Οι Γαλατικοί Πόλεμοι του Καίσαρα: Οι συγκρούσεις με τους Ελβετίους (μέρος Α’)

του Μανώλη Χατζημανώλη,

Μετά τις μεγάλες κατακτήσεις του 2ου αιώνα με τις οποίες η Ρώμη έγινε κοσμοκράτειρα, ο κοινωνικός ιστός της πόλης είχε αλλάξει άρδην. Απουσιάζοντας επί δεκαετίες στις μακρινές υπερπόντιες εκστρατείες, οι επιζήσαντες πολίτες-στρατιώτες της Ιταλίας είχαν καταστραφεί οικονομικά. Με τα χωράφια τους ακαλλιέργητα για χρόνια και μη μπορώντας να ανταγωνιστούν τις τιμές των φθηνά εισαγόμενων δημητριακών από τις επαρχίες, οι μικροί και μεσαίοι καλλιεργητές λύγισαν κάτω από τα δυσβάστακτα χρέη τους και αναγκάστηκαν να εκποιήσουν τις περιουσίες τους εκπίπτοντας στην τάξη των ακτημόνων. Την κατάσταση γι’ αυτούς χειροτέρευαν ο καλπάζων πληθωρισμός λόγω της συσσώρευσης χρυσού και αργύρου από τα πολεμικά λάφυρα και τους φόρους των επαρχιών και η μαζική εισαγωγή στην Ιταλία σκλάβων, προερχόμενων από αιχμαλώτους πολέμου. Στη ιταλική ύπαιθρο κυριάρχησαν οι μεγάλες ιδιοκτησίες, τα “latifundia”, όπου η εντατική γεωργία και κτηνοτροφία ασκούνταν από τους πολυπληθείς δούλους των αριστοκρατών ιδιοκτητών. Έτσι, μην μπορώντας να εργαστούν ούτε καν ως εξαρτημένοι γεωργοί στις πρώην ιδιοκτησίες τους, οι νεόπτωχοι κάτοικοι της υπαίθρου συνέρρεαν μαζικά στην Ρώμη, όπου μην διαθέτοντας εργασία κατέληγαν να επιβιώνουν ως clientes (=πελάτες), δηλαδή εξαρτημένοι από τις παροχές πλουσίων πατρώνων, τους οποίους ως αντάλλαγμα υποστήριζαν φανατικά στην πολιτική ζωή της Ρώμης.

Αντιστρόφως ανάλογα είχαν αυξηθεί ο πλούτος και η ισχύς των τελευταίων. Η νέα ολιγαρχική τάξη της Ρώμης αποτελείτο από τις παραδοσιακές αριστοκρατικές οικογένειες των πατρικίων, αλλά και την νέα κοινωνική τάξη των Ιππέων. Οι τελευταίοι αποτελούνταν από ετερόκλητα κοινωνικά στοιχεία που ευνοήθηκαν από την εισροή κεφαλαίων και λαφύρων στην Ρώμη, πλουτίζοντας από τις τραπεζικές δραστηριότητες, την διενέργεια του εμπορίου και την έναντι αντιτίμου εργολαβία της είσπραξης των φόρων από τις επαρχίες.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Παράλληλα το 107 π.Χ με τις μεταρρυθμίσεις του στρατηγού Γάιου Μάριου ο ρωμαϊκός στρατός μετατράπηκε από μια δύναμη επιστράτων γεωργών σε στράτευμα εθελοντών μισθοφόρων. Πλέον στις λεγεώνες είχαν δικαίωμα κατάταξης όχι μόνο οι έχοντες έγγειο ιδιοκτησία πολίτες, αλλά και οι φτωχοί προλετάριοι. Οι νέοι επαγγελματίες λεγεωνάριοι έβλεπαν ως “προστάτη” τους τον στρατηγό από τον οποίο λάμβαναν τον μισθό τους και κατά κανόνα τού είχαν τυφλή αφοσίωση. Έτσι οι λεγεώνες της Ρώμης μετατράπηκαν ουσιαστικά σε ιδιωτικούς στρατούς φιλόδοξων φυσιογνωμιών που από τα τέλη του 2ου αιώνα, και εκμεταλλευόμενοι την οξεία κοινωνική ένταση μεταξύ πλουσίων και φτωχών, επιδίωξαν να αποκτήσουν πολιτική ισχύ προσποιούμενοι τους προστάτες του απλού λαού από τις αυθαιρεσίες της συγκλήτου.

Η τελευταία είχε καταφέρει ισορροπώντας πολιτικά μεταξύ των διαφόρων ανταγωνιστών όχι μόνο να διατηρήσει τον κυρίαρχο ρόλο της στην ρωμαϊκή πολιτική σκηνή, αλλά και να βγει ενισχυμένη έναντι του ρωμαϊκού δήμου. Αυτό άλλαξε το 59 π.Χ όταν οι τρεις ισχυρότεροι πολιτικοί άνδρες της περιόδου, ο Γναίος Πομπηίος Μάγνος, ο Μάρκος Λικίνιος Κράσσος και ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας, ήρθαν σε συμφωνία και δημιούργησαν την Πρώτη Τριανδρία (“Triumviratus”, όπως αποκλήθηκε), μια ανεπίσημη πολιτικοστρατιωτική συμμαχία εναντίον των μηχανορραφιών της συγκλήτου. Κάθε μέλος συμφώνησε να αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις έναντι των άλλων δύο, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι τους. Το 58 π.Χ η Τριανδρία ήταν πλέον σε θέση να κινεί τα νήματα, πετυχαίνοντας όλους τους στόχους της. Κατάφερε να εξουδετερώσει τον πολιτικό της αντίπαλο Κικέρωνα, αναγκάζοντάς τον με διάφορες μεθοδεύσεις να απομακρυνθεί στη Μακεδονία, ενώ ο Κάτων ο Νεότερος στάλθηκε μακριά από τη Ρώμη σε εκστρατεία κατά της Κύπρου.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, υπαίθριες δραστηριότητες

Ο Καίσαρας, μετά από μια επιτυχημένη υπατεία το 59 π.Χ, ανέλαβε την διοίκηση των επαρχιών του Ιλλυρικού, της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας και της Ναρβωνικής Γαλατίας, ο Πομπηίος πέτυχε ανταλλάγματα στην ελληνιστική ανατολή και την αποπληρωμή των λεγεωναρίων του στους οποίους στήριζε την επιρροή του, ενώ ο Κράσσος επιζητούσε την αύξηση του πλούτου και του στρατιωτικού γοήτρου του διεκδικώντας την διοίκηση του πολέμου κατά της πλούσιας Παρθίας.

Η νέα θέση του Καίσαρα αναμενόταν να τον βγάλει από το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο τον οδήγησαν οι ανάγκες χρηματοδότησης της πολιτικής του καριέρας. Την άνοιξη του ίδιου έτους όμως, θα βρισκόταν στην δύσκολη θέση να διαχειριστεί μια από τις πρώτες λεπτομερώς καταγεγραμμένες μεταναστευτικές κρίσεις στην Ιστορία: Την μετανάστευση των Ελβετίων.

Πιεζόμενοι ασφυκτικά από τις επιδρομές και τις μετακινήσεις των γερμανικών φυλών, 368.000 Ελβέτιοι Κέλτες, εκ των οποίων οι 92.000 ήταν μάχιμοι άνδρες, εγκατέλειψαν τις εστίες τους σε αναζήτηση μιας νέας πατρίδας στην Γαλατία. Η μετακίνηση ενός τόσο μεγάλου αριθμού ανθρώπων, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε αναστάτωση στους Κέλτες της περιοχής, οι οποίοι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό διατηρούσαν εμπορικές ή/και συμμαχικές σχέσεις με τη Ρώμη. Κάποιοι από αυτούς, όπως ένας ευγενής των Αίδουων ονόματι Δουμνόριξ, έβλεπαν στους επήλυδες ένα ανθρώπινο δυναμικό που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί τόσο εναντίον των Γερμανών Σουηβών, που υπό τον βασιλιά τους Αριόβιστο είχαν περάσει τον Ρήνο κατά χιλιάδες και απειλούσαν να καταλάβουν ολόκληρη την Γαλατία, όσο και εναντίον των Ρωμαίων. Άλλοι, όπως οι Αλλοβρόγες και κάποιοι από τους υπόλοιπους Αίδουους ευγενείς, έχοντας πανικόβληθεί από το μεταναστευτικό λεφούσι που απειλούσε την γη τους, στράφηκαν στην Ρώμη για βοήθεια.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα κάθονται και υπαίθριες δραστηριότητες

Αν και ο Καίσαρας διέθετε συνολικά τέσσερις λεγεώνες (περίπου 16.000 άνδρες), μεταξύ των οποίων και λεγεώνες βετεράνων όπως η Legio X, στην Μασσαλία όπου βρισκόταν υπήρχε ετοιμοπόλεμη μόνο μία. Έχοντας πληροφορηθεί πως οι Ελβέτιοι ετοιμάζονταν να περάσουν τον ποταμό Ροδανό στην περιοχή της Γενεύης για να εισβάλουν στην χώρα των Αλλοβρόγων, ο Ρωμαίος στρατηγός, παρά το ότι μειονεκτούσε αριθμητικά, έσπευσε εκεί για να τους φράξει τον δρόμο. Θέλοντας να κερδίσει χρόνο ώστε να οργανωθεί καλύτερα, ο Καίσαρας καθυστέρησε τους Ελβέτιους επί δεκαπέντε μέρες με την διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και εκμεταλλεύτηκε την ανάπαυλα για να στρατολογήσει βοηθητικά στρατεύματα από τους ντόπιους και να οχυρώσει τα πιθανά περάσματα. Έτσι, όταν πλέον ήταν έτοιμος, απέρριψε το αίτημα των Ελβέτιων για ασφαλή διέλευση και μετά από μια σειρά αψιμαχιών στις όχθες του ποταμού, αυτοί αναγκάστηκαν να απεμπλακούν και να αναζητήσουν νέες οδούς προς τα δυτικά, μέσα από τις χώρες των Σηκουανών και των Αίδουων.

Οι Αίδουοι ήταν σύμμαχοι των Ρωμαίων και έτσι, όταν κατά το καλοκαίρι οι πεινασμένοι μετανάστες αφίχθηκαν και άρχισαν να λεηλατούν τη γη τους, το συμβούλιο των ευγενών τους κάλεσε σε βοήθεια τον Καίσαρα. Αυτός, αφού στο μεταξύ είχε παραλάβει στην Ακουηλία τις άλλες τρεις λεγεώνες του και στρατολόγησε ακόμα δύο στο Τορίνο, έσπευσε μέσα από τα περάσματα των Άλπεων και αιφνιδίασε τους βαρβάρους στις όχθες του ποταμού Αράρ (σημερινός Σον). Αν και τα τρία τέταρτα των Ελβέτιων κατάφεραν να περάσουν τον ποταμό με ασφάλεια, οι άντρες της φυλής των Τιγουρίνων μαζί με πολλά γυναικόπαιδα εγκλωβίστηκαν και εξοντώθηκαν. Μετά από αυτή την πρώτη μεγάλη νίκη, οι Ρωμαίοι γεφύρωσαν τον ποταμό και συνέχισαν την καταδίωξη μέσα στην γη των Αίδουων. Τους επικουρούσε γαλατικό ιππικό, στις τάξεις του οποίου υπηρετούσαν και ακόλουθοι του Δουμνόριγα.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Δουμνόριξ άνηκε στην μερίδα εκείνη των Κελτών αριστοκρατών που έβλεπαν με απέχθεια τόσο την αυξανόμενη επιρροή της Ρωμης στην Γαλατία, όσο και ανησυχούσαν για την αυξανόμενη παρουσία των Γερμανών στην δυτική όχθη του Ρήνου. Γι’ αυτό τον λόγο ο Κέλτης οπλαρχηγός, αν και τυπικά Ρωμαίος socius, είχε έρθει σε μυστικές συνεννοήσεις με τους Ελβέτιους για την ασφαλή διέλευσή τους μέσα από την χώρα και παρεμπόδιζε με κάθε τρόπο την καταδίωξη τους από τον Καίσαρα. Σύντομα δε, εμφανίστηκε στο ρωμαϊκό στρατόπεδο έλλειψη εφοδίων που ανάγκασε τις έξι ρωμαϊκές λεγεώνες υπό τον Καίσαρα (περίπου 24.000 άνδρες χωρίς τα βοηθητικά στρατεύματα) να επιστρέψουν για ανεφοδιασμό πίσω στην πόλη Βιβράκτιο.

Τότε οι Ελβέτιοι, θεωρώντας ίσως την συγκυρία ιδανική για να απαλλαγούν οριστικά από τους πιεσμένους από την έλλειψη τροφίμων Ρωμαίους, έκαναν το λάθος να σπεύσουν σε καταδίωξή τους. Σε σφοδρότατη μάχη που έλαβε χώρα έξω από το Βιβράκτιο, οι Ελβέτιοι υπέστησαν συντριβή και εξαναγκάστηκαν σε παράδοση. Οι 110.000 επιζώντες μετανάστες (λιγότεροι από το ένα τρίτο όσων είχαν ξεκινήσει αρχικά) υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους πέρα από τις Άλπεις, όπου, ως σύμμαχοι της Ρώμης πλέον, θα αναλάμβαναν την προστασία του βόρειου συνόρου της.

Σε αντίθεση με την μετανάστευση των Τευτόνων και των Κίμβρων πριν μισό αιώνα που είχε ταλαιπωρήσει τους Ρωμαίους για διάστημα μεγαλύτερο από μια δεκαετία, ο Καίσαρας είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει την νέα κρίση σε λιγότερο από ένα χρόνο και με τις ελάχιστες δυνατές απώλειες. Αυτή η επιτυχία αύξησε το κύρος του τόσο στην Ρώμη, όσο και μεταξύ των γαλατικών φυλών και άνοιξε τον δρόμο για την ρωμαϊκή κατάκτηση της Γαλατίας και την σταδιακή μεταστροφή της πόλης της Λύκαινας από Δημοκρατία σε Αυτοκρατορία.

τέλος Α μέρους

Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.