Οι επιχειρήσεις του Ιουστινιανού στη Βόρεια Αφρική

Γράφει ο Κώστας Μπαγιώτας

Οι Βάνδαλοι ήταν ένα από τα Γερμανικά φύλα που, αφού εγκαταστάθηκαν στην Ανδαλουσία και απέκρουσαν άλλα Γερμανικά φύλα, μετακινήθηκαν στη Β. Αφρική. Υπό την καθοδήγηση του Γιζέριχου κατέλαβαν την Καρχηδόνα το 439, την οποία έκαναν και πρωτεύουσα τους ενώ ,ύστερα από 16 χρόνια, λεηλάτησαν τη Ρώμη . Το 468 προκειμένου να τους τιμωρήσουν, οι Βυζαντινοί έστειλαν μια δύναμη τουλάχιστον χιλίων πλοίων και 100.000 ανδρών, υπό τον Βασιλίσκο . Ο τελευταίος αποβιβάστηκε στο λιμάνι του Μερκουρίου και ενώ βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα από την Καρχηδόνα, μια αντιπροσωπεία του Γιζέριχου τον προσέγγισε. Οι Βάνδαλοι αφού επεσήμαναν πως θα δέχονταν τους όρους(1), αιτήθηκαν πέντε ημέρες για να γίνουν οι απαραίτητες προετοιμασίες. Εκμεταλλευόμενοι την αδράνεια του Βασιλίσκου κατέκαψαν μεγάλο μέρος της Ρωμαίικής δύναμης χρησιμοποιώντας φλεγόμενα κενά πλοιάρια , δεδομένου του ευνοϊκού ανέμου. Στα επόμενα χρόνια οι Βυζαντινοί αποσόβησαν περαιτέρω προέλαση. Ο Γιζέριχος έστειλε αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη και έχτισε για αρκετά χρόνια μια καλή σχέση.

Ο θάνατος του Βάνδαλου ηγέτη το 477 σηματοδότησε τη σταδιακή παρακμή του βασιλείου. Το 523 ανέβηκε στο θρόνο ο Ιλδέριχος, γιός του Ονώριχου, διατηρώντας τις φιλικές σχέσεις με την Αυτοκρατορία. Ωστόσο το 530 ένας δισέγγονος του Γιζερίχου, ο Γελίμερος, τον έριξε από τον θρόνο και τον φυλάκισε. Ο Ιουστινιανός αντέδρασε στέλνοντας πρεσβεία για να διαμαρτυρηθεί, με τον Γελίμερο να είναι ανένδοτος. Ως εκ τούτου, με την αφορμή να έχει δοθεί, οι Βυζαντινοί συνήψαν το 532 την “απέραντη ειρήνη” με τους Πέρσες και ετοιμάστηκαν. Το κλίμα είχε στηθεί, μιας που η Τρίπολη της Λιβύης στασίασε κατά των Βανδάλων.

Τα γερμανικά βασίλεια της Δύσης πριν την αντεπίθεση του Ιουστινιανού
Χάρτης του Βανδαλικού Πολέμου

Η Σύγκρουση

Εκτός από τη Λιβύη, οι Βάνδαλοι είχαν να αντιμετωπίσουν και άλλα εσωτερικά προβλήματα. Στη Σαρδηνία, όπου και κυβερνούσε στο όνομα των Βανδάλων ο Γοτθικής καταγωγής Γώδας, έπαψε να υφίσταται έλεγχος. Ο Γελίμερος έστειλε δύναμη 5.000 ανδρών και 120 πλοίων υπό τον αδελφό του Τζάτζωνα για να αποκαταστήσει την τάξη. Ταυτόχρονα ο κυβερνήτης του νησιού ζήτησε βοήθεια από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, ο οποίος και προετοίμασε ένα σώμα για την Αφρική υπό τον Βελισάριο. Ο τελευταίος διέθετε 10.000 πεζούς και 5.000 ιππείς μαζί με 92 δρόμωνες.(2) Για τη Σαρδηνία προβλεπόταν δύναμη λίγων εκατοντάδων ανδρών . Έπειτα από καθυστέρηση λίγων ημερών, λόγω δηλητηρίασης κάποιων ανδρών από το ψωμί, ο στρατός κινητοποιήθηκε. Υπαίτιος της δηλητηρίασης ήταν ο Ιωάννης Καππαδόκης , που δεν ευνοούσε την εκστρατεία.

Ο Βελισάριος έχοντας πλήρη αυτονομία κινήσεων, επέλεξε να αποβιβαστεί ανατολικά της Καρχηδόνας, σε κάποιο σημείο της επαρχίας Βυζακηνής. Η απόφαση του έγκειτο στην αποφυγή εμπλοκής με τον εχθρικό στόλο. Μετά την απόβαση ο στρατός του πέρασε την Αδραμητό -σημερινή Σούσα της Τυνησίας- και έφτασε περίπου 70 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, στην τοποθεσία Γράσση. Τότε ο Γελίμερος ειδοποίησε τον αδελφό του Αμμάτα, που βρισκόταν στην πόλη, να εξοντώσει τον Ιλδέριχο και να προετοιμάσει τις δυνάμεις του στη τοποθεσία Δέκιμον.

Το Δέκιμον απείχε μόλις 14 χιλιόμετρα από την Καρχηδόνα και ο Γελίμερος σχεδίαζε τριπλό χτύπημα στον προελαύνοντα στρατό του Βελισαρίου. Σε πρώτη φάση ο Αμμάτας θα χτυπούσε την εμπροσθοφυλακή ενώ στη συνέχεια, το αριστερό πλευρό της βυζαντινής παράταξης θα απειλούσε ο ανιψιός Γιβαμούνδος με ένα απόσπασμα 2.000 ανδρών. Η κύρια δύναμη της οποίας ηγείτο ο Γελίμερος, επρόκειτο να χτυπήσει τα νώτα των Βυζαντινών.

Κατά τη διεξαγωγή της μάχης, λοιπόν, ο Αμμάτας σκοτώθηκε και οι Βάνδαλοι τράπηκαν σε φυγή. Το απόσπασμα του ανιψιού έφτασε καθυστερημένα και εξολοθρεύθηκε από τους Ούννους ιπποτοξότες . Η πλάστιγγα πλέον έγειρε σαφώς υπέρ των εισβολέων και τα πάντα θα κρίνονταν από την έφοδο του Γελίμερου. Το ιππικό του τελευταίου συνάντησε κάποιες διάσπαρτες δυνάμεις της Αυτοκρατορίας, οι οποίες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και ενώθηκαν με τον Βελισάριο. Εντούτοις, η καταδίωξη διακόπηκε και η μάχη που ακολούθησε, για μια ακόμη φορά, είχε καλή έκβαση για τους Βυζαντινούς. Οι Βάνδαλοι υποχώρησαν προς τη Νουμιδία.

Στις 15 Σεπτέμβρη οι νικητές εισήλθαν στην ανυπεράσπιστη Καρχηδόνα και ο Βελισάριος κάθισε στον θρόνο του Γελίμερου. Προσπάθησε έπειτα να καταστείλει προσπάθειες πλιάτσικου και ταυτόχρονα αντικατέστησε πολλούς αρειανούς ιερείς . Η καταληφθείσα πόλη οχυρώθηκε ενώ ο Τζάτζων με το εκστρατευτικό του σώμα συνέτριψε τον Γώδα στη Σαρδηνία . Οι Βάνδαλοι δεν είχαν πει την τελευταία τους λέξη. Ο Τζάτζων ανακλήθηκε και οι ενωμένες Βανδαλικές δυνάμεις έφτασαν σε κοντινή απόσταση από την Καρχηδόνα. Εκεί προξένησαν ζημίες στο υδραγωγείο, όσο οι αμυνόμενοι επιδιόρθωναν μέρος των τειχών. Τον Δεκέμβρη η κύρια δύναμη ιππικού υπό τον Ιωάννη τον Αρμένιο εξήλθε της πόλης. Την επομένη ακολούθησε και ο Βελισάριος με το πεζικό και κάποιες εκατοντάδες ιππείς. Στα μέσα του μηνός οι Βυζαντινοί έφτασαν στο Τρικάμαρο, 30 χιλιόμετρα από την πόλη, μέρος στο οποίο είχαν στρατοπεδεύσει οι εχθροί. Ένας ποταμός χώριζε τις δύο δυνάμεις. Οι Βάνδαλοι είχαν στη διάθεση τους δυνάμεις από τη φυλή των Μαυρουσίων. Οι Ούννοι, παρά την προσπάθεια των Βανδάλων να τους προσελκύσουν, επέλεξαν να στηρίξουν τον Βελισάριο.

Κατά τη διεξαγωγή της μάχης ο Ιωάννης κατάφερε να πλήξει το κέντρο της εχθρικής παράταξης, έπειτα από προηγούμενες αποτυχημένες προσπάθειες. Ο Τζάτζων σκοτώθηκε και οι Βάνδαλοι σύντομα υποχώρησαν στο στρατόπεδο τους, το οποίο και εγκατέλειψαν μαζί με τους θησαυρούς τους. Ο Γελίμερος, αφού παραδόθηκε τον Μάρτη του 534 με εγγύηση για τη ζωή του, οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στον ιππόδρομο της πόλης διοργανώθηκε τελετή θριάμβου από τον Ιουστινιανό, στην οποία παρέστη ο Βελισάριος ακολουθούμενος από τον Γελίμερο και Βάνδαλους στρατιώτες. Την πομπή συμπλήρωνε μια σειρά κάρα με τη λεία του πολέμου, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η menorah, ιερή εβραϊκή λυχνία. Την τελευταία είχε φέρει το 71 μ.Χ ο αυτοκράτορας Τίτος από το ναό των Ιεροσολύμων στη Ρώμη, την οποία λεηλάτησε ο Γιζέριχος το 455.(3)

Ψηφιδωτό Βανδάλου ιππέα.

Εκστρατεία σε Βυζακηνή και Νουμιδία

Έπειτα από τη νικηφόρα έκβαση του βανδαλικού πολέμου ο Βελισάριος αποσύρθηκε από την Καρχηδόνα, αναθέτοντας τη διοίκηση στον Σολόμων. Ο τελευταίος, παρά το ότι έλαβε ενισχύσεις, αντιμετώπισε μια δύσκολη πρόκληση από τους τοπικούς Μαυρούσιους. Κάποιοι, όπως είδαμε, υποστήριζαν τους Βάνδαλους και άλλοι διατηρούσαν φιλικές ή ουδέτερες σχέσεις με την αυτοκρατορία. Στην επαρχία της Βυζακηνής, που ταυτίζεται χοντρικά με τη σύγχρονη κεντρική και ανατολική Τυνησία, οι φυλές εξεγέρθηκαν. Διάφορες βυζαντινές φρουρές εξοντώθηκαν μαζί με σημαντικούς αξιωματικούς, όπως ο Ρουφίνος. Το 535 ο Σολόμων ανέλαβε δράση και κινήθηκε με 18.000 άνδρες στην προαναφερθείσα περιοχή, νότια της Καρχηδόνας. Η δύναμη έφτασε στην περιοχή Mammes, όπου στρατοπέδευαν οι φύλαρχοι. Αυτοί σχημάτισαν μια κυκλική διάταξη από καμηλιέρηδες, εντός της οποίας βρίσκονταν τα γυναικόπαιδα τους. Παρά την αρχική τους υπεροχή, η ρότα της μάχης άλλαξε υπέρ των Βυζαντινών, κατόπιν ουσιαστικής παρέμβασης του διοικητή.

Μετά από σύντομο διάστημα η εκστρατευτική δύναμη προσέγγισε το όρος Bourgaon, όπου οι Μαυρούσιοι είχαν στρατοπεδεύσει. Ο Σολόμων ανέμενε να αναμετρηθούν σε πεδινό έδαφος, εντούτοις οι τελευταίοι δεν ήταν πρόθυμοι να αφήσουν την περίοπτη και οχυρή τοποθεσία τους. Παρά την επιφυλακτικότητα τους δεν φύλασσαν καλά τις ανατολικές πλαγιές του όρους, θεωρώντας πως δεν είναι προσπελάσιμες. Έτσι το επίλεκτο σώμα των εξκουβιτόρων υπό τον Θεόδωρο, ανέλαβε δράση. Τη νύχτα κινήθηκε προς την κορυφή και χτύπησε τους εχθρούς, τους οποίους και έτρεψε σε φυγή. Σε αυτές τις δύο μάχες οι εχθροί που σφαγιάστηκαν ήταν δεκάδες χιλιάδες ενώ συνελήφθη και ο Εσδιλάσας, ένας εκ των ηγετών.

Όσοι Μαυρούσιοι κατάφεραν να γλιτώσουν κινήθηκαν προς το όρος Αυράσιο της Νουμιδίας που κυβερνείτο από τον Ιαύδα. Ενώ νέες επιχειρήσεις σχεδιάζονταν για τη Νουμιδία και τη Σαρδηνία , εξέγερση ξέσπασε. Αφορμή στάθηκε η απαλλοτρίωση κτημάτων των στρατιωτών από το κράτος. Ο Βελισάριος επέστρεψε στην Αφρική και καταδίωξε τον ηγέτη της ανταρσίας Στότζα, που κατέφυγε στη Μαυριτανία. Έπειτα από ένα σύντομο διάλειμμα κατά το οποίο την περιοχή κυβέρνησε επιτυχώς ο πατρίκιος Γερμανός, τοποθετήθηκε εκ νέου ο Σολόμων. Το 539 εκστράτευσε στο Αυράσιο και κατέλαβε το οχυρό Zerboule αλλά ο Ιαύδας κατέφυγε στο οχυρό Τουμαρ. Αυτό πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από τους Βυζαντινούς οι οποίοι παρ’ ολ’ αυτά, εδραίωσαν τη θέση τους στις δύο επαρχίες και κατασκεύασαν νέα οχυρά.

Πρέπει να τονιστεί εκ νέου πως, οι Μαυρούσιοι δεν φημίζονταν για τη συνεκτικότητα τους. Ό φύλαρχος Αντάλας διατηρούσε πολύ φιλικές σχέσεις με την αυτοκρατορία, έως εκείνη τη φάση. Όταν οι Μαυρούσιοι της Βυζακηνής εξεγέρθηκαν το 543, δυσαρεστημένος από τον Σολόμων, τους συνέδραμε αποφασιστικά. Παράλληλα επένδυσε στο διπλωματικό στίβο, συνάπτοντας συμμαχία με τους Λευάθες της Κυρηναϊκής. Σε μία σύγκρουση ο Σολόμων σκοτώθηκε και διάδοχος του ορίστηκε ο ανιψιός του Σέργιος. Ο τελευταίος, με την αποτυχημένη διακυβέρνηση του, αποτελούσε κόκκινο πανί για τους κατοίκους και τον στρατό. Τους Μαυρούσιους ενίσχυσε ο Στότζας ενώ ο Ιουστινιανός απέστειλε δυνάμεις υπό τον Αρεόβινδο. Ο τελευταίος ανέλαβε τις επιχειρήσεις στη Βυζακηνή ενώ ο Σέργιος στη Νουμιδία. Ο τελευταίος μετά από σύντομο διάστημα πήρε μετάθεση στην Ιταλία και ο Αρεόβινδος έμεινε μόνος. Αφορμή της μετάθεσης στάθηκε η ήττα στη Thacia από τους επαναστάτες. Σε αυτή τη μάχη, ο επικεφαλής του αποσπάσματος Ιωάννης Σισινιόλου ,παλιός εχθρός του Στότζα, ηττήθηκε. Προτού συλληφθεί από τους εχθρούς του, κατάφερε να σκοτώσει τον Στότζα. Ο συνασπισμός των εξεγερμένων είχε καταφέρει να θέσει υπό τον έλεγχο του την Αδραμητό η οποία, όμως, επανακτήθηκε με τέχνασμα από τους Βυζαντινούς

Το 545 στασίασε ο δούκας της Νουμιδίας Γόνθαρις, συμμαχώντας με τους Μαυρούσιους. Ο αποστάτης αξιωματικός κατάφερε να σκοτώσει τον Αρεόβινδο, του οποίου το κεφάλι έστειλε στον Αντάλα. Ωστόσο δεν τήρησε τη συμφωνία του με τους φύλαρχους και ήρθε σε ρήξη. Τελικά, κατά τη διάρκεια δείπνου, τον σκότωσαν οι Αρμένιοι στρατιώτες του αξιωματικού του, Αρταβάνη. Ο τελευταίος διορίστηκε διοικητής της Βυζαντινής Αφρικής αλλά αντικαταστάθηκε το 546 από τον Ιωάννη Τρωγλίτη, αξιομνημόνευτο αξιωματικό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Σύμφωνα με το βιβλίο “Σύντομη Ιστορία του Βυζαντίου”, του J.J.Norwich

(2) Στη δύναμη συμπεριλαμβάνονταν και αρκετοί Ούννοι μισθοφόροι ιπποτοξότες. Δρόμωνας ήταν το μικρότερο πολεμικό πλοίο, ταχύ και ελαφρύ.

(3) Ο Ιουστινιανός φαίνεται να την επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα κατόπιν αιτήματος των εβραίων.

Από την Ομάδα ΦΒ Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.