Οι παραλίες των Ελλήνων και των Βέλγων και η ιστορία των διακοπών στη θάλασσα

Τον Αύγουστο του 1987, επιτελείς του ΠΑΣΟΚ πρότειναν στον Ανδρέα Παπανδρέου, να προχωρήσει σε προκήρυξη αιφνιδιαστικών εκλογών. Ο οξύνους και διορατικός τότε Πρωθυπουργός, απάντησε πως αυτό ήταν αδύνατο, διότι δεν έπρεπε να ενοχλήσουν τα “μπάνια του λαού”.

Θεσμός τα μπάνια του καλοκαιριού, που στην εποχή μας, είναι άμεσα ταυτισμένα με τις καλοκαιρινές διακοπές και την καλοκαιρινή άδεια. Ειδικά τον Αύγουστο. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Διότι στα πιο παλιά χρόνια, δεν υπήρχε “άδεια” από την εργασία, ούτε “διακοπές”. Τα παλιά χρόνια, οι άνθρωποι είχαν δύο επιλογές. Ή να δουλεύουν ασταμάτητα ή να μη δουλεύουν καθόλου. Η “άδεια εργασίας” ήταν έννοια άγνωστη, για εργοδότες και για εργαζόμενους. Όσο για τα μπάνια του καλοκαιριού, αυτά ήλθαν πολύ αργότερα, παρά το ότι ο άνθρωπος ήξερε να κολυμπά στη θάλασσα, από τους προϊστορικούς  χρόνους.

Για τη σχέση του ανθρώπου με το θαλάσσιο κολύμπι, υπάρχουν περιγραφές και διηγήσεις, παλιές όσο και ο άνθρωπος. Προφανώς, οι άνθρωποι δεν έμαθαν να κολυμπούν μόλις κατέβηκαν από τα δένδρα, όμως το  έμαθαν στην πορεία της εξέλιξής τους. Στους προϊστορικούς λαούς των Ωκεανών, των Αρχιπελάγων και της Πολυνησίας, αυτό ήταν απόλυτα φυσιολογικό, διότι ζούσαν σχεδόν μέσα στη θάλασσα. Σε περιοχές όπως η Ευρώπη, αυτό έγινε σταδιακά. Ακόμη και μέσω της περιπέτειας.

•    Στο σαξονικό έπος του Beowulf, που αναφέρεται σε πιθανά γεγονότα του 5ου αιώνα, με πρωταγωνιστές ηγεμόνες των παράλιων χωρών, από το νότο της Σουηδίας μέχρι τις Ολλανδοβελγικές ακτές, ο ήρωας -ανάμεσα στα άλλα- ξεχωρίζει και για το γενναίο κολύμπι του, στα μανιασμένα κύματα της Βόρειας θάλασσας.

•    Σε πολύ πιο παλιούς καιρούς, στην εποχή που θεοί μισούσαν ήρωες και ήρωες μισούσαν θεούς, ο Οδυσσέας ξέφυγε από την ακτή της Χάρυβδης, βουτώντας στη θάλασσα. Κολυμπώντας, πιάστηκε από μια σανίδα που βρήκε στο πέλαγος και έφθασε μέχρι την Ωγυγία, στο νησί της αθάνατης κόρης του Άτλαντα, της Καλυψούς.

•    Περίπου 10 χιλιάδες χρόνια πιο πριν, τότε που η Σαχάρα ήταν γεμάτη δάση, ποτάμια και λίμνες, άνθρωποι ζωγράφισαν κολυμβητές, στη σπηλιά που κατοικούσαν (και υπάρχει μέχρι σήμερα στα σύνορα Αιγύπτου-Λιβύης). Τοιχογραφίες με κολυμβητές βρέθηκαν επίσης στην Κρήτη (παλάτι Κνωσού), σε μωσαϊκά της Πομπηίας κ.α.

Οι αρχαίοι κολυμπούσαν στη θάλασσα. Όχι όμως για αναψυχή, ούτε για διασκέδαση. Σχεδόν όλες τις διηγήσεις, περιγράφουν κολύμβηση στο πλαίσιο των ανθρώπινων μετακινήσεών/μεταναστεύσεων, του κυνηγιού, των ταξιδιών, των ιερών τελετουργικών, των πολέμων. Για αναψυχή  κολυμπούσαν σε πισίνες και έκαναν μπάνιο σε κλειστούς χώρους. Στη θάλασσα έπαιζαν δίπλα από το κύμα. Δεν έμπαιναν στα βαθειά. Κι αυτό διότι είχαν την άποψη ότι ο βυθός της θάλασσας είναι γεμάτος θηρία, τέρατα και παράξενα πλάσματα. Όχι τυχαία, διότι γνώριζαν και είχαν ακούσει πολλά περιστατικά.

•    Ο ιστορικός Ηρόδοτος (Ιστορίες, Ερατώ 44.3) περιγράφει το ναυάγιο του περσικού στόλου του Μαρδόνιου, στα βράχια της χερσονήσου του Άθω της Χαλκιδικής (492 π.Χ.). Οι Πέρσες έχασαν 300 πλοία και 20 χιλιάδες άνδρες. Τους περισσότερους τους έχασαν, καθώς κολυμπούσαν για να βγούν στη στεριά, όταν τους άρπαζαν και τους κομμάτιαζαν θηρία της θάλασσας (“υπό των θηρίων διεφθείροντο αρπαζόμενοι”).

•    Ο αρχαίος ποιητής Λεωνίδας από τον Τάραντα, διάσημος για τα επιγράμματά του, με περιστατικά από τη ζωή απλών ανθρώπων, περιγράφει σε ένα από αυτά (Επιτάφιοι VII.506) τη μοίρα ενός ναυτικού, να είναι θαμμένος μίσος στην ξηρά, μισός στη θάλασσα. Το έγραψε το 214 π.Χ και αναφέρεται στον Θάρσυ, τον γιό του Χαρμίδη, που κάπου στο Ιόνιο, βούτηξε για να ξεμπλέξει την άγκυρα ενός πλοίου. Την ώρα που άπλωνε τα χέρια στους ναύτες, για να τον ανεβάσουν, ένα άγριο και πελώριο κήτος, τον καταβρόχθισε μέχρι τον αφαλό (“άγριον ευ μέγα κήτος ήλθεν, απέβροξεν δ΄άχρις επ΄ ομφαλίου”). Έτσι τον έθαψαν μισό στην ξηρά και μισός “θάφτηκε” στη θάλασσα, “πάτρην δ΄ου πάλιν ικόμεθα” (χωρίς ποτέ να επιστρέψει στην πατρίδα του).

•    Ο ιστορικός βιογράφος Πλούταρχος, στο έργο “Φωκίων-Κάτων” (Βίοι Παράλληλοι), περιγράφει στην παράγραφο 28.6 ένα τραγικό περιστατικό (110 μ.Χ.), με έναν μύστη, που στο πλαίσιο του τελετουργικού της κάθαρσης του ζώου της θυσίας, κατά τη δεύτερη ημέρα των Ελευσίνιων Μυστηρίων, επιχείρησε να πλύνει έναν χοίρο, στη θάλασσα της Αττικής. Τότε, “κήτος συνέλαβε” τα κάτω μέρη του ανθρώπου και “άχρι της κοιλίας τα κατέπιε”.

Τέτοια περιστατικά ήταν προφανώς στην αντίληψη των αρχαίων, από τα πολύ παλιά χρόνια, ίσως και περισσότερο θηριώδη, καθώς τότε ήταν διαφορετικός και ο πληθυσμός του θαλάσσιου βυθού. Και αν αυτά συνδυαστούν με τερατώδη πλάσματα που πίστευαν ότι υπήρχαν στη θάλασσα, τότε δεν είναι παράξενο που οι αρχαίοι διασκέδαζαν με το νερό, κυρίως σε μεγαλοπρεπείς λουτήρες και σε περίτεχνες πισίνες, διότι η θάλασσα τους τρόμαζε.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ

Μια σύντομη ανάγνωση στη μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας, είναι αρκετή. Θαλάσσια τέρατα (σαν αυτό που σκότωσε ο Περσέας για να ελευθερώσει την Ανδρομέδα), Νηρηίδες, τρίτωνες, Μέδουσες με φίδια για μαλλιά, γιγαντιαίες γοργόνες σαν τη Σθενώ που έτρωγε άνδρες, ιχθυοκένταυροι, σειρήνες που παρέσερναν με τραγούδια και κατασπάραζαν ναυτικούς, Σκύλα, Χάρυβδη και άλλα παρόμοια. Θαλάσσια τέρατα άλλωστε, υπάρχουν στις μυθολογίες όλων των αρχαίων λαών και παρέμειναν έντονα στη φαντασία του ανθρώπου για πολύ ακόμη, καθώς εικονίζονται μέχρι και σε θαλάσσιους χάρτες πρόσφατων αιώνων.

Γενικά, οι αρχαίοι δεν συνήθιζαν να κάνουν μπάνιο αναψυχής στη θάλασσα, παρά το ότι διέθεταν τεράστιες παραθαλάσσιες επαύλεις, για την αναψυχή τους. Εξαίρεση μάλλον αποτελούν οι αρχαίοι Ρωμαίοι, που συνήθιζαν να περπατούν στις παραλίες, να διοργανώνουν εκεί μεγάλα συμπόσια, έως και τα διάσημα ρωμαϊκά “όργια”, με εταίρες που κολυμπούσαν γυμνές και άνδρες που κατανάλωναν τεράστιες ποσότητες ψαριών και κρασιού. Οι Ρωμαίοι πρέπει να είναι οι πρωτοπόροι των παραθαλάσσιων διακοπών της ξεκούρασης και της διασκέδασης κάνοντας μπάνιο στη θάλασσα, αφού αυτά δεν έγιναν ούτε στους Βυζαντινούς χρόνους, ούτε και στο Μεσαίωνα (εκείνη την εποχή πλέον, είχαν αρχίσει και τα ζητήματα -sic- της “ηθικής”).

Το θαλάσσιο μπάνιο σε οργανωμένες παραλίες, με διακοπές και ηλιοθεραπεία, είναι συνήθειες που άρχισαν να εξελίσσονται στην Ευρώπη, μόλις πριν από 300 χρόνια και στη συνέχεια μεταδόθηκαν στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία και σε όλο τον κόσμο. Ο κόσμος βέβαια ταξίδευε σε παραθαλάσσιες περιοχές, επισκέπτονταν παράκτιες πόλεις, πάντα όμως για λόγους θρησκευτικούς, αθλητικούς, θεραπευτικούς, εμπορικούς, διοικητικούς, οικογενειακούς, πολεμικούς. Όχι για να κολυμπήσει, ούτε για διακοπές. Αργότερα τα καπηλειά και τα χάνια έγιναν πανδοχεία, ανοίχτηκαν δρόμοι προς τα παράλια, σιδηροδρομικές γραμμές, έγιναν μεγάλα ξενοδοχεία (από το 1312 στο Παρίσι, από το 1483 στη Βρετανία και από τον 15ο αιώνα στην Ελβετία), όλα για να εξυπηρετήσουν τους ταξιδιώτες. Κανένας όμως δεν ταξίδευε για μπάνιο στη θάλασσα.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Αιτία ήταν ο Γάλλος διάσημος πρακτικός γιατρός, Ambroise Paré, που συνέστησε τα θαλάσσια μπάνια, ως θεραπευτικό μέσο, με πολλές ιδιότητες. Τη συμβουλή αυτή, ακολούθησε ο βασιλιάς της Γαλλίας Ερρίκος Γ’, που έπασχε από ψωρίαση. Το δε έτος 1753, ο Βρετανός πρακτικός γιατρός, Richard Russell, έγραψε την πρώτη διατριβή για τα οφέλη της θαλασσοθεραπείας, συνιστώντας στον κόσμο, να κάνει μπάνιο στη θάλασσα, να τρώει θαλασσινά και να πίνει θαλασσινό νερό.

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΛΙΑ, ΟΙ “ΑΜΑΞΕΣ ΜΠΑΝΙΟΥ” ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΑΓΙΟ

Όλα αυτά φαίνεται πως είχαν απήχηση και τα επόμενα χρόνια, το μπάνιο στη θάλασσα, άρχισε να θεωρείται θεραπευτικό. Έτσι, από το 1753 και μετά, σε όλη την Ευρώπη άρχισαν, σιγά-σιγά, να κατασκευάζονται παραθαλάσσιες κατοικίες και παραθαλάσσια ξενοδοχεία της εποχής.

Το 1800, μόλις 200 χλμ από τις Βρυξέλλες, στο Boulogne-sur-Mer της Γαλλίας, λειτούργησε το πρώτο θαλασσο-θεραπευτικό κέντρο, για τους ρευματισμούς και την κατάθλιψη, ενώ το 1822, άνοιξε στο Dieppe της Γαλλίας, το πρώτο οργανωμένο spa με θαλασσινό νερό, ως εναλλακτική πρόταση, για το αντίστοιχο που λειτουργούσε με ιαματικό νερό, στην ομώνυμη λουτρόπολη του Βελγίου. Δύο χρόνια μετά, το 1824 στο Dieppe, δημιουργήθηκε η πρώτη εξοπλισμένη παραλία, για κολυμβητές και για θαλάσσια μπάνια. Με περίφραξη και στοιχειώδη αποδυτήρια. Σε άλλο μέρος της παραλίας οι γυναίκες και σε άλλο οι άνδρες.

Λογικό ήταν, την ίδια χρονιά (1824 με 1825) να εμφανιστούν και τα πρώτα μαγιό. Ένα ένδυμα που για τους άνδρες ήταν σχετικά εύκολο (μια μακριά βαμβακερή σκελέα), ενώ για τις γυναίκες ήταν ένα ειδικό φόρεμα θαλάσσης. Το μπανιερό. Μια μακριά τουαλέτα, με ψηλές κάλτσες, που επέτρεπε απλώς το πλατσούρισμα και όχι το μπάνιο στα βαθιά, λόγω του βάρους που δημιουργούσε.

Την ίδια εποχή κατασκευάστηκαν και τα “άμαξες μπάνιου”. Ήταν ξύλινες κλειστές άμαξες, μέσα στις οποίες φορούσαν τα μαγιό οι γυναίκες. Οι άμαξες οδηγούνταν μέχρι μέσα στο νερό και μετά κατεβαίνοντας τα σκαλιά, έμπαιναν οι γυναίκες, για μπάνιο στη θάλασσα. Κι αυτό επειδή δεν ήταν σωστό, να περπατούν στην παραλία, με ένδυμα μπάνιου. ‘Έστω κι αν αυτό κάλυπτε όλο το σώμα τους.

Το 1847, στην πόλη Sete, της γαλλικής μεσογειακής παραλίας, δημιουργήθηκε η πρώτη οργανωμένη πλαζ, για πολλαπλές θαλάσσιες δραστηριότητες. Για θαλάσσιο μπάνιο, θαλασσοθεραπείες και για πρώτη φορά ξεκίνησε και η ηλιοθεραπεία παραλίας. Όχι για “μαύρισμα” (αυτό το έκανε μόδα, η Coco Chanel, μετά από 100 χρόνια) αλλά για “θέρμανση” και “κάψιμο” του σώματος, με στόχο τη χαλάρωση και τη θεραπεία.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Στην Ελλάδα, το πρώτο μέρος που έγινε γνωστό ως παραλία για θαλάσσιο μπάνιο, ήταν οι Τζιτζιφιές. Όμως, οι καλές οικογένειες της Αθήνας, σνόμπαραν αρχικά την ξενόφερτη και τολμηρή για τα ήθη της εποχής συνήθεια (το “μπάνιο”) και συνέχιζαν να κάνουν διακοπές στις εξοχές, στα Πατήσια, στο Μαρούσι και στην Κηφισιά. Θέλοντας να ενθαρρύνει τον κόσμο στη συνήθεια αυτή, η βασίλισσα Αμαλία έκανε εκεί (το 1834) το πρώτο θαλάσσιο μπάνιο της, με έφιππη συνοδεία και χρησιμοποιώντας παλιά ερειπωμένα κτίρια, ως “αποδυτήρια”.

Ακολούθησαν, η παραλία στην Καστέλα, στο Καβούρι, στη Λούτσα, ενώ την ίδια εποχή, στις παραλίες του Φάληρου, οι ναύτες των πλοίων βουτούσαν και κολυμπούσαν. Τους μιμήθηκαν θαρραλέοι και “νεωτεριστές” ντόπιοι και το μπάνιο στη θάλασσα άρχισε να διαδίδεται παντού. Το 1840, στο Πασαλιμάνι του Πειραιά, παραχωρήθηκε ειδικός χώρος για τους κολυμβητές, με καμπίνες για αλλαγή ρούχων και δημοτικό καφενείο για καφέ και δροσιστικά αναψυκτικά. Και βέβαια, οι άνδρες χωριστά από τις γυναίκες.

Η ανάπτυξη της παραλίας του Πειραιά, ήταν η αιτία που οδήγησε (το 1869) στην κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Πειραιά, με αφετηρία το Θησείο. Αρχικά ατμοκίνητη, που στη συνέχεια εξελίχθηκε στον γνωστό “ηλεκτρικό”.

Σιγά – σιγά, τα παράλια της Αττικής γέμισαν κολυμβητές, απέκτησαν “κίνηση”. Κατάσταση που οδήγησε τον βασιλιά Όθωνα, να ορίσει Λιμενάρχη, με απόφαση που δημοσιεύθηκε στις 17 Ιουλίου 1851. ‘Ήταν ο Ευστράτιος Πετροκόκκινος, που εκτός από Λιμενάρχης, ήταν επιφορτισμένος και με τον έλεγχο της υγειονομικής συμπεριφοράς και της ευπρεπούς εμφάνισης των λουομένων στις παραλίες και της αυστηρής τήρησης του διαχωρισμού μεταξύ των περιοχών, όπου έκαναν μπάνιο οι άνδρες και οι γυναίκες. Πολλές φορές ακόμη και με αδιαπέραστο φράχτη, για “περιστολή της κακοήθειας” (όπως αναφέρονταν σε σχετική απόφαση) των ανδρών που πήγαιναν στην παραλία, όχι για μπάνιο αλλά για να μετακινηθούν κρυφά προς την περιοχή που κάνουν μπάνιο οι γυναίκες, ώστε να κρυφοβλέπουν, προξενώντας σ΄ αυτές “δυσαρέσκεια”.

Σύντομα, η γνώμη της καλής κοινωνίας των Αθηνών για τα “μπάνια” άλλαξε. Ακολουθώντας το παράδειγμα της αριστοκρατίας των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων, οι εύποροι ξεκίνησαν να κατασκευάζουν παραθεριστικές κατοικίες στο Φάληρο (το 1878 χτίστηκαν οι πρώτες βίλες) και το 1885 κατασκευάστηκε το μεγαλοπρεπές παραθαλάσσιο ξενοδοχείο Grand Hotel, στην περιοχή του Νέου Φαλήρου (που είχε αρχίσει να εξελίσσεται ως παραθαλάσσιο προάστιο). Αργότερα, το 1903, κατασκευάστηκε ένα ακόμη πολυτελές ξενοδοχείο στην περιοχή, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών λουτροπόλεων. Ήταν το ξενοδοχείο “Ακταίον”, πιο παραλιακό και πιο εξοχικό.

Στο Νέο Φάληρο, το 1912 λειτούργησε το πρώτο εξοχικό ζαχαροπλαστείο της Αττικής. Ήταν το πολυτελές ζαχαροπλαστείο Κοντογιάννη-Ρήγα (στο ισόγειο του Grand Hotel), που διέθετε και ορχήστρα ευρωπαϊκής μουσικής, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε must στέκι διασκέδασης, της καλής κοινωνίας των Αθηνών.  Την ίδια περίοδο, για πιο λαϊκή πελατεία, ξεκίνησε να λειτουργεί στην ίδια παραλία, το τουριστικό περίπτερο “Ταραντέλα” (από τον ομώνυμο λαϊκό ιταλικό χορό). Κοντά σε αυτά, άνοιξαν ταβερνάκια που πρωτοξεκίνησαν να σερβίρουν θαλασσινούς μεζέδες, με ρετσίνα και ούζο. Έτσι εμφανίστηκαν, η τσιροσαλάτα, το “μαριδάκι” αλλά και προτάσεις με κρέατα που αμέσως έγιναν μόδα, όπως το “εξοχικό” με “χωριάτικη” σαλάτα.

Και κοντά στα ταβερνάκια, εμφανίστηκαν αμέσως στο Φάληρο, τα πρώτα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, με μαντολίνα, κιθάρες, τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Πρώτης κατηγορίας, όπως ο ιστορικός “Χρυσός Γάτος” και η εξαιρετική “Μπομπονιέρα”, αλλά και δεύτερης και τρίτης κατηγορίας, που έφθαναν μέχρι τη Γλυφάδα (περιοχή ακατοίκητη μέχρι το 1900, που προτιμήθηκε μετά, για τα θαλάσσια μπάνια της βασιλικής οικογένειας, αφού οι πρώτες παραλίες είχαν κόσμο). Κέντρα διασκέδασης, μικρά και μεγάλα,  πρόδρομοι και πρωτεργάτες του μετέπειτα έπους, των μπουζουκιών και των club της παραλιακής.

ΟΤΑΝ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΑΚΟΜΗ “ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ”

Η μόδα της Αθήνας με τα θαλάσσια μπάνια, σύντομα μεταδόθηκε και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας. Έτσι άρχισαν να αποκτούν φήμη, η παραλία Τσιβδί (Άγιος Ανδρέας) της Πάτρας (ένα έλος, που επιχωματώθηκε και έγινε παραλία το 1883), η παραλία Αχίλλειο στο Βόλο (γνωστό παραθεριστικό κέντρο, από τα χρόνια της Οθωμανικής κατοχής, με φήμη ότι παραθέριζε εκεί τα Καλοκαίρια, η μάνα του Αλή Πασά, η Χάμκω), η ιστορική παραλία Αρβανιτιά, στο Παλαμήδι του Ναύπλιου (επίσης γνωστή από τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), η παραλία Αρετσού, στη Θεσσαλονίκη και πολλά ακόμη.

Προφανώς, οι Έλληνες είχαν ήδη αρχίσει να κάνουν μπάνιο και στις μέχρι τότε πανέμορφες ερημικές παραλίες της ελληνικής περιφέρειας και των ελληνικών νησιών (πριν ακόμη γνωρίσουν τον “τουρισμό”). Ο ελληνικός κινηματογράφος της εποχής, μεταφέρει το κλίμα, με αντίστοιχες αναπαραστάσεις σε σκηνές από τις ταινίες του. Η ταινία του 1927, “Έρως και κύματα”, του πρωτοπόρου Δημήτρη Γαζιάδη, είναι γυρισμένη σε ένα νησί του Αργοσαρωνικού (δεν αναφέρεται όνομα) και δείχνει λιγοστούς κολυμβητές στις παραλίες.

Η ταινία “Δάφνης και Χλόη” (1931) του Ορέστη Λάσκου, δείχνει πλατσουρίσματα σε ακρογιαλιές της Λέσβου και έρωτες στην αμμουδιά τους. Η ταινία “Διαγωγή Μηδέν” (1949) του Μιχάλη Γαζιάδη, εξελίσσεται σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της επαρχίας (το… Κοντοκάλι), όπου ένα ολόκληρο σχολείο, βουτά στη θάλασσα, με μαγιό εποχής. Σε ένα άλλο φανταστικό χωριό της ελληνικής υπαίθρου (στη… Λεστινίτσα), της  ταινίας “Η κυρά μας η μαμή” (1958), του Αλέκου Σακελλάριου, ο Δ. Παπαμιχαήλ και η Ξ. Καλογεροπούλου, πάνε για μπάνιο με την παρέα τους, στην ερημική παραλία του χωριού τους.

Εκείνη την εποχή, που το μπάνιο στη θάλασσα δεν είχε κατακτήσει ακόμη τα Καλοκαίρια και οι παραλίες δεν ήταν δημοφιλείς προορισμοί, τα Ελληνικά νησιά δεν είχαν αποκτήσει ακόμη “ονοματεπώνυμο”. Πάλι ο ελληνικός κινηματογράφος, είναι ενδεικτικός αυτού του κλίματος.

Η ταινία “Μανταλένα” (1960) του Ντίνου Δημόπουλου (με την Αλίκη Βουγιουκλάκη), είναι πιο κατανοητό να λεχθεί ότι διαδραματίζεται στο φανταστικό “Ασπρονήσι”, απ΄ότι στην άγνωστη τότε…Αντίπαρο (όπου στην πραγματικότητα γυρίστηκε, λόγω του ότι ήταν η  ιδιαίτερη πατρίδα του σεναριογράφου της Γ. Ρούσσου).

Ένα χρόνο μετά, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, επιχείρησε να κάνει διεθνή καριέρα, με την ταινία “Aliki my love” (1962), του Φίνου, παίζοντας πάλι τη νησιωτοπούλα. Το σενάριο της ταινίας (που το έγραψε αμερικανός) διαδραματίζεται σε ένα ελληνικό νησί, με το όνομα “Ευτυχία”. Στην πραγματικότητα, η ταινία γυρίστηκε στην Ίο και το όνομα του νησιού δεν υπήρχε λόγος να αναφερθεί σε μια διεθνή παραγωγή, διότι δεν “σήμαινε” τίποτα στην εποχή του.

Στην ταινία “Τρείς κούκλες κι εγώ” (1960), των Τσιφόρου-Βασιλειάδη, η παρέα των πρωταγωνιστών (Ρίζος, Ηλιόπουλος, Κοντού, Καραγιάννη, Τριάντη), πηγαίνει σε ένα νησί για να πουλήσει φορέματα, που σε όλη την ταινία κανένας δεν αναφέρει το όνομά του. Μάλλον αυτό δεν είχε τίποτα να προσθέσει στην ταινία, διότι ήταν οι άσημες για την εποχή, Σπέτσες. Στις Σπέτσες έγιναν και τα γυρίσματα της ταινίας “Τζένη-Τζένη” (1965), των χωριών “Άνω Παναγιά και Κάτω Παναγιά”, που ελέγχει ο τοπικός κομματάρχης Κοσμάς Σκούταρης (Δ.Παπαγιαννόπουλος). Και πάλι δεν αναφέρθηκε το όνομα του νησιού.

Το ίδιο συμβαίνει και στην ταινία “Ποιά είναι η Μαργαρίτα;” (1961), του Γιάννη Δαλιανίδη, όπου η πρωταγωνίστρια Τζένη Καρέζη, πηγαίνει ταξίδι σε ένα (γενικώς) ελληνικό νησί. Οι σκηνές γυρίστηκαν στην  Κω, νησί “άγνωστο” τότε στο ευρύ κοινό και δεν υπήρχε λόγος να αναφερθεί το όνομά του.

Στην ταινία “Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα” (1958), ο Μπάρκουλης και η Ιταλίδα συμπρωταγωνίστριά του, κάνουν μπάνιο σε μια ειδυλλιακή “ερημική ελληνική παραλία”. Στην πραγματικότητα, κάνουν μπάνιο στην παραλία Αλισσού Αχαΐας, στην Πελοπόννησο.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΩΝ ΒΕΛΓΩΝ

Στο Βέλγιο, ο κόσμος άρχισε να επισκέπτεται τη θάλασσα από τα μέσα του 18ου αιώνα. Κυρίως κάνοντας περιπάτους στις μακριές και επίπεδες παραλίες της χώρας. Το 1784 δόθηκε άδεια στον Άγγλο επιχειρηματία William Hesketh, να κατασκευάσει στην Οστάνδη και να λειτουργήσει εκεί, το πρώτο οργανωμένο περίπτερο εξυπηρέτησης λουομένων. Οι εγκαταστάσεις του ονομάστηκαν “Grande Plage” και μεταγενέστερα (μετά τη μάχη του Βατερλό, το 1815), έγιναν σημείο αναφοράς, για τους Άγγλους που έρχονταν μέσω Οστάνδης, για να επισκεφθούν τον τόπο και το μνημείο της Μάχης.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ιδιαίτερη ανάπτυξη του τουρισμού, στην παραλία της Οστάνδης. Κάτι που ενισχύθηκε, όταν ο πρώτος βασιλιάς του Βελγίου, Λεοπόλδος Α’, επέλεξε το 1934 την Οστάνδη, ως τόπο παραθερισμού της βασιλικής οικογένειας. Εξ αιτίας αυτής της επιλογής, η παραλία της Οστάνδης εξελίχθηκε σύντομα σε παραθεριστικό κέντρο της βελγικής αριστοκρατίας. Ονομάστηκε, η “Βασίλισα” της Βελγικής ακτογραμμής.

Από τα τέλη του 1800 υπάρχουν αναφορές για τους “Les plaisirs de la plage” του La Panne/De Panne, της παραλιακής βελγικής πόλης, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία. Ήταν οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, που έχτισαν εξοχικές παραθαλάσσιες κατοικίες και έκαναν βόλτες στην παραλία και στα απέραντα ρηχά σημεία της.

Και κάτι ακόμη για το La Panne/De Panne. Στην παραλία του, πειραματίστηκαν για πρώτη φορά, οι αδελφοί Dumont και κατασκεύασαν το πρώτο μοντέλο, σκάφους με ρόδες, για ιστιοπλοΐα ξηράς (land yacht). Το παρουσίασαν το 1898 και το έκαναν έχοντας στην κατοχή τους, αρχικά πρωτότυπα σχέδια, του Φλαμανδού επιστήμονα-εφευρέτη Simon Stevin, που από τον 16ο αιώνα, είχε κατασκευάσει ένα πρώτο μοντέλο, για να διασκεδάζει στις παραλίες του Βελγίου, ο πρίγκιπας Maurice d’ Orange (Maurice de Nassau).

Όλη αυτή η δραστηριότητα στις Βελγικές παραλίες, οδήγησε από το 1885, στην κατασκευή μιας παραθαλάσσιας γραμμής τραμ (γνωστής και ως “De Kusttram”), που σταδιακά ένωσε την Οστάνδη με το La Panne και άλλες παραθαλάσσιες περιοχές, όπως το Zeebruges και το Knokke.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Στις αρχές του 1900 είχαν δημιουργηθεί στην Ευρώπη, τόσα πολλά κέντρα θαλασσοθεραπείας και θαλάσσιας διασκέδασης, που το 1913 οδήγησαν στη δημιουργία της πρώτης Διεθνούς Ένωσης αυτών των κέντρων. Δεν είχαν περάσει ούτε 100 χρόνια, από το ξεκίνημα της πρώτης οργανωμένης παραλίας (1824) στο Dieppe της Γαλλίας και η μόδα μεταδόθηκε παντού. Στην Ευρώπη αλλά και εκτός Ευρώπης.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κόσμος άρχισε να κάνει μπάνιο στις οργανωμένες παραλίες του Atlantic City (όπου το 1853 κατασκευάστηκε παραθαλάσσιο ξενοδοχειακό συγκρότημα 600 δωματίων και την παραλία επισκέπτονταν περίπου 500 χιλιάδες άτομα το χρόνο). Το 1872, στο Atlantic City, συστάθηκε και η πρώτη οργανωμένη ομάδα με ναυαγοσώστες παραλίας. Το 1880 ξεκίνησαν τα έργα τουριστικής ανάπτυξης στην παραλία Long Beach της Νέας Υόρκης.

Ταυτόχρονη ήταν και η θαλάσσια τουριστική ανάπτυξη, σε άλλες παραλιακές περιοχές των ΗΠΑ. Το 1850 κατασκευάστηκαν οι πρώτες τουριστικές υποδομές, στη Δυτική Ακτή. Ήταν στην παραλία Capitolia της Καλιφόρνια. Το 1896 στο Σαν Φρανσίσκο κατασκευάστηκε το πρώτο οργανωμένο συγκρότημα θαλάσσιας διασκέδασης στις ΗΠΑ, ενώ την ίδια περίοδο στην παραλία Fernandina Beach της Φλώριδα (όπου οι Ευρωπαίοι εγκαταστάθηκαν από το 1513) κατασκευάστηκε το πρώτο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο της περιοχής. Στη Φλώριδα επίσης (στην παραλία American Beach) κατασκευάστηκε το 1935, το πρώτο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο για μαύρους (που την περίοδο εκείνη, δεν επιτρέπονταν να κάνουν μπάνιο, σε παραλίες που πήγαιναν οι λευκοί).

Το 1870 άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες τουριστικές παραθαλάσσιες υποδομές της Αυστραλίας, στην Νοτiοανατολική ακτή του Queensland, εκεί όπου χρόνια μετά (1925) δημιουργήθηκε η πρώτη οργανωμένη παραλία για surfers και από το 1940 ονομάστηκε Χρυσή Ακτή (Gold Coast).

Αντίστοιχη ανάπτυξη παραθαλάσσιων κέντρων, για διακοπές και θαλάσσια μπάνια, δημιουργήθηκε σε όλο τον κόσμο, με μερικές πόλεις και περιοχές να ξεχωρίζουν ήδη από τον 19ο αιώνα. Για παράδειγμα, η περίφημη Côte d’Azur της Γαλλίας, αγαπημένος προορισμός ανθρώπων της τέχνης, όπως ο Henri Matisse, ο Pablo Picasso και η Edith Wharton, αλλά και βασιλέων της εποχής, όπως ο Λεοπόλδος Β’ του Βελγίου και η βασίλισσα Βικτωρία της Βρετανίας (και με τη Νίκαια να γίνεται διάσημη το 1864, όταν ο Τσάρος Αλέξανδρος ΙΙ της Ρωσίας, την επισκέφθηκε για διακοπές, με το εξωφρενικής πολυτέλειας ιδιωτικό τραίνο του).

Επίσης, το Spiekeroog της Βόρειας Γερμανίας (διάσημο τόπο παραθαλάσσιων διακοπών από το 1797) και το πολυτελές  Heiligendamm της ΒΑ Γερμανίας, το Morecambe της Βρετανίας (με την ξακουστή από το 1846 παραλία Morecambe Bay), το Scarborough της Βρετανίας (όπου το 1867 κατασκευάστηκε στην παραλία του, το επιβλητικό Grand Hotel, το μεγαλύτερο ξενοδοχείο της Ευρώπης, για την εποχή), το Sorrento της Ιταλίας (γνωστό παραθεριστικό κέντρο, από την εποχή των Ρωμαίων), το Follonica της Τοσκάνης (παραθεριστικό κέντρο από την εποχή του Μεγάλου Δούκα Λεοπόλδου Β΄ της Τοσκάνης), το Noordwijk aan Zee της Ολλανδίας (περίφημη παραλία με φυτείες τουλίπας, από το 1880) και το Zandvoort της Ολλανδίας (όπου το 1828 κατασκευάστηκε το πρώτο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο της Ολλανδίας), η εξωτική και γνωστή ως εξοχική επαρχία από τα Ρωμαϊκά χρόνια, Palma de Mallorca της Ισπανίας (στο αεροδρόμιο της οποίας, το 1950, πραγματοποιήθηκε η πρώτη πτήση τσάρτερ, στην τουριστική ιστορία), το Estoril  και το Faro της Πορτογαλίας, το Utska  και το Leba της Πολωνίας, το Porec και το Biograd na Moru της Κροατίας, η Κριμαία της Κροατίας, η Budva και το Koper του Μαυροβούνιου, η Κοστάντζα της Ρουμανίας και άλλες περιοχές της Ευρώπης.

Αλλά και παραθαλάσσια κέντρα εκτός Ευρώπης, που έγιναν γνωστά από τις αρχές του 20ου αιώνα. Όπως το Ακαπούλκο του Μεξικό, η παραλία του οποίου, το 1920, εντυπωσίασε τον διάδοχο του βρετανικού θρόνου και μετέπειτα βασιλιά Εδουάρδο τον Όγδοο, που τη συνέστησε στην αριστοκρατία της εποχής και έκτοτε έγινε διάσημη. Ή το ανεπανάληπτο Kobe της Ιαπωνίας, οι μυθικές παραλίες του οποίου έγιναν προσβάσιμες για τυχερούς Ευρωπαίους, μόλις το 1889 αλλά επιτράπηκε να γίνουν επισκέψιμες τουριστικά, από το 1956 και μετέπειτα.

ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΚΑΡΧΑΡΙΑ ΣΕ ΚΟΛΥΜΒΗΤΗ

Το ότι από το 1824 και μετά, οι άνθρωποι άρχισαν πλέον να κολυμπούν μαζικά στη θάλασσα, φαίνεται και από την αύξηση των περιστατικών με επιθέσεις καρχαριών στις παραλίες. Γεγονός που οδήγησε στο ξεκίνημα τήρησης ενός αρχείου, για τη μελέτη των συνθηκών κάτω από τις οποίες γίνονται αυτές οι επιθέσεις, παρατηρήσεων για  τις συμπεριφορές (θύματος- θύτη) που ενδεχομένως οδήγησαν στην επίθεση και γενικά για την καταγραφή όλων των παραμέτρων, που θα μπορούσαν να προστατέψουν τους κολυμβητές αλλά και να μην πλήξουν την τουριστική φήμη κάθε περιοχής.

Μέχρι τότε, οι καταγραφές τέτοιων επιθέσεων, αφορούσαν κυρίως περιστατικά με δύτες, σφουγγαράδες, ψαράδες, ναυαγούς. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, που το κολύμπι στη θάλασσα άρχισε να γίνεται μόδα, τα πράγματα άλλαξαν.

Τον Ιούλιο του 1847 καταγράφηκε ίσως για πρώτη φορά, επίθεση καρχαρία σε άνθρωπο που κολυμπούσε για αναψυχή. Συνέβη σε ελληνική θάλασσα, στην παραλία του Μώλου της Μανδρακίνας, στην Κέρκυρα. Μια παρέα Βρετανών στρατιωτών, μονάδας που είχε εγκατασταθεί στο νησί, πήγε για μπάνιο στη θάλασσα.  Περίπου στις 7,00 το απόγευμα, δέχθηκαν επίθεση από καρχαρία, ο οποίος κατασπάραξε τον 19χρονο στρατιώτη William Mills. Έκτοτε σημειώνονται συνεχείς εμφανίσεις καρχαριών στην Ευρώπη, ενώ δεκάδες επιθέσεις σε ανθρώπους, καταγράφονται κάθε χρόνο, σε όλο τον κόσμο (η πιο πρόσφατη, έγινε στις 29 Ιουλίου 2013, στη Χαβάη).

Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, από το 1847 μέχρι σήμερα, οι περισσότερες -αριθμητικά- επιθέσεις καρχαριών στην Ευρώπη, έχουν καταγραφεί στις Ιταλικές θάλασσες και τα περισσότερα θανατηφόρα περιστατικά από τέτοιες επιθέσεις, έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα. Στη παραλία Tarifa της Ισπανίας, το 1986 καταγράφηκε για πρώτη φορά επίθεση καρχαρία, σε αθλητή ιστιοσανίδας, με θύμα τον  Ισπανό πρωταθλητή L Pérez-Díaz, που έχασε το πόδι του, από έναν του είδους “λευκός”.

Οι λευκοί καρχαρίες της Μεσογείου, είναι ένα επιβεβαιωμένο είδος. Το κέντρο της αναπαραγωγής τους εντοπίζεται κάπου μεταξύ Σικελίας και Μάλτας. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή αυτή, το καλοκαίρι του 1987, ο μαλτέζος ψαράς Alfredo Cutajar έπιασε ένα θηλυκό λευκό καρχαρία, μήκους 7,13 μέτρων. Επίσημα, αυτή είναι η καταγραφή του μεγαλύτερου σε μήκος καρχαρία, που εντοπίστηκε στη Μεσόγειο. Εξ ίσου τεράστιος ήταν και ένας λευκός καρχαρίας, που πιάστηκε το 1985 στο Παλιούρι της Χαλκιδικής, ενώ στην παραλία Αντίσαμος της Κεφαλονιάς (εκεί γυρίστηκε “Το μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι”) πιάστηκε φέτος το Καλοκαίρι, ένας μικρότερος. Αντίθετα, στη Βόρεια θάλασσα δεν υπάρχουν λευκοί, ενδημούν όμως άλλα είδη. Στις θάλασσες του Βελγίου, τα μόνα είδη που έχουν εντοπιστεί είναι οι ακίνδυνοι καρχαρίες- προσκυνητές (basking-sharks).

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΑΝ ΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ

Οι κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που ακολούθησαν, με την είσοδο του 20ου αιώνα, άλλαξαν εντελώς το τοπίο, σε σχέση με τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων για τις παραλίες και τη διασκέδαση στη θάλασσα. Μια σοβαρή εξέλιξη στην κατεύθυνση αυτή, ήταν η καθιέρωση της άδειας μετά αποδοχών, για τους εργαζόμενους.

Η θεσμοθέτηση της άδειας μετά αποδοχών, ξεκίνησε από τις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Μετά εφαρμόστηκε και στην Ευρώπη, όταν πρώτη η Γαλλία το 1936, με την κυβέρνηση του Αριστερού Συνασπισμού του Λαϊκού Μετώπου, καθιέρωσε νόμο για ετήσια άδεια 2 εβδομάδων, με αποδοχές. Το Βέλγιο ακολούθησε σχεδόν αμέσως, ενώ στην Ελλάδα, οι πρώτες διατάξεις που καθιέρωναν την άδεια με αποδοχές, θεσπίστηκαν το 1945 (για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα) και για τον δημόσιο, το 1955.

Αυτή η καθοριστική αλλαγή στα εργασιακά, με τις πολυήμερες διακοπές (με αποδοχές) σε συνδυασμό με την κατακόρυφη αύξηση των έργων υποδομής στον τουρισμό, που σημειώθηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, έδωσε την ευκαιρία στον απλό κόσμο, να γνωρίσει οργανωμένες παραλίες, να αρχίσει μια μαζική εξόρμηση προς αυτές και να τις συνδυάζει με τις καλοκαιρινές του διακοπές.

Την ίδια εποχή, άρχισε να λειτουργεί ουσιαστικά και ο θεσμός των παιδικών κατασκηνώσεων, για τα παιδιά που είχαν γνωρίσει τις κακουχίες του πολέμου. Αυτό είναι ένα άλλο γεγονός που έκανε τα λαϊκά στρώματα, να γνωρίσουν καλύτερα τις οργανωμένες παραλίες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για την ίδρυση της πρώτης κατασκήνωσης στην Ελλάδα, επιλέχθηκε μια παραθαλάσσια περιοχή. Η Βουλιαγμένη. Αντίθετα στο Βέλγιο, λόγω διαφορετικών γεωγραφικών και κλιματικών συνθηκών, η πρώτη οργανωμένη κατασκήνωση ιδρύθηκε (το 1906) στο “ορεινό” Groenendyck της Φλάνδρας.

Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, ο καλοκαιρινός παραθερισμός, άρχισε να γίνεται ετήσιος θεσμός για τον περισσότερο κόσμο, σε όλη τη δυτική Ευρώπη. Τα εισοδήματα αυξήθηκαν (σε σχέση με τα προπολεμικά), οι συντάξεις εξελίχθηκαν σε εισόδημα, οι γυναίκες άρχισαν να συμμετέχουν καθοριστικά στον οικογενειακό προγραμματισμό, τα χαμηλά στρώματα απέκτησαν πρόσβαση στη γνώση, τα μέσα μαζικής μεταφοράς εξελίχθηκαν, οι υποδομές αναπτύχθηκαν και οι παραλίες άρχισαν να γεμίζουν κόσμο.

Στην Ελλάδα, όπως και σε όλη την Ευρώπη, η θάλασσα και οι παραλίες έγιναν προσιτές στον περισσότερο κόσμο. Ακόμη και οι μη προνομιούχοι, άρχισαν να βγαίνουν δειλά-δειλά από τα σπίτια τους, πηγαίνοντας στις παραλίες με κάθε μέσο. Σε κοντινούς ή σε κάπως πιο μακρινούς προορισμούς. Με αυτοκίνητα (έστω και με “σαραβαλάκια”) με λεωφορεία (της γραμμής και τουριστικά), με μοτοσυκλέτες, βέσπες ακόμη και με ποδήλατα. Για διακοπές ή έστω και μόνο στην αργία της Κυριακής (τότε).

Όλες αυτές οι μεταπολεμικές εξελίξεις, οδήγησαν στη βιομηχανοποίηση του τουρισμού. Λεωφόροι κατασκευάστηκαν για να συνδέσουν τα αστικά κέντρα με τις παραλίες, οι Εθνικοί Οργανισμοί Τουρισμού κάθε χώρας αναδιοργανώθηκαν και εκσυγχρονίστηκαν (ο ΕΟΤ από το 1950), τεράστιες και οργανωμένες πλαζ, με σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες και μπανγκαλόου, δημιουργήθηκαν παντού.

Τα μπάνια είχαν γίνει πλέον μόδα, στο Λαγονήσι, στη Βάρκιζα, στο Καλαμάκι, στο Φάληρο, στη Βουλιαγμένη αλλά και πιο ήσυχα σημεία όπως το Καβούρι και το Σούνιο. Και όχι μόνο στην περιοχή της Αθήνας αλλά και στη Θεσσαλονίκη (Αρετσού, Περαία, Μπαχτσέ Τσιφλίκι, Αγία Τριάδα, Μηχανιώνα, Επανομή), όπως και σε όλη την Ελλάδα του ’50, του ’60, του ’70 και μετέπειτα.

Τα δε ελληνικά νησιά έπαψαν να είναι “κλειστές κοινωνίες” (όπως για παράδειγμα εμφανίστηκε η Άνδρος, στην περίφημη ταινία “Κορίτσια στον Ήλιο”) και άρχισε η εποχή που γίνονταν γνωστά για τις ομορφιές τους, χωρίς “ψευδώνυμο” αλλά με το όνομά τους (Πόρος, Αίγινα, Ύδρα, Κέρκυρα, Ρόδος, Κρήτη κλπ).

Όλα αυτά, την εποχή εκείνη. Έτσι, για να αναλογιστούμε, τι θα ήταν η ζωή μας, χωρίς καλοκαιρινές διακοπές και χωρίς πλατσούρισμα σε ακρογιαλιές. Αλλά και για να γνωρίσουμε, πόσα έπρεπε να προηγηθούν στο πέρασμα του χρόνου, για να φτάσουμε από τα χρόνια που ο Οδυσσέας έκανε βουτιές για να φθάσει στην Ιθάκη του, μέχρι το σήμερα, που βουτάμε στη θάλασσα για να κάνουμε τα μπάνια της καρδιάς μας.

newsville.be

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.