Οι διαπραγματεύσεις στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης και ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Γράφει ο Χονδρογιάννης Αλέξης, αριστούχος απόφοιτος του Π.Τ.Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Κρήτης

Μετά την ήττα των Ελλήνων στο μικρασιατικό μέτωπο, χρειαζόταν η σύναψη ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ήδη από το καλοκαίρι του 1922 οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν να συναντηθούν στη Βενετία προκειμένου να θέσουν τις προτάσεις τους για τη λήξη του πολέμου και να μεσολαβήσουν για τη σύναψη ειρηνευτικής συμφωνίας. Η Τουρκία ήθελε να διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις σε τουρκικό έδαφος θέτοντας αυτή την προϋπόθεση, γι’ αυτό είχε προτείνει τη Σμύρνη, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα λάμβανε μέρος στις διαπραγματεύσεις αν δεν αποδέχονταν οι Σύμμαχοι αυτή την προϋπόθεση. Η Γαλλία συμφώνησε για χάρη της ειρήνης, αλλά η Ιταλία μαζί με την Αγγλία διαφωνούσαν για τον τόπο συνάντησης των διαπραγματεύσεων. Οπότε, η Τουρκία υποχώρησε αναγκαστικά. Έτσι, αμέσως αποκλείστηκαν το Παρίσι, το Λονδίνο και η Βενετία. Ο τόπος έπρεπε να είναι ουδέτερος, γι’ αυτό αποφασίστηκε η Ελβετία.

Αφού καθορίστηκε ο τόπος σειρά είχε ο χρόνος διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων, δηλαδή ο χρόνος της συγκλήσεως της Συνδιασκέψεως. Οι πολιτικές αλλαγές στην Αγγλία και την Ιταλία και η καθυστέρηση που είχε πραγματοποιηθεί για τον καθορισμό του τόπου της διεξαγωγής της Συνδιάσκεψης οδήγησαν σε συνεχείς αναβολές. Επίσης, δημιούργησε προβληματισμό και καθυστέρηση ποιες χώρες θα κληθούν να συμμετάσχουν στη Συνδιάσκεψη. Οι Δυνάμεις της Αντάντ αποφάσισαν τελικά ότι δεν ήταν αναγκαίο να παρευρεθούν στη Λωζάνη όλες οι χώρες που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών. Άρα, πρόσκληση πλήρους συμμετοχής στάλθηκε στην Ελλάδα και στην Τουρκία, οι οποίες ήταν οι άμεσα εμπλεκόμενες για τη σύναψη της ειρήνης στην περιοχή, στη Σερβία, στη Ρουμανία και στην Ιαπωνία (η οποία λόγω περιορισμένων συμφερόντων στη Μέση Ανατολή ουσιαστικά δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις). Τέλος, από τη Συνδιάσκεψη δεν μπορούσαν να λείπουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Σοβιετική Ένωση προκειμένου να ρυθμιστεί το καθεστώς των Στενών.

Εικόνα 1: Η ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις διαπραγματεύσεις στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης. Ανακτήθηκε από: https://www.haniotika-nea.gr/o-el-venizelos-ke-i-sinthiki-tis-lozannis/ (Τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 28/05/2022).

Όμως, η Αμερική δεν ήθελε να δεχτεί να υπογράψει τη Συνθήκη Ειρήνης στη Λωζάνη, η οποία ήταν υπό διαπραγμάτευση, αφού εξάλλου δεν είχε υπογράψει και τη Συνθήκη των Σεβρών, άρα δεν θα δεσμευόταν να την τηρήσει. Γι’ αυτό αποφάσισε να εκπροσωπηθεί στη Συνδιάσκεψη με παρατηρητές. Ακόμα, το Υπουργείο Εξωτερικών της Αμερικής δεν αποδεχόταν να αναγνωρίσει τις συμφωνίες που είχαν υπογραφεί στις Σέβρες, αφού «αποσκοπούσαν στην καθιέρωση ζωνών αποκλειστικής οικονομικής επιρροής στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας» (Γιαννουλόπουλος, 2021:262). Η Συνθήκη των Σεβρών δεν είχε επικυρωθεί από καμία εμπλεκόμενη χώρα και η Τουρκία τυπικά βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Συμμάχους που είχαν λάβει μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Συνδιάσκεψη τελικά άρχισε στις 7/20 Νοεμβρίου του 1922, αφού παράλληλα ξεκίνησε η επίσημη εκκίνηση των διαπραγματεύσεων στην αίθουσα του Casino de Montbenon στη Λωζάνη της Ελβετίας. Η αντιπροσωπεία της Αγγλίας φαινόταν ότι ήταν η πιο ισχυρή με επικεφαλή τον λόρδο Κόρζον και αντιπρόσωπο τον Ράμπολντ. Για την Ελλάδα, το κλίμα της Συνδιάσκεψης ήταν βαρύ, αφού ηττήθηκε στη Μικρά Ασία και τώρα καλούταν να συνθηκολογήσει με ίσως δυσμενείς όρους για τις ελληνικές διεκδικήσεις, εφόσον θα έχανε κάποιες από αυτές. «Οι ηττημένοι Έλληνες καλούνταν να καταβάλουν δυσβάσταχτο τίμημα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των αδυσώπητων νικητών» (Παπαδάκης, 2020:263). «Πληρεξούσιοι της Ελλάδας στη Λωζάννη ορίστηκαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Δ. Κακλαμάνος» (Γιαννουλόπουλος, 2021:262). Επίσης, αντιπρόσωποι ήταν ο Μιχαλακόπουλος, ο Μαζαράκης και ο Θεοτοκάς. Από την τουρκική πλευρά, επικεφαλής ήταν ο Ισμέτ Ινονού και αντιπρόσωποι ήταν ο Ριζά Νούρ και ο Χασάν μπέη. Σύμφωνα με τον Συρίγο (2015:43) «[…]η κυβέρνηση του Κεμάλ επαναδιαπραγματευόταν τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών για τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από θέσεως στρατιωτικής ισχύς». Στις 21 Νοεμβρίου 1922, η Συνδιάσκεψη της Λωζάνης άρχισε τις εργασίες της και όρισε τρεις επιτροπές: την πολιτική και εδαφική, την επιτροπή για όλα τα θέματα που σχετίζονταν με το θεσμό των δρομολογήσεων και την οικονομική.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Συνδιάσκεψη είχαν κυριαρχήσει καινούργιες προσωπικότητες, οι οποίες ήταν λιγότερο χαρισματικές. Για παράδειγμα, στην Αγγλία η κυβέρνηση του Λόιντ Τζορτζ είχε ανατραπεί, γεγονός που συνέβαλε στο τέλος της πολιτικής του κυριαρχίας και σε ενδεχόμενη δυσαρέσκεια του Βενιζέλου, αφού είχαν πολύ στενές διπλωματικές επαφές. Έτσι, η πολιτική σκηνή στην Αγγλία άλλαξε και ο Μπόναρ Λω αντικατέστησε τον Λόιντ Τζορτζ. Το πολιτικό τοπίο γενικώς είχε αλλάξει, διότι στην Ιταλία είχε αναλάβει ο Μουσολίνι, στην Ελλάδα οι Αντιβενιζελικοί και στη Γαλλία ο Ρεϊμόν Πουανκαρέ που αντικατέστησε τον Κλεμανσώ. Επίσης, η Βουλγαρία ήταν παρούσα στη Συνδιάσκεψη και ήλπιζε ότι μέσω της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης θα μπορούσε να κερδίσει τη Δυτική Θράκη, την οποία έχασε με τη Συνθήκη του Νεϊγύ και μετέπειτα, την έχασε οριστικά, με τη Συνθήκη των Σεβρών, αφού παραχωρήθηκε στην Ελλάδα.

Τα μέλη της αντιπροσωπείας της Τουρκίας ήθελαν να επιβάλλουν τη νίκη τους στη Μικρά Ασία και όρους οι οποίοι θα ήταν εξουθενωτικοί και θα επανάφεραν τα ελληνικά εδαφικά σύνορα της Ελλάδας όπως αυτά είχαν οριστεί μετά τους Βαλκανικούς πολέμους το 1912-1913. Αυτό το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ ταπεινωτικό για την Ελλάδα και για τις διεκδικήσεις της. Επιπλέον, η τουρκική πλευρά στη Συνδιάσκεψη δεν ήταν τόσο έμπειρη στη διπλωματία όσο ήταν η ελληνική. Πιο συγκεκριμένα, ο Ισμέτ είχε λάβει μέρος μόνο στη Συνθήκη (Ανακωχή) των Μουδανιών που είχε γίνει σχεδόν δύο μήνες νωρίτερα. «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος βρισκόταν σε δύσκολη θέση αλλά σε γνώριμα νερά» (Συρίγος, 2015:46). Ο Βενιζέλος διέθετε την διπλωματική εμπειρία και είχε αναπτύξει καλές σχέσεις με τους Συμμάχους, αφού είχε πολλές γνωριμίες σε διεθνές επίπεδο. Καλούταν τώρα να διαχειριστεί στη Συνδιάσκεψη, όσο καλύτερα μπορούσε την καταστροφή που είχε επιτευχθεί στο μικρασιατικό μέτωπο.

Εφόσον λοιπόν η Τουρκία ήταν βέβαιο ότι υπήρξε η νικήτρια δύναμη στο Μικρασιατικό πόλεμο, ο Ισμέτ Ινονού μίλησε πρώτος στη Συνδιάσκεψη. Είχε σαφώς λησμονήσει ότι η χώρα του είχε χάσει στον Α΄ Παγκόσμιο και είχε αναγκάσει Έλληνες και Αρμένιους να φύγουν από την Τουρκία μέσω των διωγμών. Βέβαια, όλα αυτά τα ζητήματα δεν θα τα έλυνε η Συνδιάσκεψη. Στη συνέχεια, πλησίαζε η ώρα που θα μιλούσε ο Βενιζέλος. Μόλις πήρε το λόγο, «μίλησε με άνεση και ακρίβεια στα γαλλικά, σχεδόν σαν να ήταν η μητρική του γλώσσα» (Παπαδάκης, 2020:265). Ο Βενιζέλος ανέφερε ότι η παρουσία των ελληνικών στρατευμάτων τόσο στη Σμύρνη (μετά την απόβαση το 1919) όσο και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία (από το καλοκαίρι του 1919 μέχρι την καταστροφή τον Αύγουστο του 1922) ήταν απόρροια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Βενιζέλος συνέχισε λέγοντας ότι εν καιρώ ειρήνης Ελλάδας-Τουρκίας, η τουρκική ηγεσία αποφάσισε να διατάξει βίαιους και απάνθρωπους διωγμούς από το 1914, πριν ακόμα ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος, στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης και στα μικρασιατικά παράλια. Τότε, 350.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να προσφύγουν στην Ελλάδα, μη έχοντας άλλη λύση. Βέβαια, «τα πράγματα χειροτέρευσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε να εξοντώσει τους μη τουρκικούς πληθυσμούς, με εκτοπισμούς και ομαδικούς διωγμούς, ακόμα και σφαγές» (Παπαδάκης, 2020:265).
Η Τουρκία ήθελε να εκδιώξει κάθε πληθυσμό που δεν είχε στοιχεία μη μουσουλμανικά και ίσως τα κατάφερε εν μέρει. Με τη λήξη του πολέμου, η Ελλάδα δεν έπρεπε να μείνει άπραγη. Αντίθετα, έπρεπε να πάρει θέση για όλα αυτά τα φρικαλέα γεγονότα. Ο Βενιζέλος εξήγησε πως η Ελλάδα δεν είχε επεκτατικές βλέψεις στη Μικρά Ασία, αλλά ήθελε να προστατεύσει τους αμιγώς ελληνικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής. Επίσης, τόνισε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις προσκάλεσαν την Ελλάδα να επέμβει στη Μικρά Ασία. Παραλλήλισε την ίδρυση κρατών στη Βαλκανική χερσόνησο με την ίδρυση τριών διαφορετικών κρατών στη Μικρά Ασία: «το αρμενικό στα ανατολικά, το ελληνικό στα δυτικά και το τουρκικό στον υπόλοιπο χώρο» (Παπαδάκης, 2020:266).

Τα εδάφη τα οποία είχαν χαθεί για πάντα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ήταν η Σμύρνη και η Ανατολική Θράκη. Παρόλα αυτά η Τουρκία δεν είχε ικανοποιηθεί. Έτσι, παρουσίασε και άλλα αιτήματα για επέκταση της τουρκικής κυριαρχίας στη δεξιά όχθη του Έβρου. Ύστερα, ζήτησε διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη, χωρίς καθορισμό χερσαίων συνόρων. Ο Βενιζέλος τότε παρενέβη και τοποθετήθηκε λέγοντας ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα σε αυτή την περιοχή, αφού μετά από δικές τους διαπραγματεύσεις τα είχαν παραχωρήσει στη Βουλγαρία. Αυτά τα εδάφη είχαν καθοριστεί με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, όταν η Βουλγαρία παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματά της επί της Δυτικής Θράκης και την παραχώρησε στους Συμμάχους. Βέβαια, αυτή η παραίτηση της Βουλγαρίας είχε ως αποτέλεσμα την παραχώρηση της περιοχής στην Ελλάδα έναν χρόνο αργότερα με τη Συνθήκη των Σεβρών. Ακόμα, ο Βενιζέλος πρόσθεσε ότι η Τουρκία δεν είχε εθνολογικά επιχειρήματα, εφόσον οι περιοχές αυτές είχαν ελληνικούς πληθυσμούς κατά πλειοψηφία για να αποστομώσει τον Ισμέτ Ινονού, ο οποίος τα είχε επικαλεστεί νωρίτερα στον λόγο του. Επίσης, οι Τούρκοι αντιπρόσωποι είχαν αναφέρει ότι επιβαλλόταν να ενωθεί η Ανατολική Θράκη με τη Δυτική, επειδή η Ανατολική Θράκη χρειαζόταν στρατιωτική ασφάλεια και αν ενωνόταν με τη Δυτική, θα εξασφαλιζόταν η ασφάλεια των περιοχών αυτών. Σε αυτό το επιχείρημα ο Βενιζέλος αποκρίθηκε άμεσα λέγοντας με σαρκασμό ότι «εάν διεκδικείτε τη δυτική Θράκη, τότε θα πρέπει να παραχωρηθεί και η ανατολική Μακεδονία για να εξασφαλισθεί η πρώτη, και εν συνεχεία η κεντρική Μακεδονία για να εξασφαλιστεί η ανατολική κ.ο.κ.» (Παπαδάκης, 2020:266). Τέλος, ο Βενιζέλος σημείωσε ότι η Ελλάδα ήδη πλήρωσε τα λάθη που έκανε και δεν διατίθεται να προσφέρει τίποτα περισσότερο, αλλά το μόνο πράγμα που ποθούσε διακαώς ήταν η σύναψη της ειρήνης.

Ο Ισμέτ Ινονού πείστηκε ελάχιστα, αλλά το ηθικό του αναπτερώθηκε μόλις αντέδρασε ο Βούλγαρος πρωθυπουργός, Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι. «Οι Βούλγαροι δεν συμφωνούσαν με την παραχώρηση της δυτικής Θράκης στην Τουρκία, διότι τη διεκδικούσαν για τον εαυτό τους· έβλεπαν επίσης θετικά την ουδετεροποίησή της και σε επόμενο στάδιο την αυτονόμησή της» (Παπαδάκης, 2020:267). Ωστόσο, οι αντιπρόσωποι της Τουρκίας ευνόησαν την παρέμβαση της Βουλγαρίας για να την χρησιμοποιήσουν σαν αντίβαρο εναντίον της Ελλάδας. Ο Βενιζέλος επεσήμανε ότι η Βουλγαρία δεν είχε κανένα δικαίωμα στη Δυτική Θράκη. Επίσης, ο Βενιζέλος είπε ότι «[…]η Βουλγαρία δεν είχε ούτε νομικά, ούτε διπλωματικά, ούτε ηθικά ερείσματα. Είναι ανήκουστο, να εγείρει η Τουρκία διεκδικήσεις σε έδαφος που είχε παραχωρήσει στη Βουλγαρία και αυτή εν συνεχεία, μετά την ήττα της, στην Ελλάδα. Αυτά είχαν συμφωνηθεί στο Νεϊγύ» σύμφωνα με τον Παπαδάκη (2020:267). Επομένως, το κλίμα ήταν έντονο και οι βαλκανικές έχθρες μπορούσαν να αναζωπυρωθούν από στιγμή σε στιγμή. Όσον αφορά το ζήτημα της Δυτικής Θράκης, οι Άγγλοι, οι Ιταλοί και οι Γάλλοι συμφώνησαν με τη θέση του Βενιζέλου. Επιπλέον, ο λόρδος Κόρζον ενίσχυσε την άποψη του Βενιζέλου με το να υπενθυμίσει πως η Δυτική Θράκη είχε ρυθμιστεί οριστικά στο Νεϊγύ. Έτσι, η Δυτική Θράκη αποφασίστηκε να παραμείνει στην ελληνική επικράτεια.

Οι διαπραγματευτικές ικανότητες του Βενιζέλου ήταν εξαιρετικές. Ο αντίκτυπος για τις ελληνικές διεκδικήσεις όσον αφορά το ζήτημα των συνόρων της Θράκης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και το ζήτημα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου υπήρξε θετικός. Η τουρκική αντιπροσωπία απαιτούσε να διεξαχθεί δημοψήφισμα στην περιοχή της Δυτικής Θράκης, αλλά δεν το πέτυχε.  Σύμφωνα με τον Γιαννουλόπουλο (2005:259) «[…]οι αποστρατικοποιημένες ζώνες κατά μήκος του Έβρου, που έγιναν δεκτές από όλους σχεδόν του συνέδρους[…], έλυναν και το πρόβλημα της προβλεπόμενης από τη συνθήκη του Νεϊγύ ασφαλούς εξόδου της Βουλγαρίας στο Αιγαίο, χωρίς να χρειαστεί να αφαιρεθεί […] η ελληνική κυριαρχία από τον ειδικό για την έξοδο αυτή εδαφικό διάδρομο». Στο ζήτημα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, που εκκρεμούσε από τους Βαλκανικούς πολέμους, η Ελλάδα είχε σχετικά ευνοηθεί. Το κεντρικό νησιωτικό συγκρότημα (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία) είχε καταχωρηθεί στο ελληνικό κράτος. Στα βορειοανατολικά στην αρχή οι Σύμμαχοι είχαν συμφωνήσει να δώσουν στην Ελλάδα την Ίμβρο, την Τένεδο, τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, αλλά στη συνέχεια αποφάσισαν να παραχωρήσουν τα δύο πρώτα στην Τουρκία, στοχεύοντας στην αποδοχή της υπογραφής της Συνθήκης ειρήνης από την κυβέρνηση της Άγκυρας με την εξής προϋπόθεση: να ισχύσει σε αυτά τα νησιά ένα ειδικό διοικητικό καθεστώς για τον σχεδόν αποκλειστικά ελληνικό πληθυσμό που κατοικούσε εκεί. 

Οι στρατιωτικοί με την έκβαση της Συνδιάσκεψης και ύστερα την υπογραφή της ειρήνης της Λωζάνης δεν ήταν τόσο ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι, όπως επίσης και ένα μέρος του ελληνικού λαού, κυρίως στο ζήτημα της Θράκης. Στη Δυτική Θράκη ανασυγκροτήθηκαν οι ελληνικές στρατιωτικές μονάδες με επικεφαλή τον στρατηγό Πάγκαλο. Ο Βενιζέλος όσον αφορά τη στρατιά του Έβρου θεωρούσε ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να επιτεθεί για να καταλάβει την Ανατολική Θράκη χωρίς τη συγκατάθεση των Συμμάχων ή έστω τη σύμφωνη γνώμη της Αγγλίας. Βέβαια, εκτιμούσε ότι με βάση την κατάσταση που επικρατούσε τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, μια τέτοια επιθετική ενέργεια θα προκαλούσε αναταραχή την στιγμή που οι Σύμμαχοι ήθελαν τη σύναψη ειρήνης. Εκτός όμως από την περίπτωση που οι Τούρκοι επιτίθεντο πρώτοι κατά των Συμμάχων στην περιοχή των Στενών και στην Κωνσταντινούπολη.

Ωστόσο, αν υπήρξε τελικά σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η Ελλάδα έπρεπε να εξασφαλίσει στρατιωτικά την περιοχή της Δυτικής Θράκης από μια ενδεχόμενη επιθετική ενέργεια της Βουλγαρίας. Σε αυτό το ενδεχόμενο, ο Βενιζέλος υποστήριξε ότι η Ελλάδα χρειαζόταν να συμμαχήσει με τη Ρουμανία και κυρίως με τη Σερβία. Για να επιτευχθούν όμως οι συμμαχίες θα έπρεπε να υπάρχουν κάποια συμφέροντα από την πλευρά τους. Ο Βενιζέλος πρότεινε το εξής: «μετά το τέλος των εχθροπραξιών, και πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα (ξανα)κέρδιζε ολόκληρη την Ανατολική Θράκη μέχρι την Τσατάλτζα, να δοθεί στη Γιουγκοσλαβία η Φλώρινα και η (κατά πλειοψηφία σλαβόφωνη) περιοχή της» (Γιαννουλόπουλος, 2005:262). Η κυβέρνηση της Αθήνας όμως διαφωνούσε με την πρόταση αυτή. Μετά την άρνηση της Σερβίας να συμμαχήσει, ο Βενιζέλος στράφηκε στα ζητήματα που αφορούσαν την Ελλάδα και έπρεπε να λυθούν στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης. Ο Βενιζέλος προσπάθησε να πείσει τους αντιπροσώπους στη Συνδιάσκεψη με εύλογα επιχειρήματα για να μην μπορούν να τον διαψεύσουν. Επιθυμούσε να υπογράψει την ειρήνη με την Τουρκία για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες μεταξύ των δύο χωρών και οι δύο λαοί να μπορέσουν να συμβιώσουν στη Μεσόγειο ειρηνικά. Έτσι, ο Βενιζέλος εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης και προσπάθησε να μετατρέψει τους δυσμενείς για την Ελλάδα όρους σε πιο ευνοϊκούς.

Εικόνα 2: Ο Βενιζέλος αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης. Ανακτήθηκε από: http://www.venizelosarchives.gr/rec.asp?id=41592 (Τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 28/05/2022).

Βιβλιογραφία
⦁ Βερέμης Θάνος & Νικολακόπουλος Ηλίας (επιμ.), «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η εποχή του», ΤΑ ΝΕΑ-Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005.

⦁ Δαφνής Ε. Γρηγόρης, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο επίκεντρο της Ιστορίας», Τόμος Α΄, Εκδόσεις Το Βήμα-Alter Ego Α.Ε., Αθήνα 2020.

⦁ Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, «Ο Εθνικός Διχασμός, η Μικρασιατική Καταστροφή, το Έπος του ’40 (1913-1941)», Τόμος 34, Μέρος Α΄, Επετειακή Έκδοση για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2021.

⦁ Κολλάρος Ν. Βασίλης, «Η μειονοτική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου (1898-1933)», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, Αθήνα-Χανιά, 2022.

⦁ Μαυρίδης Α. Δημήτρης, «Από τον Θρίαμβο στην Καταστροφή. 100 χρόνια από τη Μικρασιατική εκστρατεία και τη μικρασιατική καταστροφή», Ιερά Μητρόπολις Μαρωνείας και Κομοτηνής, Κομοτηνή 2022.

⦁ Παπαδάκης Νίκος, «Ελευθέριος Βενιζέλος: ο Άνθρωπος, ο Ηγέτης. Διπλωματικοί θρίαμβοι-Εκλογική ήττα και εξορία (1917-1928)», Γ’ Τόμος, Η Καθημερινή σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, Χανιά-Αθήνα 2020.

⦁ Συρίγος Μ. Άγγελος, «Ελληνοτουρκικές σχέσεις», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015.

⦁ Χαλκιαδάκης Γ. Εμμανουήλ, «Νεότερη Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία. Από τη Γαλλική και την Ελληνική Επανάσταση μέχρι τις απαρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», [Πανεπιστημιακές Σημειώσεις (αναθεωρημένες) μαθήματος (Δ05Π04)], Πανεπιστήμιο Κρήτης, Σχολή Επιστημών Αγωγής, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.), Χειμερινό εξάμηνο 2020-2021, Ρέθυμνο 2020.

Δικτυογραφία
⦁ Ηλιάδου-Τάχου Σοφία, «Νέα Ελληνική Ιστορία», [Πανεπιστημιακές Σημειώσεις], Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.), Χειμερινό εξάμηνο 2020-2021, Φλώρινα 2020, Ανακτήθηκε από: https://eclass.uowm.gr/modules/document/?course=ELED255 (Τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 20/05/2022).

⦁ Κλάψης Αντώνης, 17/07/2017, «Η Συνθήκη της Λωζάννης είναι αντίστροφη πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας», Ανακτήθηκε από: https://clioturbata.com/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82/laconferencedelausanneanklapsis/ (Τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 20/05/2022).

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.