Οι συντεχνίες στον Ελληνικό κόσμο – Το «Επαρχικόν Βιβλίο» του Λέοντος του Σοφού (δεύτερο μέρος)

του Νικολάου Π. Παππά, Πολιτικού Επιστήμονος

Πριν διαβάσετε το β’ μέρος της σειράς, διαβάστε το α’ μέρος ΕΔΩ

Οι επαγγελματικές συντεχνίες ήταν ένας από τους βασικούς πυλώνες της βυζαντινής οικονομικής ζωής από την εποχή που ο Μέγας Κωνσταντίνος τις εισήγαγε στο εσωτερικό της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ομάδες εργαζομένων σχημάτιζαν συντεχνίες με σκοπό την υπεράσπιση των κοινωνικο-οικονομικών τους συμφερόντων. Η σχέση των συντεχνιών με τις κρατικές αρχές ήταν πάντοτε στενές, κι ο έλεγχος πολύ αυστηρός. Στον Ιουστινιάνειο Κώδικα (Codex Iustinianus 1.28.4) διαβάζουμε: «Πάντα τα εν Κωνσταντινουπόλει σωματεία και οι πολίται και οι από του δήμου πάντες τω επάρχω της πόλεως υποκείσθωσαν» . Δηλαδή, όλα τα σωματεία-συντεχνίες και τα μέλη τους υπόκεινταν στον έλεγχο του Επάρχου, ο οποίος ήταν και ο Γενικός Διοικητής της κοινότητος.

Όμως οι συντεχνίες δε θα πρέπει να θεωρούνται απλώς οργανώσεις που στηρίζονται στην προστασία του συμφέροντος της κάθε επαγγελματικής ομάδας. Στο εσωτερικό τους υπήρχε βαθιά ριζωμένο το στοιχείο της αλληλεγγύης. Εάν κάποιος από τους συνεταίρους αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα, η συντεχνία, στην οποία λειτουργούσε ένα κοινό ταμείο, μπορούσε να του δανείσει χρήματα ή ακόμη και να τον βοηθήσει προνοιακά.

Η κύρια πηγή που έχουμε για τις βυζαντινές επαγγελματικές ενώσεις είναι το «Επαρχικόν Βιβλίο», το οποίο γράφτηκε την εποχή της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ’ (κατά άλλους χρονολογείται και στην εποχή του Νικηφόρου Φωκά). Στο εν λόγω έργο, μας δίδονται πληροφορίες για τον τρόπο λειτουργίας των συντεχνιών στην Κωνσταντινούπολη τον 10ο αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι κανόνες ίσχυαν μόνο για την πρωτεύουσα. Η οργάνωση αυτή ήταν εγκαθιδρυμένη σε όλη την επικράτεια.

Για να μπει κάποιος σε μια συντεχνία δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Έπρεπε να γίνει δεκτός από όλα τα μέλη της. Ο ενδιαφερόμενος για να εισέλθει στην συντεχνία που τον ενδιέφερε, έπρεπε να κάνει σχετική αίτηση στον αρμόδιο έπαρχο. Το πρώτο που είχε σημασία ήταν η οικονομική κατάσταση του αιτούντα. Ένας φτωχός, για παράδειγμα, δεν μπορούσε να εισέλθει στη συντεχνία, καθώς στους όρους εισόδου στη συντεχνία υπήρχε ως προϋπόθεση η επάρκεια των οικονομικών μέσων .

Σε περίπτωση που ο αιτών ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις, αίτηση έπρεπε να συνυπογραφεί από πέντε τιτλούχα μέλη της συντεχνίας, τα οποία εγγυώνται για την ηθική, την τιμιότητα και τις επαγγελματικές ικανότητες του ενδιαφερομένου. Στη συνέχεια ο υποψήφιος, εφόσον δεν υπήρχε αντίρρηση από κάποιο μέλος της συντεχνίας, γινόταν και επίσημα μέλος της.

Από τη στιγμή που γινόταν κάποιος μέλος σου σωματείου, η θέση του καταστήματός του, η ποσότητα του εμπορεύματος και το περιθώριο κέρδους, ήταν όλα προκαθορισμένα από τους κανονισμούς της εκάστοτε συντεχνίας. Οι κανόνες αυτοί εγκρίνονταν και ελέγχονταν από τους κρατικούς λειτουργούς .

Οι εμπορικές και βιοτεχνικές συντεχνίες ήταν πολλές. Ο κατάλογος ξεκινάει με τους συμβολαιογράφους (ταβουλλάριοι), οι οποίοι είχαν ως ένα από τα κύρια έργα τους την σύνταξη εγγράφων σχετικά με αγοραπωλησίες , και συνεχίζεται με όλες τις υπόλοιπες επαγγελματικές ομάδες όπως τους εμπόρους μεταξιού, τους αργυροπράττες (κοσμηματοπώλεις), τους εμπόρους μάλλινων υφασμάτων, τους αρτοποιούς, τους κρεοπώλες, τους ιχθυεμπόρους, τους πανδοχείς, τους εμπόρους αλόγων, τους εργολάβους οικοδομών κ.α.

Σημειώσεις:
(1) 1.28.4 Imperatores Valentinianus, Theodosius, Arcadius . Omnia corporatorum genera, quae in constantinopolitana civitate versantur, universos quoque cives atque populares praefecturae urbanae regi moderamine recognoscas.

(2) Λανθασμένα πολλοί υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι αυτοί απορρίπτονταν απλώς λόγω της κοινωνικο-οικονομικής τους θέσης. Όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι η πραγματικότητα. Οι φτωχοί, ήταν συνήθως και άστεγοι. Συνεπώς δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στις χονδρικές συλλογικές αγορές. Επιπλέον, οι δραστηριότητες κατασκευής και εμπορίας απαιτούσαν επαρκείς οικονομικούς πόρους (αυτοχρηματοδότηση, πιστωτική διαθεσιμότητα), κάτι που οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούσαν να διαθέτουν. Με λίγα λόγια δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν αλλά ούτε και να διατηρήσουν ένα μαγαζί από μόνοι τους. Άρα θα ήταν καταστροφικό για την επιβίωση της συντεχνίας να τους εντάξει στο εσωτερικό της. Για περισσότερα βλ. τη μελέτη «The Domain of Private Guilds in the Byzantine Economy», George Maniatis, εκδ. Dumbarton Oaks, Trustees for Harvard University, 2001, κεφ. Tenth to Fifteenth Centuries σημ. 2

(3) Ζεράρ Βαλτέρ, Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, εκδ. Παπαδήμα, 1988, σελ. 133-135

(4) Για περισσότερα σχετικά με τους Ταβουλλάριους βλ. τη μελέτη της βυζαντινολόγου Βασιλικής Νεράντζη-Βαρμάζη με τίτλο «Οι βυζαντινοί Ταβουλλάριοι», εκδ. Ε.Μ.Σ., 1984

τέλος δευτέρου μέρους
, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.