Οι καιροί απαιτούν θυσίες

Γράφει ο π. Μιλτιάδης Ζέρβας

Ἡ προσταγὴ αὐτὴ ἀκούγεται στὶς μέρες μας ἀπὸ Δύση καὶ Ἀνατολή, ἀπὸ «δεξιὰ» καὶ ἀριστερά». Θεσμοί, τεχνοκράτες, ἀξιωματοῦχοι καὶ εἰδικοὶ πάσης φύσεως μᾶς διαβεβαιώνουν ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀλλιῶς, πὼς δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος. Εἶναι τὸ κέλευσμα αὐτὸ πολιτικὴ πρόταση; Ἴσως τοῦτο μοιάζει αὐτονόητο. Ἴσως πάλι τὰ πράγματα νὰ μὴν εἶναι ἀκριβῶς ὅπως φαίνονται.

Εἶναι πλέον περισσότερο ἀπὸ δύο αἰῶνες, ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα διαλέγεται μὲ μιὰ θεώρηση τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει δογματικὰ πὼς ὁ οὐρανὸς δὲν κρύβει κάτι ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄνθρωπο· πὼς ἡ γῆ περικλείει κάθε τι σημαντικό, κάθε ἀξία, ὁτιδήποτε ἔχει ἀνάγκη. Ἀπὸ τὰ πλέον χαρισματικὰ μυαλὰ ἀκούστηκε σθεναρὰ τὸ νεωτερικὸ ἄγγελμα: «Ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός».

Τούτη ἡ «πρόοδος» πιστεύθηκε πὼς θὰ ἀπελευθερώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὶς δυνάμεις του. Ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη τῶν «μοντέρνων καιρῶν» θεωρήθηκαν ἀποτέλεσμα ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς δυναμικῆς. Ὁ ἄνθρωπος ἐπιτέλους κάνει θαύματα ποὺ ἐξυπηρετοῦν τὴ ζωή του, ποὺ τὴν καθιστοῦν πιὸ εὔκολη καὶ περισσότερο ἀπολαυστική.

Ὅμως ὁ ἄνθρωπος παρότι ἀνακαλύπτει καὶ τεχνολογεῖ, συνεχίζει νὰ πεθαίνει. Συνεχίζει νὰ πονᾶ, συνεχίζει νὰ φοβᾶται. Κατανοεῖ μὲ τρόπο ὀδυνηρὸ ὅτι εἶναι φθαρτός, ἀφοῦ δυνάμεις ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὁρίσει ἐπηρεάζουν τραγικὰ τὸν βίο του.

Ἡ ψευδαίσθηση τῆς παντοδυναμίας του ἀπὸ τὴ μία, καὶ ἡ καταθλιπτικὴ συνειδητοποίηση τῆς ἀνημποριᾶς του ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁδηγεῖ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ἐκ νέου στὴν ἔννοια τῆς θρησκείας. Δὲν ἀναφερόμαστε σὲ μιὰ κάποια κατάφαση στὴ πίστη. Μιλοῦμε γιὰ τὴ θρησκεία ὡς μέσο καταστολῆς καὶ κατευνασμοῦ τοῦ ἄγχους καὶ τῆς θλίψης ποὺ κατακλύζει τὴν ὕπαρξη, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τῆς προαναφερθείσας σχιζοφρενικῆς κατανόησης τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἄλλοτε ὡς κέντρο τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλοτε ὡς μονάδας ἀσήμαντης.

Μὲ ἄλλα λόγια ἡ «πρόοδος» τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, κατεργάστηκε ἠθελημένα ἢ ἀθέλητα μιὰ φοβερὴ ὀπισθοδρόμηση· τὴν ἐπιστροφὴ στὴν εἰδωλολατρία.

Ὁ ἄνθρωπος σήμερα λατρεύει εἴδωλα, μὲ ἕνα τρόπο πέρα γιὰ πέρα θρησκευτικό, ἐνίοτε καὶ θρησκόληπτο. Ἀρκεῖ νὰ ἀνακαλέσει κανεὶς στὴ μνήμη του τὶς τηλεοπτικὲς μαρτυρίες τῶν δελτίων εἰδήσεων, κάθε φορὰ ποὺ μιὰ πολυεθνικὴ ἑταιρεία ἀνακοινώνει τὴν διάθεση πρὸς πώληση ἑνὸς νέου smartphone: Οὐρὲς «προσκυνητῶν» τοῦ νέου «θαύματος» τῆς τεχνολογίας, συρρέουν στὰ πολυκαταστήματα, στοὺς «ναοὺς» τῆς κατανάλωσης, συχνὰ ὧρες πρὶν αὐτὰ ἀνοίξουν, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴ νέα συσκευὴ οἱ «εὐλογημένοι» ποὺ ἔχουν τὰ μέσα· ἢ γιὰ νὰ τιμήσουν τὸ νέο εἴδωλο, νὰ τὸ ἀγγίξουν, νὰ τὸ ἐπεξεργαστοῦν, νὰ τὸ ποθήσουν, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν τὰ μέσα γιὰ νὰ ἀξιωθοῦν μιᾶς τέτοιας «χάριτος».

Εὐρύτερα προσεγγίζοντας τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διαπιστώσει κανεὶς πὼς τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας στὸ δυτικὸ πολιτισμὸ ἔχει λάβει θρησκευτικὸ χαρακτήρα, δημιουργώντας μιὰ κοσμικὴ «θεολογία». Τὴ φιλοσοφικὴ σκέψη καὶ τὸν δυτικὸ χριστιανικὸ στοχασμὸ ἀρκετὰ τοὺς ἀπασχόλησε τὸ ζήτημα τοῦ «πρώτου αἰτίου». Ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης, ἀκολουθώντας τὴ σκέψη τοῦ Ἀριστοτέλη, ὑποστήριξε πὼς καθετὶ ὀφείλει τὴν ὕπαρξή του σὲ μία αἰτία. Ὅμως ἀκόμα καὶ αὐτὸ ποὺ γεννᾶ κάτι, ἢ ἐκεῖνο ποὺ παράγει ἕνα ἀγαθό, ἀκόμα καὶ αὐτὸ ἔχει μίαν ἀρχή, ἄρα καὶ ἕνα αἴτιο μὲ τὴ σειρά του. Ἔτσι δημιουργεῖται μία ἀπέραντη ἁλυσίδα αἰτιῶν καὶ αἰτιατῶν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Ἀκινάτη δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ καταλήγει σὲ ἕνα «πρῶτο αἴτιο», ποὺ ἐκεῖνος τὸ ταυτίζει μὲ τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως τί γίνεται τώρα ποὺ μᾶς «ἀποκαλύφθηκε» ἀπὸ τοὺς μεγάλους διανοητὲς τῆς νεωτερικότητας πὼς ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει; Ὅσο καὶ ἂν φαίνεται παράδοξο, μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἐγκαταλείφθηκε, μὰ ἡ θεολογικὴ ἐπιχειρηματολογία τοῦ «πρώτου αἰτίου» παρέμεινε ἐργαλειακὰ στὸ δυτικὸ στοχασμό. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ κάποιοι διανοούμενοι εἰσηγήθηκαν, ἔμμεσα ἢ ἄμεσα, νὰ τοποθετηθεῖ ἡ οἰκονομία στὴ θέση τοῦ «πρώτου αἰτίου». Ἡ οἰκονομία, ὡς αἰτία κάθε πράγματος, θὰ μποροῦσε νὰ σημαίνει σὲ ἐπίπεδο θεωρητικὸ πὼς ἡ ἀνάγκη γεννᾶ τὸν κόσμο ἢ διαφορετικὰ πὼς ὁ κόσμος ἀναγκαστικὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξει καὶ γι’ αὐτὸ ὑπάρχει. Πρακτικά, ἡ οἰκονομία ὡς «πρῶτο αἴτιο» σημαίνει ὅτι πίσω ἀπὸ κάθε ἱστορικὴ ἐξέλιξη ὑπάρχει ἕνας λόγος ποὺ ἀφορᾶ συμφέροντα. (Γιὰ παράδειγμα: Γιατί οἱ Ἕλληνες ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τῶν Τούρκων; Γιὰ νὰ μὴν πληρώνουν τὰ χαράτσια καὶ νὰ ἔχουν πρόσβαση ἐλεύθερη στὰ ἀγαθά).

Ἡ συγκρότηση τοῦ κοινοῦ βίου στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀνάγκης ἀποτελεῖ ἴσως τὸν πιὸ βάρβαρο πρωτογονισμὸ τῆς κοινωνίας. Μὲ λόγους ἁπλούς, τοῦτο σημαίνει πὼς ζοῦμε ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον ἀναγκαστικά, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀτομική μας ἀδυναμία, γιατὶ ἀποδεχόμαστε μετὰ λύπης πὼς ὁ ἕνας χρειάζεται τὸν ἄλλο. Δὲν ὑπάρχει κάποια ἀλήθεια ποὺ μᾶς συνέχει, κάποιο νόημα ποὺ μᾶς ἑνώνει σὲ μιὰ κοινὴ ζωή. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ὁ κοινωνικὸς βίος ἐλεύθερη ἐπιλογή, ἡ ὁποία φέρει κάποια σημασία, ἡ ὁποία κάπου μᾶς ὁδηγεῖ, ἀλλὰ ἕνα ἀναγκαῖο κακό.

Ἡ θεώρηση αὐτὴ ὑψώνει, ὡς σύμβολο τοῦ βίου τῆς ἀναγκαιότητας, τὸ ἱερὸ τοτὲμ τῆς οἰκονομίας. Κι ὅπως κάθε εἴδωλο, ἔτσι καὶ αὐτό, ἀπαιτεῖ θυσίες αἵματος, προστάζει σφαγὴ ἀνθρώπων. Ἡ διαπίστωση λοιπὸν πὼς «οἱ καιροὶ ἀπαιτοῦν θυσίες» δὲν εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ μιὰ συνειδητὴ πρόσκληση σὲ μιὰ λατρεία παγανιστική.

Ἡ πιὸ οὐσιαστικὴ ἀντίδραση ὅμως σὲ τούτη τὴν καινὴ εἰδωλολατρία δὲν εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς θυσίας ἀλλὰ ἡ κατάφαση στὸ ἀληθινὸ περιεχόμενο αὐτῆς, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τὴν ἐννοεῖ, ἔτσι ὅπως τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὴν ἐγκαινιάζει μέσα στὴν ἱστορία. Γιατὶ Ἐκεῖνος τὴν ἄλογη καὶ ἀπάνθρωπη λατρεία τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀνάγκης τὴν μεταποιεῖ σὲ λατρεία λογική, σὲ κοινωνία προσωπικὴ μετὰ τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀπαιτεῖται πλέον τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ γιὰ νὰ κατευνασθεῖ ἡ ὀργὴ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλὰ προσφέρεται ἑκούσια τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου, ὥστε νὰ γίνει πόμα ἑνότητας τῶν ἀνθρώπων, κέντρο τοῦ κοινοῦ τους βίου, θεμέλιο τῆς ἐλευθερίας τους.

Σὲ τούτη τὴ θεώρηση οἱ ἀνάγκες μας λαμβάνουν τὶς φυσικές τους διαστάσεις. Δὲν βρίσκονται πλέον στὸ ἐπίκεντρο τῆς ζωῆς, γιατὶ κέντρο τοῦ βίου μας δὲν εἶναι πλέον ὁ θάνατος, ἐκεῖνος ποὺ καταπατήθηκε μὲ τὴν θυσία καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ συγκρότηση τοῦ κοινοῦ μας βίου στὸ θυσιαστικὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου σημαίνει τελικὰ πὼς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ στερηθοῦμε ἐλεύθερα ὄχι μόνο τὰ «περιττὰ» ἀλλὰ καὶ τὰ «ἀπαραίτητα», ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν ἐλάχιστο ἀδελφό, ἐκεῖνον ποὺ δοκιμάζεται περισσότερο ἀπὸ ἐμᾶς. Μιὰ στάση στὸν ἀντίποδα τῆς ἐκσυγχρονιστικῆς πρότασης, ἡ ὁποία προστάζει τὴν ἐξουδένωση τῶν ἀδυνάτων, ὥστε οἱ ἔχοντες νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἱκανοποιοῦν ἀδιάπτωτα τὶς ψευδεῖς τους ἀνάγκες.

Μπορεῖ ἴσως τὸ χριστιανικὸ θυσιαστικὸ ἦθος νὰ ἀποτελεῖ μωρία γιὰ τὴ λογικὴ τῶν διαφόρων «think tanks», ἀλλὰ τοῦτος ὁ τρόπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν καταδυνάστευση τῆς ἀνάγκης· εἶναι ὁ μόνος ποὺ δύναται νὰ ἀποτρέψει τὴν πιὸ τραγικὴ ὀπισθοδρόμηση στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία.

Από το περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία τεύχος 291, Aπρίλιος 2017.
ΑΝΤΙΦΩΝΟ

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.