Οι Ελληνικές κοινότητες στην Ουγγαρία (17-19ος αι.)

Γράφει ο Δημήτρης Λαζογιώργος- Ελληνικός, από το Περιοδικό Ελλοπία τ. 66, Καλοκαίρι 2003, σελ. 50-54

Ο 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται στην Ουγγαρία από τις επανειλημμένες εξεγέρσεις των Ούγγρων για την ελευθερία τους, αλλά και από κάτι άλλο που ενδιαφέρει εμάς τους Έλληνες: τότε φουντώνει και το μεγάλο κύμα των Ελλήνων εμπόρων στην αρχή και βιοτεχνών αργότερα, που φτάνουν στη χώρα των Μαγυάρων από τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Οι έμποροι ήθελαν απλώς να εμπορευτούν, οι βιοτέχνες όμως σκόπευαν να εγκατασταθούν στη χώρα αυτή και να δουλέψουν ελεύθερα, μακριά από τον τουρκικό ζυγό. Υπάρχει άλλωστε και μια τεράστια μαρτυρία γι’ αυτό, ακλόνητη και μοναδική: το ελληνοσερβικό χωριό του Αγίου Ανδρέα, στην όχθη του Δούναβη, 25 περίπου χιλιόμετρα έξω από την Βουδαπέστη. Είναι ένα χωριό που ιδρύθηκε αποκλειστικά από Σέρβους και Έλληνες εμπόρους, κι αν σήμερα οι απόγονοι τους ή έχουν φύγει ή έχουν εξουγγριστεί απομένουν εκεί ακλόνητοι και αψευδείς μάρτυρες του περάσματος τους, της παρουσίας τους και της δημιουργικής τους δράσης, τα κτίρια και η θαυμάσια εκκλησία του Αγίου Ανδρέα με τις ελληνικές επιγραφές της. Επίσης, το ότι οι τωρινοί κάτοικοι του είναι καλλιτέχνες, είναι το καλύτερο που μπορούσε να γίνει για έναν χώρο από τον οποίο πέρασαν και δημιούργησαν Έλληνες.

Πριν όμως αναφέρουμε τις σπουδαιότερες από τις Ελληνικές Κοινότητες στην Ουγγαρία, πρέπει από την αρχή να πούμε ότι οι Έλληνες της Ουγγαρίας -εκτός από το εμπόριο και τη βιοτεχνία- ασχολήθηκαν ακόμα με τη γεωργία και με τη βιομηχανία και ότι πολύ γρήγορα κατόρθωσαν αφ’ ενός μεν να συγκεντρώσουν στα χέρια τους σημαντικό μέρος της οικονομικής ζωής της χώρας, αλλά και να κατακτήσουν με την τιμιότητα και την εργατι-κότητά τους τη συμπάθεια του ουγγρικού λαού. Πολλοί Έλληνες μάλιστα κατόρθωσαν να ανέλθουν και σε ανώτατα αξιώματα και θέσεις, όπως π.χ. ο Κωνσταντίνος Τερ-ζής από την Κοζάνη, που το 1750 εξελέγη Δήμαρχος Πέ-στης (στο ένα δηλαδή από τα δυο τμήματα της μετέπειτα Βουδαπέστης), αλλά και πολλοί άλλοι που πήραν και τους τίτλους του κόμητα ή του βαρώνου, όπως οι τρεις πάμπλουτοι μεγάλοι ευεργέτες: Ο ιδρυτής της δυναστείας Σίμων Σίνας, ο γιος του Γεώργιος και ο εγγονός του πρώτου Σίμων, πάλι κι αυτός Σίνας.

Ο πρώτος Σίνας (1753-1822) καταγόταν από την Μο-σχόπολη της Βορείου Ηπείρου, η δε προσφορά των επι-χειρήσεών τους στην οικονομική ανάπτυξη της Αυστροουγγαρίας υπήρξε τεράστια. Ενδεικτικά και μόνο θα αναφέρουμε εδώ ότι, εκτός από τα εργοστάσια νημάτων και βάμβακος που είχαν στην ιδιοκτησία τους, ανήκαν ακόμη και διάφορες άλλες μεγάλες εταιρείες και επιχειρήσεις.

Να σημειωθεί ότι η οικογένεια Σίνα είχε κατασκευάσει και ολόκληρο το δίκτυο των σιδηροτροχιών της Αυστρο-ουγγαρίας, καθώς και την περίφημη σιδερένια «Γέφυρα των Λεόντων» της Βουδαπέστης, που μέχρι σήμερα ορθώνεται περήφανα πάνω από το Δούναβη. Και, ακόμη, ότι στη βίλα της οικογένειας Σίνα στο GODOLO, έξω από

τη Βουδαπέστη, έμενε η αυτοκρατορική οικογένεια του Φραγκίσκου-Ιωσήφ και της Ελισάβετ, κάθε φορά που έφταναν στην πόλη. Η βίλα αυτή μάλιστα άρεσε στους ηγεμόνες τόσο πολύ, ώστε Ούγγροι ευγενείς συνεισέφεραν, την αγόρασαν και την προσέφεραν στο αυτοκρατορικό ζεύγος.

Στους επιφανέστατους Έλληνες της Ουγγαρίας θα πρέπει να προσθέσουμε και το μεγάλο εμπορικό οίκο των Νάκων με τον ιδρυτή του Χριστόφορο Νάκο, που πρώτος εισήγαγε στην Ουγγαρία την καλλιέργεια του βαμβακιού και τιμήθηκε με τον τίτλο του κόμητος. Να αναφέρουμε, ακόμη, πως Αυστριακός επιφυλλιδογράφος υποστήριξε στο παρελθόν ότι και οι πρόγονοι αριστοκρατικών ευγενικών οικογενειών της Ουγγαρίας, όπως π.χ. οι Αντράσ-συ και οι Ζήση (Zichy) ήταν Έλληνες από τη Μακεδονία μας!

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, ξεκινώντας από την πρώτη γνωστή στους ερευνητές και καταγεγραμμένη εμφάνιση Ελλήνων μεταναστών στην παλιά, κάποτε μεγάλη, πλούσια και δυνατή Ουγγαρία. (Άλλοτε η Ουγγαρία είχε έκταση 325.410 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο όμως υποχρεώθηκε να συ-ρικνωθεί στα 93.030. Μέτρο σύγκρισης μπορεί να θεωρηθεί το ότι η έκταση της Ελλάδος είναι 130.990 τετρ. χιλιόμ.).

Όπως, λοιπόν, αναφέρει ο αείμνηστος Σπυρ. Λάμπρος, στις 8 Ιουλίου του 1636 ο Γεώργιος Α’ Ρακόζη χορηγεί προνόμια στους Έλληνες και τους άλλους ορθόδοξους που βρίσκονται εγκατεστημένοι στην Τρανσυλβανία (τα ουγγρικά εκείνα εδάφη που σήμερα έχουν περιληφθεί στη Ρουμανία). Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε Έλληνες μετανάστες στην περιοχή, από το τέλος του 16ου με τις αρχές του 17ου αιώνα!

Υπάρχουν όμως κι άλλες απόψεις, όπως αυτή του Ούγγρου ερευνητή καθηγητή Γκιούλακ Μόρασβικ, που τονίζει ότι οι δεσμοί μεταξύ Ελλήνων και Ούγγρων χρονολογούνται από τότε που οι Ούγγροι έφτασαν στις περιοχές αυτές που θα γίνονταν πατρίδα τους, δηλαδή από το 896 μ.Χ. Κι αυτό γιατί από τότε βρίσκονταν σε άμεση και στενή επαφή με το Βυζάντιο…

Την άποψη των στενών επαφών Ούγγρων και Βυζαντινών ενισχύουν και τα βυζαντινά χειρόγραφα της βιβλιοθήκης του βασιλιά Ματθία (1443-1490), όπως και το βιβλίο ενός άλλου ερευνητή, του I. Τέλφυ Η ΟΥΓΓΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, απ’ όπου βγαίνει το συμπέρασμα ότι, ενώ μετά την πτώση του Βυζαντίου, πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στη Δύση και τη Ρωσσία, μερικοί έφτασαν στην Ουγγαρία, στην αυλή του Ματθία.

Όπως κι αν έχει πάντως το θέμα, από την παραπάνω δημοσίευση του Σπυρ. Λάμπρου που αναφέραμε, μαθαίνουμε ποια είναι η πρώτη καταγεγραμμένη ελληνική κοινότητα στο χώρο της Ουγγρικής επικράτειας. Πρόκειται για την Ελληνική Κοινότητα εμπόρων στο LIBIN της Βοημίας, που υπήρχε ήδη προ του 1656. Και βλέπουμε, επίσης, ότι 100 χρόνια αργότερα, περί το 1756, Έλληνες βρίσκονταν εγκατεστημένοι σε 17 χωριά και πόλεις της Τρανσυλβανίας: Albocarolina, Szasz-Regen, Nagy. Enyved, Thorda (Thorenburg), Kolos, Bistritz, Dees, Szamos-Uswar, Medlitz, Schassburg (Segesvar), Vasarhely, Radnoth, Nagy Sing, Axona, Coroncas, Nagy Varantz και Bungard, όπου οι ορθόδοξοι είχαν δική τους εκκλησία και τρόπο ταφής.

Το ότι τα πρώτα γραπτά και σίγουρα στοιχεία που αναφέρονται στους Έλληνες της Ουγγαρίας προέρχονται από την Τρανσυλβανία, είναι γεγονός αναμφισβήτητο. (Η Τρανσυλβανία ήταν το ένα από τα τρία τμήματα στα οποία χώρισαν οι Τούρκοι την Ουγγαρία αμέσως μετά την κατάκτηση της το 1541. Τα άλλα δυο ήταν αυτό που απέμεινε υπό την κυριαρχία του βασιλιά της Ουγγαρίας, κι αυτό το οποίο κατείχαν άμεσα οι ίδιοι).

Τον 16ο αιώνα, λοιπόν, στις πόλεις Μπράσιο και Ναγκυσέμπεν υπήρχαν κιόλας Έλληνες που είχαν φτάσει στην Τρανσυλβανία μέσω της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Επίσης, το 1588, στη συνέλευση της πόλης Γκιού-λαφεχηβάρ γίνεται λόγος για «Έλληνες εμπόρους». Η ακμή τους, όμως, χρονολογείται στον 17ο αιώνα, οπότε αποκτούν περισσότερα προνόμια.

Έλληνες έμποροι, όμως, εμφανίζονται γρήγορα και στα ουγγρικά εδάφη, που έμειναν υπό την κυριαρχία του βασιλιά της Ουγγαρίας. Στα αρχεία των πόλεων Έγγερ, Σάροσπατακ, Τοκάι, Μίσκολτς και Κάσσια υπάρχουν αρκετά στοιχεία για τους Έλληνες της εποχής εκείνης, που σύντομα πληθαίνουν τόσο, ώστε ο βασιλιάς Λίποτ ο Α’ να ιδρύσει την Υπηρεσία Γενικής Επιθεωρήσεως, ειδικά για την παρακολούθηση των Ελλήνων εμπόρων, και σε λίγο, το 1667, να τους χορηγήσει και ειδικά προνόμια.

Στο τρίτο τώρα τμήμα της Ουγγαρίας (αυτό που όπως είπαμε βρισκόταν στην άμεση κατοχή των Τούρκων) το εμπόριο με τα Βαλκάνια και γενικά με την Ανατολή το έκαναν στην αρχή οι ίδιοι οι Τούρκοι. Αργότερα, όμως, τον 17ο αιώνα, άφησαν το ρόλο αυτό στους Έλληνες και οι ίδιοι περιορίστηκαν στα στρατιωτικά και εφοριακά προβλήματα. Έτσι, σιγά-σιγά, το εμπόριο συγκεντρώνεται στα ελληνικά χέρια, ιδίως μετά το δεύτερο κύμα Ελλήνων που φτάνει στην Ουγγαρία μετά τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, το 1699, και, κυρίως, μετά και το τρίτο κύμα που έρχεται μετά τη Συνθήκη του Πασσάροβιτς, το 1718, με την οποία εξασφαλίστηκε η ελεύθερη διακίνηση των Ελλήνων εμπόρων και των εμπορευμάτων τους με τελωνειακό δασμό μόνον 3%.

Ποιες ήσαν όμως στο σύνολο τους «των Ελλήνων οι Κοινότητες», όπως λέει και το τραγούδι;

Αναφέραμε ήδη τα ονόματα δυο από αυτές: Του Αγίου Ανδρέα και της Βουδαπέστης. Ας προσθέσουμε, λοιπόν, ότι μεταξύ πολλών άλλων, ελληνικές κοινότητες υπήρξαν ακόμη στο Τζαίντζαϊς (GYONGVOS), στο Έρλαου ή Έγκερ (ERLAU ή EGER), το Μίσκολτζ (MISCOLCZ), το Νεόφυτο (NEUSATZ ή NOVI SANT), το Σέντες (SZENTES) και την Τοκάια (TOKAJ), ενώ δευτερεύουσες ελληνικές παροικίες ήκμασαν στο Κεσκεμέτς, το Επταπύργιο (SIEBENBURG), το Νιέσεγκ, την Τόρνοβα, το Έγκρι και πολλές άλλες πόλεις, που άλλοτε μεν ήσαν ουγγρικές, σήμερα όμως ανήκουν σε άλλα κράτη. Παράδειγμα η Πόλα που σήμερα ανήκει στην Κροατία, το Σεμ-λίνο (SEMUN ή ZEMUN) που όπως και το NEUSATZ ή NOVI SANT (ελληνικά «Νεόφυτο») που αναφέραμε, ανήκει στη Σερβία και το Πρέσμπουργκ ή Μπρατισλάβα που έχει δοθεί στη Σλοβακία, ενώ την Κροστάν-δη, την Ερμανούπολη, το Κλάουζενμπουργκ, το Τεμεσβάρ κι άλλες τις πήρε η Ρουμανία. Χωρίς βέβαια με αυτές να εξαντλείται ο κατάλογος, μια και υπάρχουν κι άλλες πολλές ακόμη.

Ας αναφέρουμε όμως τώρα και μερικά στοιχεία για τις κυριότερες από αυτές, με πρώτη αυτή της Βουδαπέστης. Η Κοινότητα αυτή ιδρύθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα. Από το 1790 διατηρούσε μεγαλοπρεπή και αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου Ναό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ορθοδοξία εμφανίστηκε στην Ουγγαρία τον 18ο ή τον προηγούμενο του αιώνα. Κάθε άλλο. Γιατί πολύ πριν από το 896 μ.Χ. (χρονιά που έφθασαν εκεί οι Ούγγροι) στις εκτάσεις αυτές ζούσαν ορθόδοξοι Σλάβοι, απόγονοι εκείνων που είχαν φωτισθεί και βαπτιστεί από τους Έλληνες Θεσσαλονικείς αδελφούς Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, καθώς και λίγοι Βυζαντινοί έμποροι.

Σήμερα, ακόμη και παρά την πολεμική των Ουνιτών (240.000 πιστοί), οι Ορθόδοξοι Ούγγροι είναι 40.000, ενώ υπάρχουν και άλλοι ουγγρικής μεν καταγωγής αλλά που ζουν στα πρώην ουγγρικά εδάφη που είναι στην επικράτεια της Ρουμανίας ή στα κράτη που μέχρι πριν από λίγο αποτελούσαν την πρώην Τσεχοσλοβακία, στην πρώην Γιουγκοσλαβία κ.λπ. Και είναι σημαντικό ότι στη Βουδαπέστη η Θεία Λειτουργία τελείται ακόμη και σήμερα, όχι μόνον στα ουγγρικά αλλά και στα ελληνικά.

Από το 1790, πάντως, η Ελληνική Κοινότητα Βουδαπέστης εκτός από τον Ναό διατηρούσε και Σχολείο με πλουσιότατη βιβλιοθήκη. Σημειωτέον ότι τα βιβλία της δεν ήσαν μόνον τυπωμένα, αλλά και πολλά χειρόγραφα. Η βιβλιοθήκη αυτή σχηματίστηκε κυρίως από δωρεές του ονομαστού Γεωργίου Ζαβίρα και άλλων Ελλήνων.

Πρώτοι εφημέριοι της Ελληνικής Εκκλησίας της Βουδαπέστης αναφέρονται κατά σειρά οι Γαβριήλ Καλλωνάς (1787-1790) και Ιωάννης Βρεπός, πρώτοι δε δάσκαλοι ο Γεώργιος Βεντότης (1780-1783), ο Μιχαήλ Παπαγεωρ-γίου από τη Σιάτιστα, ο Χαρίσιος Μεγδάνος, ο Γεώργιος Λεόντιος από την Καστοριά κ.ά. Δάσκαλος στη Βουδαπέστη ήταν επίσης και ο Χαρίσιος Δημητρίου Παπαγιαν-νούσης, που έγινε και αρχιερέας Βελιγραδίου στην αρχή και Μπουδουμίου (δηλ. Βουδαπέστης) έπειτα. Αυτούς ακολούθησε μια μακριά σειρά δασκάλων και ιερέων, που βοήθησαν στη συνεχή πρόοδο και τον πλουτισμό της κοινότητας αυτής, που έφτασε να διατηρεί τη λάμψη της μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τα επιφανέστερα μάλιστα στελέχη της, υπήρξε και ο Παύλος Χαρίσης, που διετέλεσε πρόεδρος της, πρόξενος της Ελλάδος στη Βουδαπέστη και ο οποίος άφησε ολόκληρη την πράγματι κο-λοσιαία περιουσία του στο «Χαρίσιο Ίδρυμα», με σκοπό να ιδρυθεί Γεωργική και Βιομηχανική Σχολή στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κοζάνη. Να μη ξεχνάμε, επίσης, ότι από τη Βουδαπέστη πέρασε για ένα διάστημα και ο Ρήγας Φεραίος, όταν ήταν γραμματέας του βαρώνου ντε Λάνγκενφελντ, ενός τοπικού άρχοντα της Ουγγροβλαχίας.

Η Κοινότητα της Βουδαπέστης είναι και η μοναδική ελληνική που σώζεται ακόμη σήμερα στη χώρα, κι αυτό λόγω των πολλών Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν πριν από μερικές δεκαετίες, ως συνέπεια των μεταπολεμικών γεγονότων στην Ελλάδα. Αν δεν υπήρχαν και αυτοί, ασφαλώς θα είχε εξαφανιστεί. Κι αυτό γιατί οι 40.000 περίπου ορθόδοξοι, που είπαμε ότι υπάρχουν στις μέρες μας στην Ουγγαρία, δεν είναι βέβαια όλοι τους Έλληνες…

Από τις άλλες Κοινότητες η ελληνική παροικία του Τζαίντζαϊς ιδρύθηκε και αυτή στα μέσα του 18ου αιώνα. Είχε εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη του Οσίου Ναούμ, με πρώτο προϊστάμενο τον Γαβριήλ Καλλωνά, αυτόν που έγινε και παπάς της εκκλησίας της Βουδαπέστης. Στο δε σχολείο της δίδαξε και ο Αναστάσιος Μουσπινιώτης από τα Γιάννενα.

Για την Ελληνική Κοινότητα μιας άλλης πόλης, του Ερλάου ή Ένγκερ, το μόνο που ξέρουμε είναι ότι στις αρχές του 19ου αιώνα είχε εκκλησία και σχολείο, το οποίο το 1825 είχε 25 μαθητές. Αυτό ασφαλώς προϋποθέτει έναν ελληνικό πληθυσμό 200 περίπου κατοίκων. (Αν λογαριάσουμε 25 οικογένειες των 4 ατόμων κατά μέσο όρο η κάθε μία, ίσον 100 άτομα. Συν όμως τους ανύπαντρους και τους ηλικιωμένους φτάνουμε τα 200 περίπου άτομα).

Εκκλησία και σχολείο είχε και η Ελληνική Κοινότητα του Μίσκολτζ από το 1746 κιόλας, με παπά και δάσκαλο τον Κων/νο Κορυτσαίο. Το 1823 το σχολείο του Μίσκολτζ είχε 47 μαθητές, που σημαίνει ότι η Κοινότητα αριθμούσε 300 με 400 περίπου άτομα.

Μια από τις παλαιότερες ελληνικές παροικίες της Ουγγαρίας ήταν και αυτή του NEUSATZ (στα ελληνικά «Νεόφυτο»). Πρόκειται για τη σημερινή σερβική πόλη NOVI SANT, της οποίας η Ελληνική Κοινότητα είχε από το 1774 κιόλας, εκκλησία και σχολείο, στο οποίο δάσκαλοι ήσαν ο Γεώργιος Λεόντιος από την Καστοριά, ο Άνθιμος Παπ-πάς από τα Τρίκαλα (1806-1811), ο Μιλτιάδης Αγαθόνι-κος από τη Θεσσαλονίκη (1812-1816), ο οποίος ήταν και ένας από τους θερμότερους Φιλικούς κι άλλοι πολλοί. Οι μαθητές σε αυτό το ελληνικό σχολείο από 22 που ήσαν το 1808 έγιναν 40 το 1823. Αργότερα όμως ήρθε η παρακμή και το 1848 οι Έλληνες του NEUSATZ ζητούσαν οικονομική ενίσχυση από την Ελληνική Κοινότητα της Βιέννης, προκειμένου να μπορέσουν να επισκευάσουν το σχολείο που είχε βομβαρδιστεί κατά την ουγγρική επανάσταση εκείνης της χρονιάς.

Μια άλλη Ελληνική Κοινότητα ήταν αυτή του TOKAJ (της Τοκάϊα με τα εξαίρετα κρασιά), που δημιουργήθηκε το 1719. Παπάς εδώ ήταν ο Θεόκλητος Πολυειδής, συγγραφέας του περίφημου βιβλίου «Αγαθάγγελος», που με τις προφητείες του, τόσο πολύ δυνάμωσε την πίστη του σκλαβωμένου Γένους στη μελλούμενη απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό. Οι τελευταίες πληροφορίες που έχουμε γι’ αυτήν την Κοινότητα είναι από το 1797, οπότε κάλεσαν για δάσκαλο εκεί τον πολυμαθή Πολυζώη Κοντό.

Το 1769 μάλιστα οι από τη Μακεδονία Έλληνες της Τοκάϊας αποτελούσαν και ξεχωριστή κομπανία, με πρόεδρο τον Ιωάννη Κόντη, ο οποίος είχε και δικό του οικό-σημο!

Λίγα περισσότερα πράγματα μπορούμε να αναφέρουμε για την Ελληνική Κοινότητα του Αγίου Ανδρέα. Πρόκειται για ένα χωριό λίγο πιο έξω από την Βουδαπέστη, στη λεγόμενη «καμπή του Δούναβη», το οποίο έχτισαν τον 17ο αιώνα Σέρβοι πρόσφυγες που έφυγαν από την πατρίδα τους για να γλυτώσουν από τον αλλόθρησκο κατακτητή. Σε λίγο τους ακολούθησαν και Έλληνες έμποροι (διότι η θέση που βρίσκεται ο Άγιος Ανδρέας ήταν ανέκαθεν προνομιούχος, αφ’ ενός μεν για την αποθήκευση των εμπορευμάτων των πλοίων που ανέπλεαν τον Δούναβη αλλά και για τη διανομή τους στη συνέχεια όχι μόνο στην Ουγγαρία αλλά και στις βορειότερες περιοχές). Έλληνες και Σέρβοι έζησαν εδώ αδελφωμένοι – και ενωμένοι κάτω από τη σκέπη της Ορθοδοξίας- για πάνω από 200 χρόνια, μέχρις ότου τα γεγονότα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα έβαλαν τέρμα σε όλα, και σχεδόν εξαφάνισαν την παρουσία τους από την πόλη.

Σήμερα, στον Αγιο Ανδρέα ζουν περίπου 60 με 70 σερβικής καταγωγής οικογένειες και καμιά ελληνική. Αψευδείς όμως μάρτυρες του περάσματος των Ελλήνων από εκεί και της δραστηριότητάς τους είναι οι εκκλησίες, τα κτίρια και τα μνημεία που άφησαν πίσω τους. Και όχι μόνον αυτό, αλλά τα ιστορικά αυτά κατάλοιπα αποδεικνύουν και το βαθμό συνεργασίας και αδελφοσύνης των τριών εθνοτήτων: Των Ούγγρων, που δική τους ήταν η φιλόξενη εκείνη γη, των Σέρβων και των Ελλήνων.

Π.χ. ο αναμνηστικός Σιδερένιος Σταυρός στο μέσον της κεντρικής πλατείας του Αγίου Ανδρέα και η πέτρινη στήλη πάνω στην οποία αυτός είναι τοποθετημένος λέγεται «Ορθόδοξος Ελληνικός» και σαν τέτοιος έχει αναγνωριστεί από τους ιστορικούς και αρχαιολόγους. Η επιγραφή, όμως, στο βάθρο του είναι σερβική και γράφει ότι τοποθετήθηκε εκεί από τους σέρβους εμπόρους του Αγίου Ανδρέα το 1763 σε ένδειξη ευχαριστιών, επειδή η πανώλη δεν «επισκέφθηκε» τότε την πόλη.

Αντίθετα, η εκκλησία στη γωνία της ίδιας πλατείας και του «Δρόμου των Ελλήνων» (GOROK UTCA), που χτίστηκε το 1752 από τον αρχιτέκτονα ANDRA’S MAYERHOFFER, παρ’ όλο που είναι πασίγνωστη σαν «Ελληνική Εκκλησία» δεν αναγνωρίζεται από τους αρχαιολόγους σαν τέτοια, παρά το ότι στον τοίχο της είναι εντοιχισμένη και η επιτύμβια ταφόπετρα του κτήτορά της, του Μακεδόνα Δημητρίου Τολογιάννη. Τι σημασία έχουν όμως, τώρα πια, τέτοιες λεπτομέρειες; Η ουσία είναι ότι εδώ ήκμασαν άλλοτε δυο κοινότητες, Ελλήνων και Σέρβων, πάνω σε μια γη που δεν ανήκε αρχικά στους προγόνους τους και που όμως τη δούλεψαν, την πότισαν με τον ιδρώτα τους στην αρχή και με το αίμα των απογόνων τους αργότερα, έστω κι αν οι τελευταίοι σιγά-σιγά εξαναγκάσθηκαν να εξουγγρισθούν…

Τα βασικώτερα αρχεία στα οποία υπάρχει πλούσιο υλικό για τη ζωή και τη δράση του απόδημου Ελληνισμού στην Ουγγαρία (και τα οποία δεν έχει μελετήσει κανένας Έλληνας ερευνητής, γιατί για να γίνει αυτό χρειάζεται να εκδηλώσει ενδιαφέρον, να μεσολαβήσει και να χρηματοδοτήσει το ελληνικό κράτος), τα βασικώτερα, λοιπόν, αρχεία είναι το Εθνικό Αρχείο του νομού Πέστης, το Αρχείο της ελληνικής εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα, το Αρχείο της ελληνικής εκκλησίας της Πέστης, τα Αρχεία των πόλεων της Ουγγαρίας, όπου έδρασαν οι 100 περίπου ελληνικές κοινότητες που υπήρξαν στη χώρα αυτή, καθώς και τα αρχεία πολλών εμπορικών οίκων.

Ο,τι όμως δεν έκανε η ελληνική πλευρά, το έκανε η ουγγρική επιστημονική έρευνα. Από όλους τους σχετικούς μελετητές θα αναφέρω, πρώτα, το διάσημο καθηγητή Έντεν Φιούβες, που έχει γράψει πάνω από 100 άρθρα, μελέτες, μονογραφίες και βιβλία για την ιστορία των διεσπαρμένων στην Ουγγαρία Ελλήνων (που, δυστυχώς, μου είναι απροσπέλαστα, διότι δεν γνωρίζω τη γλώσσα της χώρας του Βασιλιά και Αγίου Στεφάνου) και έχει ακόμη ερευνήσει και μελετήσει (εκτός από τα βασικά αρχεία που είπαμε πιο πριν) και τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες των πόλεων Πέστης, Κεσκεμέτς, Αγίου Ανδρέα, Ράτσκεβε, Μίσκολτς, Βατς, Έγγερ, Ναγκυκανίζια και Ναγκυσέμπεν. Οπως, λοιπόν, έχει γράψει για τους Ούγγρους η λέξη «GOROG» (Έλληνας) σήμαινε:

1)            τους γεννημένους Έλληνες,

2)            τους ορθόδοξους βαλκανικούς λαούς που μίλαγαν ελληνικά,

3)            τους απανταχού ορθόδοξους και

4)            ήταν ταυτισμένη με το εμπόριο. Γι’ αυτούς «Έλληνας» σήμαινε «έμπορος» και «έμπορος» σήμαινε «Έλληνας».

Η πλειονότητα των Ελλήνων εμπόρων ήταν από τη Μακεδονία κι ένα χαρακτηριστικό τους ήταν ότι όσοι προέρχονταν από την ίδια πόλη ή περιοχή της Ελλάδας συγκεντρώνονταν σε ένα μέρος της Ουγγαρίας. Στην πόλη Πόζιον π.χ. κατοικούσαν οι Έλληνες από τη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου, ενώ στο Χόντμεζιουβασαρέι και στο Σέντες όσοι ήσαν από την Κοζάνη. Δηλαδή, με άλλα λόγια, οι Έλληνες έκαναν κι εδώ πάλι «Αποικίες», όπως στην αρχαιότητα!

Στο σημείο όμως αυτό, δεν θα ήταν ίσως άσκοπο να πούμε ότι οι βασικοί τύποι των Ελλήνων εμπόρων στην Ουγγαρία ήσαν τρεις: Οι πλανόδιοι, οι μονίμως εγκατεστημένοι και οι εισαγωγείς εμπορευμάτων.

Οι πρώτοι, οι πλανόδιοι, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον εφοδιασμό των επαρχιακών οικισμών της Ουγγαρίας, με προϊόντα κι άλλα είδη εμπορευμάτων. Γι’ αυτό και ο πληθυσμός της ουγγρικής υπαίθρου δεχόταν πάντα με χαρά τους Έλληνες εμπόρους και εκτιμούσε ιδιαίτερα την εμπορική τους δραστηριότητα.

Η δεύτερη κατηγορία ήσαν οι μονίμως εγκατεστημένοι στις πόλεις, όπου ναι μεν οι συντεχνίες των Ούγγρων εμπόρων προσπάθησαν να εμποδίσουν την εμπορική δραστηριότητα των Ελλήνων, η επιδίωξή τους όμως αυτή απέτυχε, διότι ερχόταν σε αντίθεση με τις εμπορικές συμφωνίες που είχαν υπογραφεί με τους Τούρκους. Άλλωστε, την εγκατάσταση Ελλήνων εμπόρων σε πόλεις όπου δεν υπήρχαν άλλοι έμποροι, όχι μόνο την δέχονταν αλλά την υποστήριζαν κιόλας και οι γαιοκτήμονες της χώρας. Πάντως, η τακτική των Ελλήνων εμπόρων στις πόλεις αυτές απέβλεπε πρώτ’ απ’ όλα στο να εξασφαλίσουν μόνιμη κατοικία και έπειτα στο ν’ αγοράσουν γη και δικό τους σπίτι (γιατί τότε μπορούσαν να διεκδικήσουν την α-ναγνώρισή τους σαν ίσων με τους ντόπιους). Οι πλου-σιώτεροι, πάντως, και πιο ικανοί από τους Έλληνες εμπόρους έφτασαν μέχρι του να εκλεγούν στα Δημοτικά Συμβούλια των πόλεων όπου κατοικούσαν ή και στο να αποκτήσουν τίτλους ευγενείας και πρέπει να τονίσουμε ότι μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα δεν υπήρχε πια καμιά πόλη στην Ουγγαρία, όπου το εμπόριο να μη βρίσκεται στα χέρια των Ελλήνων.

Η τρίτη κατηγορία, οι εισαγωγείς εμπορευμάτων, μπορούμε να πούμε ότι έπαιξαν τον ρόλο του συνδετικού κρίκου μεταξύ του κυρίως ελληνικού χώρου και της Ουγγαρίας, και της μεταφοράς ιδεών και πολιτιστικών ρευμάτων. Και από την άποψη αυτή ο γενικώτερος ρόλος τους υπήρξε σημαντικότατος.

Η δράση όμως έφερε και την αντίδραση, τόσο από τους ντόπιους εμπόρους όσο κι από τους Αυστριακούς της Αυστροουγγαρίας αλλά και από τους Εβραίους, που η οικονομική παντοδυναμία των Ελλήνων τους ανησυχούσε. Έτσι, ένα αυτοκρατορικό διάταγμα του 1769 υπογράμμιζε πως πλήρη ελευθερία εμπορίου θα είχαν μόνον όσοι Έλληνες θα έπαιρναν και τις οικογένειές τους στην Ουγγαρία και θα έδιναν όρκο πίστεως, πράγμα που σήμαινε ταυτόχρονα και την απόκτηση της ουγγρικής υπηκοότητας. Μόνο τότε, θα μπορούσαν οι Έλληνες να κινηθούν ελεύθερα στο εξής, όπως τόνιζε κι ένα καινούργιο διάταγμα του 1775, αλλά κι ένα άλλο, εξοντωτικό αυτό, του 1784, που για να προστατέψει την αυστριακή βιομηχανία επέβαλε τον κανονισμό του φόρου του ενός τριακοστού (1/30), υποχρέωνε δηλαδή τους Έλληνες εμπόρους στην καταβολή δυσβάστακτων ποσών… Το διάταγμα αυτό, που έγινε αποκλειστικά και μόνο για να περιορίσει την επέκταση του ελληνικού εμπορίου όχι μόνο στην Ουγγαρία αλλά και στις άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, οδήγησε στην παρακμή της εμπορικής δραστη-

ριότητας των Ελλήνων σε όλη την Ουγγαρία. Η παρακμή τους, η οικονομική τους εξόντωση και ο εξουγγρισμός τους ολοκληρώθηκαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα και τη θέση τους κατέλαβαν οι Εβραίοι, τους οποίους δεν απασχολούσε καθόλου το θέμα της υπηκοότητας που τυχόν θα είχαν…

Έτσι, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (σύμφωνα με στατιστική των καθηγητών Έντρε Χόρβαρτ και Εντεν Φιούβες) οι Έλληνες της Ουγγαρίας μόλις και έφταναν τις 10.000, με 30 εκκλησιαστικές κοινότητες και σχολεία, ο αριθμός τους όμως άρχισε να μειώνεται ραγδαία, λόγω των κρατικών εναντίον τους μέτρων που αναφέραμε αλλά και την αφομοίωσή τους με τους Ούγγρους, τους Σέρβους ή τους Ρουμάνους, που ζούσαν στη χώρα. Αναμφισβήτητο, όμως, γεγονός παραμένει το ότι οι Έλληνες έμποροι διεδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στο εμπόριο του τόπου και στη διαμόρφωση του πρόωρου καπιταλισμού της Ουγγαρίας του 18ου αιώνα, καθώς και στην ανάπτυξη ζωηρών εμπορικών ανταλλαγών με τη Βιέννη, την Πολωνία, την Μοραβία και τις πόλεις των ορυχείων της Βόρειας Ουγγαρίας.

Επιπροσθέτως, στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο κυβερνήτης της Ουγγαρίας αντιβασιλεύς ναύαρχος Χόρτυ εξέδωσε και νέο διάταγμα, με το οποίο υποχρέωνε όσους πολίτες της χώρας του είχαν ξένο επώνυμο να το αλλάξουν με ουγγρικό, γιατί διαφορετικά δεν τους επιτρεπόταν να εργάζονται στους εμπορικούς οίκους ή τις δημόσιες υπηρεσίες της χώρας. Γι’ αυτό και σήμερα δεν υπάρχουν πια στην Ουγγαρία οικογένειες που να έχουν ελληνικά επώνυμα ή είναι τόσο σπάνιες.

Θά ‘πρεπε να πούμε ακόμη ότι σημαντικώτατη υπήρξε και η πνευματική καθώς και η πολιτιστική δράση των Ελλήνων της Ουγγαρίας στην Ουγγαρία, αυτό όμως αποτελεί υλικό για ολόκληρη ξεχωριστή μελέτη, την οποία άλλωστε έχει ήδη δημοσιεύσει ο εξαίρετος ερευνητής και λογοτέχνης Δημήτρης Κράνης («Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1600-1880» Εκδ. Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα 1991, σελ. 56, με πλουσιώτατη βιβλιογραφία).

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.