοκράτορας ήταν νεκρός, η αυγούστα καθηλωμένη στο κρεβάτι της λεχώνας, οι γιοί του μωρά ακόμα.  Ο θάνατος του Ρωμανού Β’ προκάλεσε σοβαρή κρίση διαδοχής στην Κωνσταντινούπολη, καθώς το κενό εξουσίας προσελκύει πάντα διεκδικητές.  Ισχυρός άνδρας στην Βασιλεύουσα ήταν ο αρχιευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας: λόγω της αναπηρίας του δεν θα μπορούσε ποτέ να χρισθεί βασιλέας, όμως προσπάθησε να διατηρήσει την εξουσία του χειραγωγώντας την αυτοκρατορική διοίκηση.

Όσο συνέβαιναν αυτά ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς επέστρεφε από τη Συρία.  Φθάνοντας στην Κωνσταντινούπολη ζήτησε να συναντήσει τον Βρίγγα για να διαπραγματευτούν, όμως σύμφωνα με ορισμένες πηγές ο ισχυρός ευνούχους προσπάθησε να τον παρασύρει για να τον συλλάβει και να τον τυφλώσει.  Ο Νικηφόρος απέφυγε την ενέδρα και συγκέντρωσε το στρατό του έξω από την Πόλη.  Ο Ιωσήφ Βρίγγας άρχισε να οργανώνει την άμυνα του και να κυνηγάει τους συγγενείς του Νικηφόρου. Ο αδελφός του, Λέων Φωκάς, διέφυγε από την Βασιλεύουσα μεταμφιεσμένος, ενώ ο γέρος πατέρας τους Βάρδας ζήτησε άσυλο στην Αγία Σοφία.  Ο Βρίγγας διέταξε στρατιώτες να πάνε να τον συλλάβουν, η παραβίαση όμως του ασύλου εξαγρίωσε τους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι βγήκαν στους δρόμους για να τον υπερασπιστούν και να τον φυγαδεύσουν. Με την Πόλη να συγκλονίζεται από βίαιες ταραχές, η δουλειά του Νικηφόρου αποδείχθηκε εύκολη: πλέον ήταν ο Βρίγγας που έτρεξε ικέτης στην Αγία Σοφία.  Όμως δεν επρόκειτο να του αναγνωριστεί το άσυλο που εκείνος είχε αρνηθεί. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν σε μοναστήρι.  Έτσι, με ελάχιστη αιματοχυσία και χωρίς να προβεί σε εκκαθαρίσεις των αντιπάλων του, ο Καππαδόκης στρατηγός μπήκε στην Πόλη κάτω από τις ζητωκραυγές του πλήθους και ο πατριάρχης Πολύευκτος τον έστεψε αυτοκράτορα.


Δεν θα βασίλευε μόνος όμως ο Νικηφόρος.  Υπήρχε στο σκηνικό η χήρα αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οι δύο μικροί γιοί της, ο Βασίλειος (που θα μείνει στην ιστορία ως Βουλγαροκτόνος) και ο Κωνσταντίνος.  Η Θεοφανώ ήταν γυναίκα ταπεινής καταγωγής, κόρη ενός ταβερνιάρη από τη Σπάρτη. Είχε γοητεύσει τον νεαρό Ρωμανό Β’, που την παντρεύτηκε παρά τις αντιδράσεις του πατέρα του, Κωνσταντίνου Ζ’. Η Θεοφανώ έχει κατηγορηθεί για τον θάνατο και του πεθερού και του συζύγου της, αν και δεν υπάρχουν καθοριστικά στοιχεία.  Βλέποντας τον Νικηφόρο κυρίαρχο της Πόλης, η Θεοφανώ του προσέφερε το χέρι της, με την προϋπόθεση να σεβαστεί τα δικαιώματα των γιων της στο θρόνο.  Ο Νικηφόρος δέχθηκε την πρόταση.  Ο πατριάρχης Πολύευκτος όμως προσπάθησε να εμποδίσει αυτόν τον γάμο, με την αιτιολογία πως ο στρατηγός ήταν νονός ενός από τα παιδιά της. Το πρόβλημα παρακάμφθηκε όταν ο Νικηφόρος εμφάνισε μάρτυρες που βεβαίωσαν πως ο πατέρας του, και όχι εκείνος, είχε γίνει ανάδοχος των πριγκίπων.  Ο γάμος του Νικηφόρου και της Θεοφανούς, παρ¨ότι έχει περιβληθεί από αρκετές ρομαντικές ιστορίες, έμεινε κατά πάσα πιθανότητα λευκός.  Ο ασκητικός στρατηλάτης δεν καταδεχόταν καν το συζυγικό κρεβάτι: κοιμόταν στο πάτωμα, πάνω σε δέρματα ζώων.


Υπήρξε όμως άλλος ένας που αντέδρασε στη στέψη του Νικηφόρου: ήταν ένας καλόγερος, ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης. Ο Αθανάσιος ήταν για χρόνια ο πνευματικός καθοδηγητής του Νικηφόρου και τον προετοίμαζε για μοναχό.  Από την άλλη ο στρατηγός έπεισε τον Αθανάσιο να ιδρύσει μία μονή στη χερσόνησο του Άθω, με την προοπτική πως σύντομα θα ερχόταν να τον συναντήσει και να μονάσουν μαζί. Η μονή αυτή δεν είναι άλλη από την Μέγιστη Λαύρα, την πρώτη του Αγίου Όρους. Με την στέψη του Νικηφόρου και ακόμη περισσότερο με το γάμο του, φάνηκε καθαρά πως δεν σκόπευε να κρατήσει την υπόσχεση του. Απογοητευμένος ο Αθανάσιος άφησε τον Άθω με την μονή ακόμη μισοτελειωμένη, πήρε μερικούς ακολούθους του και έφυγε πρώτα για την Άβυδο και ύστερα για την Κύπρο, στέλνοντας παράλληλα μια πολύ αυστηρή επιστολή στον Νικηφόρο. Ο αυτοκράτορας πικράθηκε από την αντίδραση του αγίου και έστειλε απεσταλμένους να ψάξουν να τον βρουν. Πληροφορούμενος ο Αθανάσιος πως η μοναστική του κοινότητα στον Άθω βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση και ότι ο μαθητής του τον αναζητούσε, αποφάσισε να επιστρέψει.  Αθανάσιος και Νικηφόρος συναντήθηκαν σε κλίμα συγκίνησης και συμφιλιώθηκαν.


Ο άγιος είχε κάνει ό,τι μπορούσε για βγάλει τον στρατηγό από τον ελκυστικό αλλά και επικίνδυνο δρόμο της πολιτικής.  Πλέον, ο αυτοκράτορας βρισκόταν στα χέρια του Θεού.  Το έτος είναι 963, και η βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά μόλις αρχίζει.


(συνεχίζεται)


*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.