Οι Μεγάλοι Συγγραφείς των Κανόνων – Δαμασκηνός & Ανδρέας Κρήτης (βυζαντινοί λόγιοι, ποιητές & δημιουργοί)

γράφει ο Αλέξιος Παναγόπουλος (Academic.Prof.DDDr.Habil.)

Αρκετές φορές έχει απασχολήσει τους ειδικούς για το εάν υπήρξε ποίηση στο Βυζάντιο. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η στιχουργία δεν είναι ποίηση. Άν λοιπόν η βυζαντινή λογοτεχνία βρεθεί να έχει έμμετρο λόγο άμουσο, δίχως να έχει αισθητική επίδραση, τότε δεν μπορούμε να μιλούμε για ποίηση, αλλά για στιχουργία, η οποία δεν θα είναι κατ’ ουσία λογοτεχνία. Μια τέτοια στιχουργία αποτελεί αντικείμενο έρευνας της φιλολογίας και συγκεκριμένα της βυζαντινής φιλολογίας ως επιστήμης. Η έρευνα για τη γλώσσα, για τα είδη που εμφανίζονται και τον συσχετισμό τους με το ιστορικό παρελθόν και την σημασιολογία τους για το μέλλον, είναι σημαντική.[1]

Στο Ορθόδοξο και Ελληνοχριστιανικό Βυζάντιο εμφανίζεται η δημιουργία της στιχουργίας από ποικίλους πνευματικούς δημιουργούς. Προσεγγίζουν τα θέματα της έμπνευσής τους με μια μοναδική δημιουργικότητα και με διάφορα είδη. Με τη μορφή της θύραθεν και της εκκλησιαστικής στιχουργίας και με τη δημώδη και λογία μορφή. Παρατηρείται να εμφανίζονται εκατοντάδες βιβλίων με στίχους μέτριους, χωρίς πρωτότυπη έκφραση, δίχως σημαντική παρουσίαση του εσωτερικού ψυχικού κόσμου και αναμασώντας κοινοτοπίες. Τα χιλιάδες Τροπάρια, με τη μορφή «προσόμοια», σε γλώσσα λογία ή και στίχοι άνευ πολλής σπουδαιότητας, οι λεγόμενοι «διδακτικοί», σε δημώδη γλώσσα. Οι ανούσιες χρονογραφίες και τα μακροσκελή θεολογικά ή βυζαντινά ή πατερικά κείμενα, ανεξάρτητα από την γλωσσική μορφή και το σχετικό στόλισμα που τους γίνεται, κατακλύζουν πολυποίκιλα τη μεσαιωνική βυζαντινή μας λιτερατούρα. Από αυτά τα κείμενα τα δίχως πρωτοτυπία, τα δίχως εσωτερική καταπόνηση του δημιουργού τους, δεν σημαίνει, ότι θα πρέπει να τα καταδικάσουμε, κι όλα τα υπόλοιπα, δηλ. την λογία ποίηση των μελωδών και υμνογράφων, όπως: (Γρηγορίου, Συνεσίου, Ρωμανού, Σωφρονίου, Ανδρέα Κρήτης, Δαμασκηνού, Κοσμά Μαϊμουνά, Κασία, Ανωνύμων, ακόμα και την σατυρική ποίηση του Πτωχοπρόδρομου).

Η αληθινή υμνογραφία είναι άρηκτα συνδεδεμένη με το μέλος. Ο δημιουργός εμπνεύστηκε τόσο τα λόγια όσο και την μουσική, εμπνεύστηκε τον υμνογραφικό λόγο, την βυζαντινή μουσική. Έως σήμερα τα υμνογραφικά ποιήματα ως λόγος διασώζονται, σε λειτουργική χρήση μέσα στον εκκλησιαστικό λειτουργικό χώρο. Οι δημιουργοί που ονομάζονται «μελωδοί» διακρίνονται σε μεγάλους ή μικρότερης σημασίας. Ο μελωδός εμπνεύστηκε και μελωποίησε γεγονότα του αγιογραφικού, εκκλησιαστικού ή βυζαντινού βίου, χρησιμοποιώντας τα ως πηγή έμπνευσης και συνέγραψε μελωποιώντας σε συστήματα όπως: «κοντάκια», «κανόνες», προσόμοια». Οι υπόλοιποι πνευματικοί δημιουργοί που συνέγραψαν μόνο κείμενα, αυτοι ονομάζονται «υμνογράφοι» και όχι «μελωδοί».

Κατά τη σύνθεση των εκκλησιαστικών ύμνων συνθέτουν όχι και πάντοτε τόσο οι ικανοί ή χαρισματικοί μελωδοί, έτσι ο λόγος εμποδίζεται από τη πέδη του ειρμού, δηλ. της βυζαντινής μουσικής κατάληξης ή ψαλμωδίας. Η τροχιά με ποιητική διάθεση μπορεί να μην ξεφεύγει και να παρατηρείται η «μίμηση», δεν ήταν μίμηση μόνο του μουσικού συστήματος, των μέτρων, των εκφράσεων, αλλά και της γλώσσας. Μετά απ’ την εποχή των μεγάλων υμνογράφων και ποιητών, κυρίως απ’ τον 12ο αιώνα, παρατηρείται η χρήση ανοίκειων διατυπώσεων ή επιθέτων ή εγκωμίων σε αγιολογικά πρόσωπα ή αγίους, κατά πλεονάζουσα χρήση ή μορφή. Αυτό γινόταν γιατί ο υμνογράφος έπαιρνε ως έμπνευση ένα αρχαιότερο κείμενο και το προσάρμοζε στη νεώτερη αναγκαιότητα της δημιουργίας του.

Η πνευματική υποκλοπή και υπεξαίρεση δικαιολογείται και από τη χαλάρωση του πνευματικού βίου, την έλλειψη μεγάλων φωτεινών πνευμάτων, τη στέρηση των μεγάλων αγίων μοναχών, αλλά κι απ’ την έλλειψη βαθιά εγγράμματων ή λογίων. Κείμενα υμνογραφικά, εμφανίζονται και δίχως τη σπουδαιότητα των προηγούμενων αιώνων.

Το Γένος μας θα βρεθεί υπό την τουρκική σκλαβιά. Τότε θα εξαφανίζονται οι πνευματικοί δημιουργοί που μας είναι γνωστοί με τη διατύπωση ως «λόγιοι» ή «λογάδες»! Η ασυδοσία εμφανίζεται και στην σύνθεση των λειτουργικών βιβλίων, αλλά και στην σύνταξη Ιερών Ακολουθιών. Ο θεσμός του πατριάρχη είχε εξουσία πανίσχυρη και η τυπογραφία μόλις τότε είχε εμφανιστεί. Τυπογράφοι ως τυχοδιώκτες και κάποιοι κληρικοί αδόκιμοι ή ημιμαθείς, θα καταφέρουν, τώρα να ξεγελάσουν τη Πατριαρχική Αυλή και να κάνουν κάποιες διορθωτικές επεμβάσεις στα ιερά βιβλία των Ακολουθιών, ώστε αργότερα να θεωρηθούν γνήσια βυζαντινά λειτουργικά κείμενα. Όμως, η έρευνα των κωδίκων συνεπικουρεί γι’ αυτην την αυθαιρεσία των διορθώσεων. Που έκαναν δυστυχώς πάνω στα πρωτότυπα λειτουργικά κείμενα. Αργότερα έγιναν και κάποιες προσπάθειες για την αναθεώρηση των λειτουργικών βιβλίων και την επαναφορά των γνήσιων κειμένων, όμως ατόνησαν, πράγμα που στις ημέρες μας θα ήταν πολύ χρήσιμο να ξαναγίνει. Υπήρξαν και οι «μιμητές», οι οποίοι αντέγραφαν τους κλασσικούς, και χρησιμοποιούσαν στους χριστιανικούς στίχους τους, τις αναφορές σε παγανιστικές θεότητες, αλλά η σύνθεση αυτή, δίχως τον υποδειγματικό γνήσιο χριστιανικό βίο, δεν έγινε δεκτή και η ποίησή τους στην πορεία απορρίφθηκε.

[1] Πρβλ., στο βιβλίο: Αλεξίου Παναγόπουλου, Οι μεγάλοι συγγραφείς των Κανόνων – Δαμασκηνός & Ανδρέας Κρήτης. Βυζαντινοί υμνογράφοι & ποιητές. Αθήνα  2009.

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

pemptousia.gr

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.