Οθωμανοί Τούρκοι: Από περιθωριακό μπεηλίκι, παγκόσμια Αυτοκρατορία (13ος -16ος Αιώνας μ. Χ.)

γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος 

Πρόλογος

Στα μέσα του 13ου αιώνα, μία ακόμη τουρκική φατρία αποτελούμενη από 400 σκηνές , έφτανε στη Μικρά Ασία και με την συναίνεση της Σελτζουκικής αρχής , κατασκήνωνε στη περιοχή του Εσκή Σεχήρ (Δορύλαιο), πλησίον του Σαγγάριου ποταμού, έχοντας το ελεύθερο να χρησιμοποιούν ως βοσκοτόπια τις γύρω περιοχές. Η φατρία είχε επικεφαλής τον Ερτογρούλ και αρχικά  λόγω και της πολιτικής σταθερότητας, διαβίωνε ειρηνικά πουλώντας κτηνοτροφικά κατά βάση προϊόντα. Ο Ερτογρούλ είχε τρεις υιούς , τον Οσμάν , τον Γκιουντούζ και τον Σαρή – Γιατή και μετά τον θάνατο του, η ίδια η φυλή εξέλεξε νέο αρχηγό τον Οσμάν.                                                          

Αν και οι ηγετικές ικανότητες του Οσμάν , άρχισαν σταδιακά να ξεδιπλώνονται, κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί την τεράστια εξάπλωση που θα πετύχαινε ο ίδιος και οι απόγονοι της δυναστείας του. Ο Οσμάν έδωσε και το όνομα του στη δυναστεία, επειδή πρώτος αυτός γύρω στο 1290 αποφάσισε να αρχίσει ανταγωνιστική πολιτική δραστηριότητα βάζοντας τις βάσεις για την δημιουργία κρατικής οντότητας. Την εποχή εκείνη το Σελτζουκικό κράτος συγκλονιζόταν από εσωτερικές εξεγέρσεις (είτε απείθαρχων Τουρκομάνων, είτε κυβερνητικών αξιωματούχων) αλλά και Μογγολικές επιθέσεις που του έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα .Οι αναταραχές αποδιοργάνωσαν το εμπόριο, προκάλεσαν αύξηση των φόρων αλλά και δυναστικές έριδες. Τελική συνέπεια η πολυδιάσπαση του Σελτζουκικού κράτους σε αρκετά μικρότερα μουσουλμανικά Μπεηλίκια (ή Εμιράτα).  Ένα από αυτά ήταν και των Οθωμανών, η εξέλιξη του οποίου ήταν τεράστια.

Μάλιστα ως το 1517 με την κατάλυση του Μαμελουκικού καθεστώτος στην Αίγυπτο και την παράλληλη κατάληψη αρκετών Αραβικών περιοχών είχε εξελιχθεί σε μια τεράστια αυτοκρατορία θεματοφύλακα των Ισλαμικών αξιών, με σύνορα από τον Δούναβη, έως τις περιοχές των Σαφαβιδών (σημερινό Ιράν ) και την Αίγυπτο.

Ποιοι όμως θα μπορούσαν να είναι οι βασικοί λόγοι της τεράστιας αυτής επέκτασης ; 

Η δημιουργία του Οθωμανικού κράτους

Αν και τα Οθωμανικά χρονικά (όλα μεταγενέστερα) , αναφέρουν την περιοχή του Σογιούτ (Σαγουδάους) ως αρχική κοιτίδα εγκατάστασης, αυτό μάλλον δεν αληθεύει γιατί στα μέσα του 13ου αιώνα, οι περιοχές δυτικά του Σαγγάριου ανήκαν ακόμη στην Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Για το λόγο αυτό ιστορικοί (όπως ο Αρνάκης) θεωρούν ότι η αρχική εγκατάσταση της φατρίας του Ερτογρούλ, πρέπει να έγινε στην περιοχή του Δορύλαιου που σύμφωνα και με μαρτυρίες ήταν ήδη εγκαταλελειμμένη, αλλά και κατάλληλη για νομαδική ζωή. Η μετατόπιση της φατρίας βορειότερα προς την περιοχή του Σογιούτ, πρέπει να έγινε αργότερα όταν άρχισε να γίνεται αντιληπτή η εμφανής αδυναμία ή απροθυμία της Κωνσταντινούπολης να υπερασπιστεί τα μικρασιατικά εδάφη.

Αρχικά οι επιδρομές των λιγοστών Οθωμανών πρέπει να είχαν ληστρικό χαρακτήρα σταδιακά όμως αποκτούσαν στοιχεία μόνιμης επέκτασης και εγκατάστασης. Οι επιθέσεις  είχαν ως αποτέλεσμα την αντίδραση των ντόπιων διοικητών, όμως η πρώτη τακτική μάχη στον Βαφέα (νότια της Νικομήδειας) το 1301 , ανέδειξε νικητή τον Οσμάν, γεγονός που αύξησε σημαντικά το γόητρο του, αποτελώντας στην ουσία και την αρχή της κρατικής οντότητας. Όμως ο Οσμάν (στη συνέχεια και οι απόγονοι του), έδειξε και σωστό πολιτικό ένστικτο ισορροπώντας με επιτυχία μέσα σε ένα εξαιρετικά ρευστό και ευμετάβλητο περιβάλλον. Το ολιγάριθμο των πολεμιστών καθιστούσε αναγκαία την προσέλκυση εθελοντών μαχητών της πίστης ( Γαζά), παράλληλα όμως κρινόταν αναγκαίος και ο έλεγχος τους.

Έτσι αποφασίστηκε η προσέγγιση τόσο με τους επικεφαλής των πολεμιστών, όσο και με τους Δερβίσηδες Θεολόγους αλλά και τους Αχήδες αρχηγούς ηθικοθρησκευτικών ταγμάτων και συντεχνιών που ασκούσαν σημαντική επιρροή στο λαό. Ως εκ τούτου όπου κρινόταν αναγκαίο δίνονταν σε Δερβίσηδες εκτάσεις (βακούφια) για τις οποίες είχαν και σημαντικές φοροαπαλλαγές, ενώ σύμφωνα με την παράδοση ο ίδιος ο Οσμάν, νυμφεύθηκε την κόρη ενός σημαντικού δερβίση. Όμως παρότι  η επέκταση της επικράτειας τους ήταν προτεραιότητα, ο Οσμάν αντιλήφθηκε ότι ήταν εξίσου σημαντική και η στερέωση της εξουσίας του. Για το λόγο αυτό δεν δίσταζε να συνάπτει ακόμη και συμμαχίες με ντόπιους χριστιανούς  διοικητές, γεγονός το οποίο όχι μόνο τον βοήθησε στην επέκταση του κράτους του, αλλά και στην ευκολότερη ενσωμάτωση των αλλόθρησκων υπηκόων.

Στο χρονικό του Γιαχσί- Φακίχ, γίνεται εκτενής λόγος για τις καλές σχέσεις που αρχικά διατηρούσε με τον Τεκβούρ (διοικητή) του Μπιλετζίκ (Βηλόκωμα), αλλά και το ότι στα πρώτα βήματα, βοηθήθηκε σημαντικά από ένα ακόμη ντόπιο τεκβούρ, τον Κιοσέ Μιχάλ. Επίσης δεν δίστασε να παντρέψει τον υιό του Ορχάν με την κόρη ενός ακόμη χριστιανού άρχοντα της περιοχής, γεγονός που συνέβαλλε στην επιστροφή αρκετών χωρικών που λόγω της χαοτικής κατάστασης είχαν αποχωρήσει … Για εκείνον ήταν σημαντική και η διαμόρφωση καλής φήμης για την επικράτεια του. Έτσι φρόντιζε να επιβαρύνει τους υπηκόους του μόνο με τους αναγκαίους φόρους και αγγαρείες, ενώ παράλληλα επεδίωκε τη διατήρηση καθεστώτος ασφάλειας και ηρεμίας.

Σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, έμπορος από το βυζαντινό (έως το 1303) ακόμη Βηλόκωμα (Μπιλετζίκ) πήγε να πουλήσει πήλινα σκεύη στο παζάρι του Εσκή Σεχίρ (Δορύλαιο). Ένας Μουσουλμάνος από το γειτονικό μπεηλίκι του Γκερμιγιάν αρνήθηκε να πληρώσει και ο χριστιανός έμπορος δεν δίστασε να παραπονεθεί στον Οσμάν , που ανάγκασε τον Μουσουλμάνο να πληρώσει τα οφειλόμενα . (Ελισάβετ Ζαχαριάδου , “ Ιστορία και θρύλοι των πρώτων Σουλτάνων “ Χρονικό των Γιαχσί Φακίχ-Ασίκ Πασά Ζαντέ , Σελ. 139). 

Τα χαρακτηριστικά αυτά διατηρήθηκαν ακόμη και όταν οι Οθωμανοί επεκτάθηκαν στην Ευρώπη. Σύμφωνα με πηγές, στα μέσα του 14ου αιώνα ένας αγρότης στο Σερβικό καθεστώς του Δουσάν ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει αφιλοκερδή εργασία στον ισχυρό της περιοχής του δύο μέρες την εβδομάδα, γεγονός που οι Οθωμανοί (με την ύπαρξη και πιθανών υπερβασιών βέβαια) περιόρισαν σε τρεις μέρες το χρόνο. (Χαλίλ Ιναλτζίκ “ Η Οθωμανική αυτοκρατορία 1300-1600 “ Σελ. 32).

Κάτι αντίστοιχο υπήρχε και στον ελλαδικό χώρο, όπου οι πάροικοι εκτός των φόρων , ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν υποχρεωτικά εργασία στον αφέντη από δώδεκα  έως και πενήντα δύο ημέρες το χρόνο. Σε αρκετές περιοχές προσφερόταν τρεις φορές το χρόνο και ένα μικρό δώρο το κανίσκιον (καλαθάκι με ψωμί, κρασί, κοτόπουλα κλπ) (Αγγελική Λαίου “ Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή “Σελ. 242).

Πάντως και στο Οθωμανικό κράτος οι αλλόθρησκοι υπήκοοι, δεν έπαυαν να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ενώ οι εξισλαμισμοί ήταν συνεχείς και αθρόοι. Το γεγονός αυτό οφειλόταν σε αρκετές αιτίες όπως τους συνεχείς εποικισμούς με νέα μουσουλμανικά φύλα, την ύπαρξη θεσμών όπως τα τάγματα δερβίσηδων και το σώμα των γενίτσαρων, στην οικονομική ενίσχυση των ισλαμικών ιδρυμάτων μέσω των οποίων ασκείτο συνεχής πίεση στους αλλόθρησκους να ασπασθούν το Ισλάμ, αλλά και στην παρουσία μυστικιστικών ταγμάτων που με τον ετερόδοξο λόγο τους προσέγγιζαν με μεγαλύτερη επιτυχία την χριστιανική κοινότητα.

Έτσι τον 16ο αιώνα οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας, αποτελούσαν μόλις το 8% του πληθυσμού, ενώ οι αλλαξοπιστίες στα Βαλκάνια, ανάγκασαν τον Σουλτάνο Μεχμέτ Β’ να βγάλει φιρμάνι το 1474, αναφέροντας ότι οι εξισλαμισμοί  έπρεπε να ακολουθούν όλους τους τύπους και τα προβλεπόμενα της θρησκείας. Οι Οθωμανοί στα πρώτα τους βήματα ευνοήθηκαν και από το γεγονός ότι η πλειοψηφία του βυζαντινού μικρασιατικού πληθυσμού παρέμενε κατά πλειοψηφία συναισθηματικά δεμένη με την προηγούμενη δυναστεία των Λασκαριδών, γεγονός που δυσαρεστούσε την ηγετική κλίκα της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα έριχνε μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα στον δυτικό κίνδυνο, που ήταν μεν υπαρκτός , όμως δεν απειλούσε την ίδια της την ύπαρξη όπως ο κίνδυνος εξ ανατολών…

Το γεγονός αυτό όχι μόνο συνετέλεσε στην εύκολη κατάκτηση της περιοχής αλλά και στην γρήγορη εδραίωση της Οθωμανικής εξουσίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ελισάβετ Ζαχαριάδου : “ Κάτω από τις συνθήκες αυτές ο μικρασιατικός πληθυσμός με εχθρική δυσπιστία προς την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, δεν υποστήριξε τις λίγες και ισχνές απόπειρες που ο Μιχαήλ Η’ και κυρίως ο διάδοχος του Ανδρόνικος Β’ οργάνωσαν για να απωθήσουν τους Τούρκους. Οι αυτοκράτορες πάλι από την πλευρά τους ανησυχούσαν και κάποτε δικαιολογημένα , μήπως εξελιχτούν σε επαναστατικά κινήματα οι διάφορες προσπάθειες που γίνονταν σε τοπική βάση για οργάνωση εναντίον του εχθρού. Για το λόγο αυτό δεν τις υποστήριζαν. Όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο αποξενωνόταν ο πληθυσμός, ενώ σταδιακά στην αρνητική διάθεση προστίθετο και η αίσθηση πως η αυτοκρατορική εξουσία ήταν ανίκανη να αντιμετωπίσει την τουρκική προέλαση . (Ελισάβετ Ζαχαριάδου “ Ιστορία και θρύλοι των πρώτων Σουλτάνων “ Σελ. 105).

Έτσι οι Οθωμανοί  ειδικά μετά την νικηφόρα μάχη του Βαφέα το 1301 άρχισαν να αποσπούν, ουσιαστικά χωρίς αντίσταση την μια μετά την άλλη τις εναπομείνασες μικρασιατικές πόλεις της αυτοκρατορίας, με αποκορύφωμα το διάστημα 1325-1340 όταν και  πρόσθεσαν (ειρηνικά με παράδοση) στο κράτος τους τις τρεις μεγάλες πόλεις της Βιθυνίας, Προύσα (1326) , Νίκαια (1331) και Νικομήδεια (1337). Έχοντας αποκτήσει αξιόλογη ισχύ άρχισαν να ακολουθούν επεκτατική πολιτική και εναντίον των ομοθρήσκων τους εμιράτων σε κάποιες περιπτώσεις και με φανατισμό. Για παράδειγμα η εχθρότητα με το μουσουλμανικό μπεηλίκι του Γκερμιγιάν υποδαυλιζόταν και από την αντιπαλότητα που υπήρχε ανάμεσα στον οίκο του Γκερμιγιάν και τους συμμάχους των Οθωμανών δερβίσηδες Μπαμπάι αφού οι πρώτοι είχαν βοηθήσει τους κυρίαρχους τότε Σελτζούκους να καταπνίξουν το κίνημα του 1239-1241 επικεφαλείς του οποίου ήταν οι Μπαμπάι , μετέπειτα σύμμαχοι των Οθωμανών.  (Κεμάλ Καφαντάρ , Η κατασκευή του Οθωμανικού κράτους , Σελ.242). Περί τα μέσα του 14ου αιώνα , το Οθωμανικό κράτος θεωρείτο ήδη ένα ισχυρό κράτος  με δικό του νόμισμα, απείχε όμως αρκετά από το να θεωρείται κυρίαρχη δύναμη.

Η μετατροπή του κράτους σε  αυτοκρατορία

Ο ιδρυτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Οσμάν 

Τότε παρουσιάστηκαν ορισμένες μεγάλες ευκαιρίες που οι Οθωμανοί εκμεταλλεύτηκαν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στο γειτονικό μπεηλίκι του Καρασί (το οποίο έλεγχε και τα στενά των Δαρδανελίων) παρουσιάστηκαν δυναστικές επιπλοκές όταν με το θάνατο του Εμίρη, τα δύο παιδιά του άρχισαν να διεκδικούν το καθένα για λογαριασμό του την εξουσία. Όταν η μία πλευρά έβλεπε ότι ηττάτο, προσέγγισε την Οθωμανική αυλή που φυσικά ανταποκρίθηκε με ευχαρίστηση. Έτσι και με την έσω υποστήριξη οι Οθωμανοί , κατάφεραν να υποτάξουν το γειτονικό εμιράτο, ενσωματώνοντας το στην επικράτεια τους.

Παράλληλα εξέλιπε ίσως ο πλέον φιλόδοξος και επικίνδυνος αντίπαλος των Οθωμανών, ο Εμίρης του Αιντίν. Αυτός λόγω της πειρατικής του δράσης, είχε εμπλακεί σε ένα σκληρό αγώνα με τους Σταυροφόρους για την κατοχή της Σμύρνης, με τελική κατάληξη τον θάνατο του 1348 και την παρακμή του Εμιράτου. Όμως η πλέον ευνοϊκή συγκυρία για τους Οθωμανούς, ήταν οι συνεχιζόμενοι εμφύλιοι που μάστιζαν το Βυζαντινό κράτος, γεγονός που αποδιοργάνωσε κάθε σύστημα αμύνης, δίνοντας την δυνατότητα σε χιλιάδες μουσουλμάνους πολεμιστές αρχικά ως μισθοφόρους και στη συνέχεια ως κατακτητές να περάσουν στα ευρωπαϊκά εδάφη. Η εύκολη υποταγή κατ’ αρχή των θρακικών εδαφών, ευνοήθηκε τα μέγιστα από την πολιτική αλλά και την βαθειά κοινωνική κρίση που μάστιζε το Βυζαντινό κράτος αλλά και από τον ρόλο που διαδραμάτιζαν οι θρησκείες στα εσωτερικά των κρατών τους.

Έτσι ενώ στο Οθωμανικό κράτος, οι διάφοροι δερβίσηδες ξεσήκωναν τον κόσμο για μια ενεργητική και επιθετική πολιτική, οι αντίστοιχοι επικεφαλής της χριστιανικής εκκλησίας ακολουθούσαν μια μοιρολατρική και παθητική πολιτική εμποδίζοντας σε αρκετές περιπτώσεις , ακόμη και αναιμικές προσπάθειες αναχαίτισης των Οθωμανών. Το 1367 ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ ζήτησε από τον Πατριάρχη Φιλόθεο να του παραχωρήσει δύο χωριά  ώστε να μπορέσει να μοιράσει τη γη και τα εισοδήματα τους σε στρατιώτες ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους. Ο Πατριάρχης αρνήθηκε με τον αυτοκράτορα να αντιπροτείνει να του δοθούν τα χωριά αυτά με τους ίδιους όρους που θα δίνονταν σε άλλους , όμως ο Πατριάρχης αρνήθηκε εκ νέου…(Αγγελική Λαΐου “ Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή “ Σελ.289).

Το 1371 ο Μανουήλ Παλαιολόγος ως δεσπότης Θεσσαλονίκης, προσπαθώντας να ενισχύσει την άμυνα, απαλλοτρίωσε αρκετά μοναστηριακά κτήματα, για να δοθούν ως πρόνοιες σε στρατιώτες, γεγονός που όμως προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης , Ισίδωρου Γλαβά.(Απόστολου  Βακαλόπουλου “ Ιστορία του Νέου Ελληνισμού “ Τόμος Α΄). Το 1391 υπήρξε πρόσκληση του Μητροπολίτη Αθηνών, Μακάριου προς τους Τούρκους , για την οποία μάλιστα κλήθηκε σε απολογία το 1394 από τον Πατριάρχη Αντώνιο…(Παύλου Καλλιγά “ Λασκαρίδαι –Παλαιολόγοι 1204-1453 “ Σελ.596). Η εξάπλωση των Οθωμανών ευνοήθηκε και από τον κατακερματισμό των Βαλκανικών κρατών και ιδιαίτερα της Σερβίας (μετά το θάνατο του Στέφανου Δουσάν το 1355) , αλλά και από την έλλειψη πολιτικής οξυδέρκειας των βαλκάνιων ηγετών…

Η πρώτη σημαντική μάχη που τους στερέωσε στα θρακικά εδάφη και τους επέτρεψε να επεκταθούν ταχύτατα στη Μακεδονία ήταν στο Τσερνομιάνο του Έβρου το 1371. Πριν την μάχη ο Σέρβος τοπάρχης των Σερρών , Ουγγλέσης, προσπάθησε να δημιουργήσει μια Ορθόδοξη συμμαχία. Απευθύνθηκε στην πολιτική και θρησκευτική ηγεσία της Κωνσταντινούπολης, υποσχόμενος μεταξύ άλλων την αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης στη δική του επικράτεια. Όμως οι ενέργειες του δεν συνάντησαν ανταπόκριση και ο μόνος που έσπευσε να τον βοηθήσει ήταν ο αδερφός του Βουκάσιν…(Αλέξης Σαββίδης , Σελίδες από την βαλκανική αντίδραση στην Οθωμανική επέκταση).

Την ίδια ατυχή κατάληξη είχε και η πρόταση του Κατακουζηνού, στους Βουλγάρους για από κοινού δημιουργία ναυτικής δύναμης… “Ο Αλέξανδρος εκ Βουλγαρίας πολλά εμήνυσε δια τας απροσδοκήτους των Τούρκων επιδρομάς, εις α ο Κατακουζηνός απήντησεν εντέχνως, ως ήτο εις αυτόν ίδον ότι πρέπει να συνεισφέρη χρήματα επί καταρτισμώ στόλου, προς φρούρησιν της θαλάσσης. Εν άλλαις λέξεσιν εξέφραζεν ότι προς απαλλαγήν από των Τούρκων απαιτείται ιδία δύναμις , ουδ’ έστιν άλλως θεραπεία. Ο Αλέξανδρος υπεσχέθη αλλά μετολίγον ηρνήθη “. ( Παύλου Καλλιγά “Λασκαρίδαι – Παλαιολόγοι 1204-1453 “ Σελ. 509).

Αλλά ακόμη και τον 15ο αιώνα, οι βαλκανικές δυνάμεις , εξακολουθούσαν να τραβάει η κάθε μία τον δικό της δρόμο. Έτσι ο Σέρβος δεσπότης Μπράνκοβιτς, κοιτάζοντας τα δικά του συμφέροντα δεν έλαβε μέρος,  με τους 8.000 στρατιώτες του στη μάχη της Βάρνας το 1444, γεγονός που αν συνέβαινε θα έγερνε πιθανότατα την πλάστιγγα υπέρ των συμμαχικών χριστιανικών δυνάμεων. (Αλέξης Σαββίδης , Σελίδες από την βαλκανική αντίδραση στην Οθωμανική επέκταση).

Εξίσου σημαντική για την επέκταση των Οθωμανών στην Ευρώπη, ήταν και το γεγονός ότι  οι ναυτικές δυνάμεις της Βενετίας και της Γένοβας βρίσκονταν σε μια συνεχή αντιπαράθεση που συνεχιζόταν και μετά την εισβολή των Οθωμανών στην Ευρώπη. Ήδη από το 1352 οι Οθωμανοί είχαν υπογράψει συνθήκη με την Γένοβα, ενώ την στιγμή κατάληψης της Καλλίπολης το 1354 , οι δύο ιταλικές ναυτικές δυνάμεις βρίσκονταν σε πόλεμο , μεταξύ άλλων και για τον έλεγχο του εμπορίου της Μαύρης Θάλασσας…

Η εξάπλωση των Οθωμανών στα Βαλκάνια τους καθιστούσε τοπική υπερδύναμη , τότε όμως βγήκαν στην επιφάνεια εσωτερικά προβλήματα τα οποία αντιμετώπισαν με επιτυχία, γεγονός που τους επέτρεψε να συνεχίσουν την εξάπλωση τους, τόσο στα Βαλκάνια, όσο και στη Μικρασία όπου μέχρι το 1390 είχαν ενσωματώσει τα περισσότερα Μπεηλίκια. Όπως επισημαίνει ο Απόστολος Βακαλόπουλος :“ Οι Οθωμανοί συνέχισαν να εξυφαίνουν και να εφαρμόζουν κατακτητικά σχέδια, πρακτικοί όμως λόγοι συνηγορούσαν στην οργάνωση της επικράτειας περισσότερο, παρά στην περαιτέρω εξάπλωση της. Οι Οθωμανοί Σουλτάνοι είχαν ήδη γίνει κύριοι μιας εκτεταμένης αυτοκρατορίας, στην οποία οι Οθωμανοί δεν αποτελούσαν συχνά την πλειονότητα. Οι Κεντρόφυγες δυνάμεις, που ήταν αποτέλεσμα των συνεχών επιχειρήσεων και της επεκτάσεως των ορίων της επικράτειας, απειλούσαν όχι μόνο τον αυστηρό έλεγχο εκ μέρους του Σουλτάνου, αλλά και την ίδια την ασφάλεια της νεοσύστατης αυτοκρατορίας. Υπήρχε ήδη ανάγκη συμπήξεως οργανωμένου κράτους.

Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν να γίνουν οι νομάδες αγρότες, οι γαζήδες τοπάρχες και οι αλλόφυλοι και  αλλόθρησκοι υποτελείς να κυβερνηθούν με τον αποτελεσματικότερο και αποδοτικότερο τρόπο. Επιπλέον στην κορυφή της κρατικής ιεραρχίας ήταν απαραίτητο να βρίσκεται ο ίδιος ο Σουλτάνος ως απόλυτος δυνάστης και να στηρίζεται σε δυνάμεις αποκλειστικά αφοσιωμένες στο πρόσωπο του.(Εκδοτική Αθηνών Τόμος Ι, Σελ. 28, επιμέλεια Απόστολος Βακαλόπουλος ).        Μέσα στο πλαίσιο αυτό εφαρμοζόταν με συνέπεια ο θεσμός της Μονογονίας (κωδικοποιήθηκε επίσημα από τον Μεχμέτ Β’), ιδρύθηκε το σώμα των Γενίτσαρων, αλλά και προκρίθηκε η λειτουργία ενός συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης.

Αναφορικά με την διαδοχή, το μοίρασμα των εκτάσεων σε συγγενείς του ηγεμόνα ήταν καθιερωμένη συνήθεια στα μουσουλμανικά μπεηλίκια. Όμως το γεγονός αυτό οδηγούσε συχνά σε εμφύλιες συρράξεις, αφού μπορεί ο νέος ηγεμόνας να ήταν αρχηγός του κράτους όμως και οι άλλοι κληρονόμοι είχαν δικές τους αρμοδιότητες και φιλοδοξίες. Οι Οθωμανοί φρόντισαν από την πρώτη κιόλας διαδοχή να μην δημιουργηθούν τέτοια προβλήματα στο κράτος τους. Σύμφωνα με το χρονικό του Γιαχσί Φακίχ, όταν ο Οσμάν πέθανε, ο Ορχάν πρότεινε την αρχηγία στον αδερφό του Αλαεντίν, όμως εκείνος αρνήθηκε προτιμώντας την ζωή του Δερβίση και περιστασιακά του Συμβούλου.

Ανεξάρτητα του κατά πόσο η ιστορία είναι αληθινή, γεγονός είναι ότι η διαδοχή ήταν ομαλή και η κληρονομιά του Ορχάν δεν αμφισβητήθηκε και αυτό συνεχίστηκε και στις επόμενες διαδοχές , έστω και αν σταδιακά άρχισε να γίνεται συνήθεια και η φυσική εξόντωση κάθε συγγενούς που μπορεί να είχε αξιώσεις ή δικαιώματα στο θρόνο.

Σπαχής

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα όσα συνέβησαν κατά την διάρκεια της μάχης του Κοσσυφοπεδίου το 1389.  Ένας Σέρβος ευγενής σκότωσε τον Σουλτάνο Μουράτ. Τότε ένας εκ των υιών του, ο Βαγιαζήτ αφού με αστραπιαίες ενέργειες αναγορεύτηκε Σουλτάνος, διέταξε την άμεση δολοφονία του αδερφού του Γιακούμπ την ώρα μάλιστα που αυτός πολεμούσε ακόμη τους Σέρβους. “ Από την μεριά του Γιακούμπ Τσελεμπί οι άπιστοι στο μεταξύ είχαν ηττηθεί. Πήγαν και του είπαν : “ Έλα σε θέλει ο πατέρας σου “. Μόλις πήγε , του έκαναν αυτό που είχαν κάνει και στον πατέρα του … “.( Ελισάβετ Ζαχαριάδου “  Χρονικό Γιαχσί Φακίχ – Ασίκ Πασά Ζαντέ “ , Σελ. 209).

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και μετά την μάχη της Άγκυρας το 1402 και την ήττα από τους Μογγόλους, μοναδικός στόχος όλων ανεξαιρέτως των υιών του Βαγιαζήτ Α’ , ήταν να αποκτήσουν τον έλεγχο ενός αδιαίρετου Βασιλείου…Η σταδιακή μετατροπή του κράτους σε αυτοκρατορία και του Οθωμανού μπέη σε Σουλτάνο έφερε στο προσκήνιο νέες κοινωνικές ομάδες που άρχισαν να πλαισιώνουν τον κρατικό μηχανισμό, γεγονός που δημιούργησε αντιδράσεις των ομάδων, που έως τότε είχαν το μονοπώλιο της εύνοιας του Σουλτάνου. 

Μία τέτοια αντίδραση φαίνεται (οι λιγοστές πηγές δεν είναι ξεκάθαρες) ότι υπήρξε και του Χατζί Ιλμπεγκί , ενός Γαζή πολεμιστή , από το εμιράτο του Καρασί, που συνέχισε να πολεμά για λογαριασμό των Οθωμανών συμβάλλοντας τα μέγιστα στην κατάκτηση του Διδυμότειχου και της Αδριανούπολης. Ο Χατζί Ιλμπεγκί, ως εκφραστής της δυσαρέσκειας μερίδας πολεμιστών, στασίασε γύρω στο 1371 όμως η ανταρσία κατεστάλη με ιδιαίτερη σκληρότητα …Οι κίνδυνοι τέτοιου είδους απειλών, καθιστούσαν αναγκαία την επιβολή ενός απόλυτα συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης αλλά και την δημιουργία ενός νέου στρατιωτικού σώματος αφοσιωμένου αποκλειστικά στο Σουλτάνο. Έτσι μετά τα μέσα του 14ου αιώνα αποφασίζεται η ίδρυση του σώματος των Γενίτσαρων (νέου στρατού), αρχικά από αιχμαλώτους πολέμου και στη συνέχεια με παιδομάζωμα (ντεβσιρμέ), με κύριο στόχο την ισχυροποίηση της Οθωμανικής δυναστείας και την διατήρηση της κρατικής συνοχής.

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιτροπές περιόδευαν στα χωριά , παίρνοντας (από χριστιανικές οικογένειες) τα ποιο εύρωστα και γερά παιδιά τα οποία στη συνέχεια παραλαμβάνονταν από τους εκπαιδευτές. Πρώτο μέλημα αυτών ήταν να τους εμφυσήσουν την ιδέα ότι μέγιστο καθήκον τους ήταν η πλήρης υποταγή και πίστη στο Σουλτάνο και ότι ο θάνατος για εκείνον ήταν ευλογία.  Όμως από εκεί και πέρα υπήρχε μια πολυετής εκπαίδευση  με αρκετές βαθμίδες και ξεδιαλύματα στο πέρας της οποίας οι Γενίτσαροι που πληρούσαν τις προϋποθέσεις και ανάλογα με την κλίση τους προωθούνταν στο στρατό ή την διοίκηση. Έτσι οι Γενίτσαροι έγιναν πιστοί υποστηρικτές του Σουλτάνου, αφού χάνοντας από μικρά την επαφή με το οικογενειακό τους περιβάλλον και μένοντας υποχρεωτικά άγαμοι μοναδικός τους δεσμός και στήριγμα ήταν ο Οίκος του Οσμάν .

Την ίδια εποχή οι Οθωμανοί προχωρούσαν στη δημιουργία ενός ποιο εξελιγμένου και συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης. Μία βασική παράμετρος αυτού ήταν ο διαχωρισμός της στρατιωτικής και διοικητικής τάξης από τον υπόλοιπο πληθυσμό που μετατρεπόταν σε ραγιάδες (φορολογούμενοι υπήκοοι) και η εφαρμογή ενός τιμαριωτικού συστήματος μέσα από το οποίο επιτυγχανόταν η απρόσκοπτη είσπραξη των φόρων η δημιουργία και συντήρηση ενός ισχυρού και καλογυμνασμένου στρατού, αλλά και η αποτροπή αυθαιρεσιών. Έτσι σε αντίθεση με τα φεουδαρχικά συστήματα του Βυζαντίου ή της δύσης , οι εκτάσεις εκτός από ορισμένες  που ανήκαν σε ιδρύματα (Βακούφια) ή ιδιώτες (Μούλκια), ανήκαν στο Σουλτάνο (Μιρί). Κάθε περιοχή ανάλογα με τις εισοδηματικές πηγές της ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει συγκεκριμένο φόρο. Οι εκτάσεις (τιμάρια) χωριζόντουσαν σε δύο είδη . Εκείνες που ανήκαν κατευθείαν στο Σουλτάνο και σε διάφορους αξιωματούχους και οι υπόλοιπες (αρχικά οι περισσότερες ) που είχαν υπεύθυνο ένα Σπαχή. Οι Σπαχήδες ήταν το ιππικό και η βασική στρατιωτική μονάδα των Οθωμανών έως το τέλος του 16ο αιώνα.. Βασικό τους μέλημα  η ευθύνη της επίβλεψης των περιοχών τους και η συγκέντρωση των εσόδων σε είδος. Αφού τα μετέτρεπαν σε χρήμα, κρατούσαν το απαραίτητο ποσό για την συντήρηση των ίδιων και του πολεμικού εξοπλισμού τους, αποδίδοντας το υπόλοιπο στο κράτος.

Το δικαίωμα των Σπαχήδων ήταν κληρονομικό, ενώ για κάθε τρεις χιλιάδες άσπρα (το βασικό νόμισμα της εποχής) ήταν υποχρεωμένοι  να συνεισφέρουν ένα ακόμη εξοπλισμένο καβαλάρη (Οι Σπαχήδες το 1475 υπολογιζόντουσαν σε 39.000) . (Χαλίλ Ιναλτζίκ “ Η Οθωμανική αυτοκρατορία 1300-1600 “ Σελ. 189-190). Με αυτό τον τρόπο το κράτος εξασφάλιζε την νομιμοφροσύνη των περιοχών και τον απαραίτητο αριθμό στρατιωτών και εσόδων. Το σύστημα αυτό είχε αρκετές ομοιότητες με τον Βυζαντινό θεσμό της πρόνοιας, όμως σε αντίθεση με τους προκατόχους τους, οι Οθωμανοί προνόησαν το δικαίωμα επικαρπίας να μην μετατραπεί σε εκχώρηση ιδιοκτησίας, γεγονός που θα είχε δυσάρεστες συνέπειες για τα έσοδα τους, αλλά και την ισχύ της κεντρικής εξουσίας.

Η Οθωμανική αυτοκρατορία παγκόσμια δύναμη

Το 1451 ο Μουράτ Β’ πεθαίνει και νέος Σουλτάνος ανακηρύσσεται ο νεαρός γιός του Μεχμέτ β’ (Μωάμεθ). Ο Μεχμέτ είχε μεγαλεπήβολα σχέδια, επιθυμούσε να μετατραπεί το κράτος του από περιφερειακή δύναμη στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του κόσμου και ο ίδιος, σε ηγέτη και προστάτη του Ισλάμ. Για το λόγο αυτό έθεσε ως πρώτιστο μέλημα του την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η άλωση θα του εξασφάλιζε το απαραίτητο κύρος και την υπόληψη για την οικοδόμηση μιας τέτοιας αυτοκρατορίας. Παράλληλα θα του έδινε και επικυριαρχικά δικαιώματα αφού ο κάτοχος του θρόνου της Κωνσταντινούπολης ήταν ο νόμιμος συνεχιστής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και κατ’ επέκταση όχι μόνο των εδαφών της αλλά και της ιδεολογίας του παγκόσμιου ηγέτη που απέρρεε από αυτόν. Άλλωστε σχολιαστές του Κορανίου έλεγαν : “ Ο μέγιστος ηγεμών του κόσμου έσται ο μέλλων να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη και ο μέγιστος στρατός του κόσμου ο στρατός αυτού “.

Έτσι  εκμεταλλευόμενος  τον απόηχο μιας τέτοιας κατάκτησης θα μπορούσε να εμφανιστεί στον μουσουλμανικό κόσμο ως ο ποιο μεγάλος Γαζής πολέμαρχος, άρα θα δικαιούταν να διεκδικήσει και τις διαφιλονικούμενες περιοχές του Καραμάν και του Ντουλκαντίρ από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου. Όμως πέρα από τις φιλόδοξες προσωπικές του επιδιώξεις υπήρχαν και ουσιαστικοί λόγοι που επέβαλαν την κατάληψη της πόλης, αφού όσο αυτή παρέμενε χριστιανική, άφηνε σε πολλούς υπόδουλους χριστιανούς την ελπίδα ότι κάτι θα μπορούσε να αλλάξει . Με την κατάληψη της όμως τελείωνε τις ελπίδες αυτές. Έτσι πετυχαίνοντας την πτώση του ηθικού των υπόδουλων χριστιανών θα πετύχαινε ποιο εύκολα  την παραδοχή της μοίρας τους και κατ’ επέκταση την απρόσκοπτη υποδούλωση τους.

Όμως  λόγω της ενωτικής πολιτικής των Παλαιολόγων υπήρχε πάντα και ο φόβος μιας χριστιανικής σταυροφορίας, την δύναμη της οποίας υπολόγιζε σοβαρά . Βέβαια ήταν ενήμερος για την ανθενωτική πολιτική την οποία υποστήριζε υπογείως αλλά και σκόπευε να εκμεταλλευτεί,  ενώ όπως και οι πρόγονοι του ήξερε ότι τέτοια σταυροφορία για σειρά λόγων δεν ήταν εύκολο να γίνει, αλλά για να εκλείψει  κάθε πιθανότητα, έπρεπε η Κωνσταντινούπολη να γίνει μια ώρα αρχύτερα δική του…Μετά την άλωση προχώρησε σε αναπροσανατολισμό του Οθωμανικού πολιτεύματος και αναδόμηση του διοικητικού και οικονομικού συστήματος. Μέσα στο πλαίσιο αυτό εκτός της Σεριάτ (Θρησκευτικό δίκαιο), προχώρησε στην κωδικοποίηση των Σουλτανικών νόμων (Κανουνναμέ) με βασικό στόχο την στερέωση της Αυτοκρατορίας ως κράτος, αλλά και την ενίσχυση της Σουλτανικής εξουσίας. Ο Σουλτάνος έπρεπε να είναι το κέντρο της διακυβέρνησης και η πηγή κάθε εξουσίας.

Επίσης επιδίωξη του ήταν η εισαγωγή ενός ποιο ανοικτού εκπαιδευτικού συστήματος. Άλλωστε οι Οθωμανοί ανήκαν στην ποιο μετριοπαθή σχολή, αυτή των Χανεφιτών. (Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος στο έργο του “ Ισλάμ“ 10η έκδοση 2001). Επιπλέον κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια , προκειμένου η Κωνσταντινούπολη να γίνει αποδεκτή ως νέα περίλαμπρη πρωτεύουσα μιας οικουμενικής Αυτοκρατορίας. Η επιδίωξη του αυτή συναντούσε αρκετές δυσκολίες , αφού για πολλούς ήταν η πόλη των απίστων που έπρεπε να αφεθεί να ρημάζει , μέχρι την ημέρα της Αποκάλυψης. Η μετατροπή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην ισχυρότερη δύναμη του Ισλάμ, ενίσχυε την τάση που επιθυμούσε να μεταφερθεί η Πρωτεύουσα ξανά στην Εντίρνε (Αδριανούπολη), αλλά και να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην πιστή τήρηση του Κορανίου και της Σεριάτ.

Για να αντιμετωπίσει τους κύκλους αυτούς, ο Μεχμέτ “ανακάλυψε“ τάφους αγίων από τις αραβικές επιδρομές, ενώ έκτισε αρκετά εντυπωσιακά ισλαμικά τεμένη και κτίρια. Έτσι ενίσχυσε σημαντικά την ισλαμικότητα της πόλης , παρόλα αυτά αμέσως μετά τον θάνατο του το 1481 (πιθανότατα από δηλητήριο) κύκλοι συντηρητικών Ουλεμάδων , αλλά και οι Γενίτσαροι επέβαλλαν στο εκλεκτό τους Βαγιαζήτ Β’ μία σειρά αλλαγών , ευνοϊκά για τα συμφέροντα τους , αλλά και επί το συντηρητικότερο…Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αποκεφαλισμός το 1494, του Μολλά Λουφτή, ενός φιλελεύθερου Ουλεμά , ως αιρετικού με πολυθεϊστικές απόψεις.

Τον 16ο αιώνα οι συντηρητικές απόψεις απέτρεψαν την ίδρυση τυπογραφείων, οδήγησαν το 1580 στην καταστροφή (από εξαγριωμένους γενίτσαρους) του αστεροσκοπείου στον Γαλατά αλλά και εναντιώθηκαν στην μελέτη θετικών επιστημών. Όμως παρά τις εσωτερικές διαμάχες το κράτος ήταν πλέον πανίσχυρο ώστε να τις απορροφά, συνεχίζοντας τους πολέμους και την εδαφική επέκταση προς όλες τις κατευθύνσεις. Το 1512 ο νέος Σουλτάνος Σελίμ Α’ (1512-1520) , έκρινε πως ήρθε η ώρα η δυναστεία του Οσμάν να γίνει η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη του κόσμου. Έτσι τιθέμενος επικεφαλής μεγάλης στρατιάς νίκησε και υπέταξε οριστικά το 1514 τους Ακ – Κογιουνλού (Ασπροπροβατάδες) που κυριαρχούσαν σε περιοχές της σημερινής Ανατολικής Τουρκίας και στη συνέχεια το 1516-17 τους Μαμελούκους, που εκτός από την Αίγυπτο κυριαρχούσαν και σε περιοχές της Μέσης Ανατολής.

Την ίδια στιγμή ο σερίφης της Μέκκας (φοβούμενος και τους Πορτογάλους, που από τα νότια απειλούσαν την Τζέντα), του έστελνε τα κλειδιά των ιερών πόλεων! Λίγο αργότερα το 1522, εκδίωξαν τους Ιππότες από τη Ρόδο, ενώ το 1534 έφταναν στη Βαγδάτη. Η Οθωμανική αυτοκρατορία προχωρούσε προς τη μέγιστη ακμή της , όμως με την προσάρτηση των νέων περιοχών και ιδιαίτερα των ιερών πόλεων του Ισλάμ , οι Σουλτάνοι, χωρίς να υιοθετούν τις ακραίες συντηρητικές απόψεις , όφειλαν εφεξής να λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη τον ισλαμικό νόμο.

Βασική Βιβλιογραφία

1)     Ελισάβετ Ζαχαριάδου “ Ιστορία και θρύλοι των πρώτων Σουλτάνων 1300-1400 “ Εκδόσεις Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής τράπεζας , Β’ έκδοση.

2)     Σπύρου Βρυώνη “ Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού 11ος -15ος αιώνας “ Εκδόσεις  Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής τράπεζας.

3)     Γεώργιος Αρνάκης Γεωργιάδης “ Οι πρώτοι Οθωμανοί “ Εκδόσεις Αρχιπέλαγος (Ανατύπωση της αρχικής έκδοσης του 1947).

4)     Χαλίλ Ιναλτζίκ  “ Οθωμανική Αυτοκρατορία , Η κλασική εποχή 1300-1600 “ Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

5)     Κεμάλ Καφαντάρ “ Η κατασκευή του Οθωμανικού κράτους“ , Εκδόσεις  Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής τράπεζας.

6)     Καλλιγά Παύλου “ Λασκαρίδαι- Παλαιολόγοι, 1204-1453, Εκδόσεις Δημιουργία.

7)     Εκδοτική Αθηνών, Τόμος Ι’ 1204-1453.

8)     Αλέξης Σαββίδης “ Σελίδες από την βαλκανική αντίδραση στην Οθωμανική επέκταση κατά τους 14ο και 15ο αιώνες. Εκδόσεις Ηρόδοτος.

istorikathemata.com

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.