Οι βενετο-οθωμανικοί πόλεμοι: Βασικά γνωρίσματα

Δημήτρης Παπασταματίου, Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, σ. 29-32.

Κείμενο: Δημήτρης Παπασταματίου

Η επιθετικότητα του Οθωμανού σουλτάνου, η οποία εκφραζόταν με ετήσιες εκστρατείες εναντίον στοχευόμενων περιοχών, είτε αυτόνομων ηγεμονιών είτε Δυτικών κτήσεων, δεν επέτρεπε τη διατήρηση ψευδαισθήσεων εκ μέρους των χριστιανικών γειτονικών χωρών. Ιδιαίτερα, η επεκτατικότητα των Οθωμανών στον ελλαδικό χώρο σήμαινε ότι η σύγκρουσή τους με τη Βενετία ήταν αναπόδραστη, και σύντομα βενετικές κτήσεις θα αποτελούσαν τον επόμενο στόχο του Μεχμέτ. Οι Βενετοί είχαν επίγνωση της κατάστασης και των επικείμενων κινδύνων, αλλά προσπαθούσαν να κερδίσουν χρόνο αποφεύγοντας οποιαδήποτε πρόκληση που θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για άμεση έκθεσή τους στην οθωμανική επιθετικότητα. Για αυτόν το λόγο, ο βενετικός στόλος αν και ναυλοχούσε έξω από το λιμάνι της Μυτιλήνης κατά την άλωσή της κράτησε ουδέτερη στάση και απέφυγε να επέμβει προς σωτηρία των Gattilusio.


Τελικά, ο πόλεμος ανάμεσα στους Οθωμανούς και Βενετούς ξέσπασε τον επόμενο χρόνο και είναι ο πρώτος από μια σειρά άλλων έξι παρόμοιων συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο δυνάμεις της ανατολικής Μεσογείου. Και οι επτά αναμετρήσεις έχουν περίπου παρόμοια γνωρίσματα: Οι δύο αντίπαλοι πλεονεκτούσαν σε διαφορετικούς τομείς ο καθένας, αλλά σε γενικές γραμμές οι Οθωμανοί είχαν την ευχέρεια επιθετικών κινήσεων σε σχέση με τους Βενετούς οι οποίοι βρίσκονταν σε διαρκή άμυνα. Έτσι, οι έξι από τις επτά πολεμικές αναμετρήσεις ξεκίνησαν με πρωτοβουλία των Οθωμανών και μόνον στην έκτη σύγκρουση οι Βενετοί κήρυξαν πρώτοι τον πόλεμο και ακολούθησαν επιθετικό δόγμα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στόχος των Οθωμανών σε κάθε αναμέτρηση ήταν η κατάληψη και προσάρτηση μιας βενετοκρατούμενης ζώνης, ενώ οι Βενετοί με σειρά τους δεν απέβλεπαν σε τίποτε άλλο πέρα από μια εφεκτική πολιτική καθυστέρησης της απώλειας.

Αποτέλεσμα εικόνας για α βενετοτουρκικός πόλεμος

Έτσι, κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να αποτρέψουν ή να καθυστερήσουν τη σύγκρουση, και όταν αυτή γινόταν αναπόφευκτη προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν στη συνθήκη ειρήνης που υπέγραφαν μετά την ήττα τους τη διατήρηση των εμπορικών προνομίων τους στην οθωμανική Μεσόγειο. Οι Οθωμανοί δεν είχαν ενδοιασμούς ως προς το βενετικό αίτημα, με αποτέλεσμα όλες αυτές οι πολεμικές αναμετρήσεις, με εξαίρεση πάντοτε την έκτη, να λήγουν με μια συνθήκη που επικύρωνε τις οθωμανικές προσαρτήσεις αλλά ανανέωνε το εμπορικό status των Βενετών υπηκόων. Η αφήγηση των βενετο-οθωμανικών πολέμων είναι στην ουσία η καταγραφή της σταδιακής συρρίκνωσης του βενετικού αποικιακού κράτους.
Βασικό όπλο των Βενετών ήταν το ισχυρό και ποιοτικά καλύτερο από το αντίστοιχο οθωμανικό ναυτικό τους.

Για αυτό το λόγο, προσπαθούσαν να μεταφέρουν τον πόλεμο στη θάλασσα όπου θα μπορούσαν να πετύχουν αποφασιστική νίκη που θα τους έφερνε σε πλεονεκτική θέση. Παράλληλη στρατηγική επιδίωξη πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, και αν αυτό δεν ήταν εφικτό, τότε κατά τη διάρκειά του, ήταν η ανεύρεση συμμάχων από τη Δύση. Για τους Βενετούς ήταν απόλυτη στρατηγική αναγκαιότητα η ένταξη των ένοπλων συγκρούσεών τους σε ένα ευρύτερο διεθνή ορίζοντα, ο οποίος θα ενέπλεκε τουλάχιστον μία μεγάλη δύναμη της Ευρώπης, συνήθως την Αψβουργική Αυτοκρατορία ή την Ουγγαρία˙ αλλιώς ήταν αδύνατο για τη μικρή εμπορική δημοκρατία με τους περιορισμένους στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους να αντεπεξέλθει στις ανάγκες ενός πολέμου με μια από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες αυτοκρατορίες της εποχής. Η βενετική έκκληση για σύμπραξη έπαιρνε τη μορφή καλέσματος για πανευρωπαϊκή σταυροφορία με σκοπό την εκδίωξη των Οθωμανών από την Ανατολή.

Είναι λογικό ότι αυτή η ιδεολογική συγκάλυψη των βενετικών στόχων, δεν μπορούσε να έχει σταθερά αποτελέσματα στο πολιτικά και διπλωματικά ασταθές τοπίο της αναγεννησιακής και μετα-αναγεννησιακής Ευρώπης, όπου οι δυναστικές συγκρούσεις και οι θρησκευτικές εντάσεις μετά τη Μεταρρύθμιση είχαν ιδιαίτερα οξυμένη μορφή. Η ιδέα της σταυροφορίας, και μάλιστα προς επίρρωση των βενετικών εμπορικών ή εδαφικών συμφερόντων, φάνταζε τόσο παράταιρη όσο ποτέ στην Ευρώπη των βίαιων θρησκευτικών συγκρούσεων του 16ου αιώνα. Επιπλέον, η διπλωματική πίστη της Βενετίας στον ευρωπαϊκό στίβο ήταν περιορισμένη, λόγω των εχθρικών σχέσεων που είχε με αρκετά Δυτικά κράτη, όπως η Γαλλία, και δυναστείες, όπως ο ισπανικός κλάδος των Αψβούργων – από τον οποίο λόγω γεωγραφικής εγγύτητας θα περίμενε τη μέγιστη βοήθεια. Είναι ενδιαφέρον ότι οι ίδιοι οι Βενετοί δεν επιθυμούσαν τη συνεργασία με την Ισπανία ή το βασίλειο της Νεάπολης, κυρίως λόγω των στρατηγικά συγκρουόμενων επιδιώξεων που είχαν με αυτές τις χώρες, των αμφιβολιών που είχαν για τις προθέσεις των δυνάμει συμμάχων τους και των φόβων τους ότι κοινή σημαντική επιτυχία επί των Οθωμανών πιθανόν να ενίσχυε τις θέσεις των Αψβούργων στην ανατολική Μεσόγειο σε βάρος των βενετικών συμφερόντων.

Αποτέλεσμα εικόνας για α βενετοτουρκικός πόλεμος

Η κακή πίστη των Βενετών ως συμμάχων ενισχυόταν από την ενδοτικότητα και την ετοιμότητά τους να συνθηκολογήσουν με τους Οθωμανούς, όταν έκριναν ότι η συγκυρία ήταν ευνοϊκή για τα συμφέροντά τους, εγκαταλείποντας τους συνεργάτες τους στη διάκριση των κοινών εχθρών. Αυτή η ευέλικτη εξωτερική πολιτική συνήθως υπαγορευόταν, εκτός από τις δομικές στρατιωτικές και οικονομικές αδυναμίες του βενετικού κράτους, και από τις παράλληλες αντιπαραθέσεις του στην ιταλική χερσόνησο, οι οποίες για το βενετικό κράτος είχαν στρατηγική προτεραιότητα σε σχέση με τα ζητήματα της Ανατολής. Είναι αναμενόμενο ότι η καιροσκοπική τακτική της Βενετίας έπληττε περισσότερο τους μικρούς συμμάχους της, όπως τους Ιωαννίτες Ιππότες, και κυρίως τους Έλληνες συνεργάτες της που διαβιούσαν στην οθωμανική επικράτεια, καθώς τους άφηνε απροστάτευτους στην οθωμανική εκδικητικότητα. Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, οι Δυτικές στρατιωτικές ή ναυτικές συμμαχίες οι οποίες συνάπτονταν με βενετική πρωτοβουλία, οι περίφημες Ιερές Λίγκες, είχαν χαλαρό χαρακτήρα, και οι στρατιωτικοί αρχηγοί οι οποίοι αποστέλλονταν στην Ανατολή ενεργούσαν με τόση αυτονομία ώστε η αποτελεσματικότητα των κοινών ενεργειών περιοριζόταν στο ελάχιστο. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και μεγάλες συμμαχικές στρατιωτικές επιτυχίες επί των Οθωμανών, όπως η ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, έμεναν ανεκμετάλλευτες και χωρίς συνέχεια στο χρόνο.


Η βασικότερη αδυναμία της Βενετίας ήταν ο μισθοφορικός χαρακτήρας των χερσαίων δυνάμεων που μπορούσε να κινητοποιήσει, γεγονός το οποίο επέβαλλε όρια στα στρατιωτικά μεγέθη της ανάλογα με τις κρατικές ταμειακές διαθεσιμότητες. Η οικονομική αντοχή του βενετικού κράτους ήταν περιορισμένη, και για αυτό ήταν αναγκαίο οι δυνάμεις που εμπλέκονταν σε πολεμικές επιχειρήσεις να είναι αξιόμαχες αλλά ολιγάριθμες, η δε σύγκρουση να έχει σύντομη διάρκεια. Διαφορετικά η μισθοδοσία των στρατιωτικών δυνάμεων καθίστατο αδύνατη και η άμεση υπογραφή ειρήνης με οποιοδήποτε κόστος ήταν η μόνη επιλογή. Παράλληλα, τα στρατεύματα της Γαληνοτάτης ήταν υποχρεωμένα να μάχονται μακριά από τις βάσεις επιμελητείας και ανεφοδιασμού τους σε ένα συχνά εχθρικό περιβάλλον. Οι βενετικές κτήσεις ήταν απομονωμένες νησίδες στο εσωτερικό της οθωμανικής επικράτειας, ο ανεφοδιασμός των οποίων καθίστατο αδύνατος σε καιρό πολέμου, όπως στην περίπτωση των πελοποννησιακών λιμανιών, είτε ήταν μεγάλες εδαφικές κτήσεις, απομακρυσμένες από τη μητρόπολη, όπως η Κύπρος ή η Κρήτη, όπου η αποστολή ενισχύσεων απαιτούσε μεγάλες χρονικότητες.


Από την άλλη, οι Οθωμανοί βρίσκονταν σταθερά σε πλεονεκτική θέση, καθώς οι ίδιοι είχαν την πρωτοβουλία των κινήσεων, οι οικονομικές δυνατότητές τους, τουλάχιστον ως τα μέσα του 17ου αιώνα, ήταν απεριόριστες, οι στρατιωτικές δυνάμεις που μπορούσαν να κινητοποιήσουν ανεξάντλητες, οι δε επιχειρήσεις διεξάγονταν στο εσωτερικό της επικράτειάς τους με αποτέλεσμα να ελέγχουν απόλυτα τις γραμμές ανεφοδιασμού και επιμελητείας τους. Γενικά, οι Οθωμανοί θεωρούσαν τη Βενετία ως την ευκολότερη αντίπαλό τους, και για αυτό το λόγο οι πολεμικές εξορμήσεις εναντίον της εξυπηρετούσαν εσωτερικές σκοπιμότητες της Υψηλής Πύλης και σχεδόν ποτέ δεν αποκρίνονταν σε υψηλές γεωστρατηγικές εκτιμήσεις και μακροπρόθεσμους οικονομικούς σχεδιασμούς, όπως στην περίπτωση των στρατιωτικών εγχειρημάτων τους στην κεντρική Ευρώπη ή στην ανατολική Μικρά Ασία. Αντιθέτως, απέφευγαν, τουλάχιστον μέχρι και τον 15ο αιώνα, τις ναυτικές συγκρούσεις λόγω της κατώτερης ποιότητας των ναυτικών δυνάμεών τους, μειονέκτημα το οποίο εξουδετέρωσαν στα μέσα του επόμενου αιώνα όταν ενσωμάτωσαν στις ναυτικές δυνάμεις τους τους στόλους των πειρατικών κρατιδίων της βόρειας Αφρικής. Αυτό όμως που προσπαθούσαν να αποφύγουν ήταν η σύμπηξη αντι-οθωμανικών ευρωπαϊκών συμμαχιών, οι οποίες παρά τη συχνή αναποτελεσματικότητά τους, παρέμεναν επίφοβη προοπτική για τους Οθωμανούς, δεδομένης και της ισχυρής δημογραφικής παρουσίας χριστιανικού στοιχείου στα Βαλκάνια. Για αυτόν το λόγο, οι Οθωμανοί, ποτέ δεν επιτέθηκαν στα μητροπολιτικά εδάφη της Βενετίας, παρά την προοπτική εύκολης νίκης.

Αποτέλεσμα εικόνας για βενετοτουρκικοί πόλεμοι


Σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση βρίσκονταν οι κάτοικοι των ελληνικών χωρών, όπου λάμβαναν χώρα οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Πρέπει να τονιστεί ότι ο ελλαδικός χώρος μετά και την κατάληψη της Πελοποννήσου το 1460 εντάχθηκε διοικητικά, κοινωνικά και οικονομικά στον οθωμανικό κόσμο, όπου ανεξάρτητα από τον πραγματικό βαθμό ενσωμάτωσης, γνώρισε μια μοναδικά μακρόχρονη περίοδο ειρήνης.

Τα μεγάλα πολεμικά μέτωπα ήταν πολύ μακριά από τη νότια βαλκανική και οι κάτοικοι των ελληνικών περιοχών έζησαν μια περίοδο περίπου τεσσάρων αιώνων χωρίς στρατιωτικές επεμβάσεις να διαταράσσουν τον ειρηνικό βίο. Μόνη εξαίρεση αποτελούσαν οι πολεμικές αντιπαραθέσεις Βενετών και Οθωμανών στο βαθμό που είχαν συγκροτημένα μέτωπα σε ελληνικές γεωγραφικές ζώνες – για τους δύο εμπολέμους εξίσου σημαντικά ήταν τα μέτωπα της Αλβανίας και των ακτών της Αδριατικής. Αλλά ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μάχες περιορίζονταν γύρω από τη βενετική κτήση την οποία επιχειρούσαν να καταλάβουν οι Οθωμανοί και δεν επεκτείνονταν εύκολα σε ευρύτερες γεωγραφικές ζώνες. Άρα, οι ελληνικοί πληθυσμοί οι οποίοι πλήττονταν και καλούνταν να μετέχουν με τον ένα ή άλλο τρόπο στα γεγονότα ήταν εντοπισμένοι μέσα και γύρω από μια βενετική εδαφική ζώνη.
Σε αυτή την περίπτωση, τα διλήμματα που αντιμετώπιζαν οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί ήταν σύνθετα και δεν επιδέχονταν εύκολες απαντήσεις.

Σε κάποιο βαθμό ο αγώνας ανάμεσα στους δύο επικυρίαρχους αντιπροσώπευε τη σύγκρουση ανάμεσα στο Ισλάμ και το χριστιανισμό, και αυτό το περιεχόμενο ήθελαν να δώσουν στον πόλεμο οι Βενετοί κάνοντας επίκληση στο θρησκευτικό αίσθημα των αμάχων. Ακόμη, στα μάτια των Ελλήνων η Βενετία αντιπροσώπευε τη Δύση, από την οποία περίμεναν την πιθανή μεταβολή του πολιτειακού καθεστώτος τους και την απαλλαγή από την οθωμανική κυριαρχία. Επρόκειτο δε για μια από τις πλέον φιλελεύθερες και φωτισμένες εκδοχές της Δύσης, καθώς η Βενετία πάντοτε απολάμβανε μια ιδιαίτερη αίγλη στην συνείδηση των Ελλήνων ως χώρα με ανεπτυγμένη πολιτιστική και πνευματική παρουσία στην Ευρώπη, φορέας της Αναγέννησης στην Ανατολή, κρατική οντότητα με εσωτερική οργάνωση απαλλαγμένη από τις ρωμαιοκαθολικές επιταγές, και έδρα ισχυρής και πολιτιστικά σημαντικής ελληνικής παροικίας. Οι Βενετοί εκμεταλλεύονταν το κύρος που διάχεε η μητροπολιτική πατρίδα τους για να επιστρατεύσουν Έλληνες εθελοντές στις τάξεις τους. Αν οι εθελοντές προέρχονταν από τις βενετικές κτήσεις, συγκροτούσαν χωριστά στρατιωτικά σώματα ή πολιτοφυλακές με βοηθητικά κυρίως καθήκοντα, αν και υπάρχουν παραδείγματα Ελλήνων που έδρασαν στην πρώτη γραμμή. Η δράση των φιλοβενετών Ελλήνων προερχόμενων από τα οθωμανικά εδάφη περιοριζόταν σε δολιοφθορές, παροχή πληροφοριών, διάσωση και απόκρυψη αιχμαλώτων.


Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι τα φιλοβενετικά αισθήματα του ευρύτερου πληθυσμού δεν ήταν τόσο διάχυτα όσο θα ήθελαν οι ίδιοι οι Βενετοί, και δεν ήταν αυτονόητο ότι σε περίπτωση πολέμου θα κινητοποιούνταν όλοι οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί στο πλευρό της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Εξίσου διαδεδομένα ήταν και τα αντιβενετικά αισθήματα, κυρίως ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες οι οποίες θεωρούσαν ότι η βενετική πολιτική κυριαρχία δρούσε ανασταλτικά στην κοινωνική και οικονομική ανέλιξή τους και πιθανή αλλαγή του καθεστώτος πολιτικής κυριαρχίας θα συνοδευόταν από σημαντική μεταβολή της κατάστασής τους. Αυτή η πρόσληψη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τα φιλο-οθωμανικά αισθήματα της ραγδαίας ανερχόμενης κοινωνικής ομάδας των Πελοποννησίων κοινοτικών προυχόντων στα 1715. Ακόμη, οι Βενετοί δεν μπορούσαν, αλλά ούτε και ήθελαν, να συστρατεύσουν τις αγροτικές μάζες οπλίζοντάς τες στην υπεράσπιση της απειλούμενης κοινής πατρίδας, διότι στο ημι-φεουδαλικό γαιοκτητικό καθεστώς τους οι χωρικοί κατείχαν υποτελή θέση και η επιστράτευσή τους ενείχε τον κίνδυνο της κατοπινής αγροτικής εξέγερσης. Αντιθέτως, οι Οθωμανοί υπόσχονταν στους χωρικούς απαλλαγή από τα φεουδαλικά δεσμά, τη βαριά φορολογία, τις αγγαρείες προς το κράτος και τους γαιοκτήμονες, και επαγγέλονταν την ένταξη των αγροτών σε ένα ευνοϊκότερο φορολογικό και δικαιικό καθεστώς. Στα πλαίσια αυτής της προπαγανδιστικής τακτικής, οι Οθωμανοί στρατηγοί είχαν αυστηρές οδηγίες από το αυτοκρατορικό κέντρο να αποφεύγονται λεηλασίες χωριών και αγρών και κακοποιήσεις αθώων χωρικών στο χώρο δράσης του οθωμανικού στρατού.

Αποτέλεσμα εικόνας για α βενετοτουρκικός πόλεμος
Το κάστρο της Αγίας Μαύρας στη Λευκάδα

Έτσι, οι χωρικοί διατηρούσαν στην καλύτερη περίπτωση ουδέτερη στάση ή ακόμη και συνεργάζονταν με τα προελαύνοντα οθωμανικά στρατεύματα. Πρόκειται για τις περιπτώσεις των χωρικών της Κύπρου και Κρήτης, οι οποίοι ήταν περισσότερα φιλικά διακείμενοι προς τους νέους κατακτητές τους παρά προς τους προηγούμενους δεσπότες τους. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι αν και η βενετική έκκληση για βοήθεια γινόταν στο όνομα της κοινής θρησκείας, το επιχείρημα δεν ήταν πολύ πειστικό στους Έλληνες διότι οι Βενετοί ήταν καθολικοί. Αν και η Γαληνοτάτη Δημοκρατία δεν σχεδίαζε την εξωτερική πολιτική της σε συμφωνία με θρησκευτικές επιταγές, και η στάση των αρχών στις ελληνικές κτήσεις της ήταν ιδιαίτερα ανεκτική ως προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν έπαυε να είναι εκπρόσωπος της αιρετικής Δύσης στα μάτια των απλών και αμόρφωτων ορθοδόξων. Η ίδια η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρούσε τις επιφυλάξεις της ως προς τη συνεργασία ορθοδόξων με Δυτικούς, και αυτή η εφεκτική στάση της φυσικά επηρέαζε τους απλούς πιστούς της είτε ζούσαν στην οθωμανική επικράτεια είτε στις βενετικές κτήσεις.


Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι ενεργοί σύμμαχοι των Βενετών ήταν κοινωνικές ομάδες οι οποίες είχαν συνδέσει την κοινωνική και οικονομική ταυτότητά τους με τη βενετική πολιτική κυριαρχία, ή ομάδες λογίων και μορφωμένων ανθρώπων, στους οποίους η βενετική πολιτιστική παρουσία ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή. Αντίθετα, ομάδες οι οποίες ταύτιζαν την πολιτική μεταβολή με τη βελτίωση της κατάστασής τους έδειχναν τάσεις συνεργασίας με τους Οθωμανούς. Σε κάθε περίπτωση, Έλληνες βρέθηκαν να πολεμούν και στα δύο στρατόπεδα.

Τέλος, πρέπει να αναφερθούν και οι επαγγελματίες των όπλων, οι οποίοι πολεμούσαν είτε ως μισθοφόροι είτε ως οργανικά ενταγμένοι στο τακτικό στράτευμα με τη μία ή την άλλη παράταξη. Τα παραδείγματα είναι αρκετά: χριστιανοί τιμαριώτες στον 15ο αιώνα, αρματολοί ή άλλα βοηθητικά χριστιανικά σώματα στους επόμενους αιώνες στην υπηρεσία των Οθωμανών, οι περίφημοι stradioti για τους Βενετούς, αλλά και απλοί τυχοδιώκτες όπως ο περίφημος Λυμπεράκης Γερακάρης. Πολλοί συχνά άτομα αυτών των κατηγοριών περνούσαν από την υπηρεσία του ενός κυρίαρχου σε αυτήν του άλλου, ανάλογα με τις αμοιβές που λάμβαναν, τις φιλοδοξίες που είχαν και τη μεταχείριση που τύγχαναν.
Οι συνέπειες των στρατιωτικών αναμετρήσεων ήταν οι τυπικές ενός προνεωτερικού πολέμου: θάνατοι εξαιτίας των επιχειρήσεων, μαζικές σφαγές αμάχων, λοιμοί και σιτοδείες, άνοδος των τιμών, μετακινήσεις αμάχων από την ύπαιθρο στις οχυρωμένες αστικές συγκεντρώσεις, διακοπή κάθε οικονομικής δραστηριότητας, και τέλος πιθανόν εξισλαμισμοί. Όλες αυτές οι αρνητικές επιπτώσεις αφορούσαν κυρίως στον πληθυσμό που διέμενε στις περιοχές των επιχειρήσεων και η διάρκεια τους καθοριζόταν άμεσα από τη διάρκεια και την ένταση των συγκρούσεων. Στις περισσότερες συγκρούσεις οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, με εξαίρεση πολιορκίες οχυρωμένων πόλεων, ήταν χαμηλής έντασης και είχαν το χαρακτήρα αψιμαχιών μεταξύ ολιγάριθμων ομάδων, ενώ η διάρκεια των πολέμων ήταν μικρή και συχνά με ειρηνικές διακοπές. Άρα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι άμεσα αρνητικές συνέπειες για τους ελληνικούς πληθυσμούς είχαν περιορισμένο χαρακτήρα. Αντιθέτως, βασικό ακόλουθο των συγκρούσεων ήταν η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την ανάδειξη μιας εύρωστης και τολμηρής ελληνόφωνης εμπορικής τάξης.

Η ένταξη του ελληνικού χώρου σε ενιαίο κρατικό σχήμα σήμαινε την οικονομική ενοποίησή του και την κατάργηση των περιορισμών που υπήρχαν στην ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων λόγω των εχθρικών σχέσεων μεταξύ της Βενετίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, το οθωμανικό κράτος δεν επέβαλλε μονοπώλια και ευνοούσε σε μεγαλύτερο βαθμό την ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα των υπηκόων του, ανεξάρτητα από θρησκευτική και φυλετική προέλευση, σε σχέση με τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία. Αυτές οι νέες συνθήκες σε συνδυασμό και με άλλους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι θα εξεταστούν στο ανάλογο κεφάλαιο, παρείχαν πλήθος νέων ευκαιριών εμπορικής ενασχόλησης στους κατοίκους του ελλαδικού χώρου

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.