Οι συντροφιές της υφαντουργίας στην Οθωμανική Θεσσαλία κατά τον 18ο αιώνα

του Κωνσταντίνου Σερπέζη,

Ζητήματα ιστοριογραφίας των κιρχανέδων των Αμπελακίων και της Τσαριτσάνης

Η νέα ελληνική βιοτεχνική πρόοδος πολλές φορές λανθασμένα εστιάζεται αμιγώς σε ό,τι έχει να κάνει σχέση με την υποτονική πορεία που αυτή ακολούθησε εντός των συνόρων του πρώτου ελληνικού βασιλείου και πάντα στον τομέα της ναυτιλιακής άνοιξης ως άμεσα συσχετιζόμενης με τη ζητούμενη πάντα εμπορική κίνηση στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο μακριά από τα νερά της μεσογείου, στην κεντρική Ευρώπη του 18ου αιώνα το άγνωστο στοίχημα της ελληνικής βιοτεχνίας είχε βραχύβια μεν, σημαντικά όμως δε, κερδηθεί. Ο λόγος φυσικά για την ελληνική κλωστοϋφαντουργία, μεταξοκαλλιέργεια και την παραγωγή χρωστικών υλών για νήματα.

Το σημαντικότερο κέντρο των βιοτεχνικών προϊόντων που προαναφέρθηκαν κατά τον 18ο αιώνα που θα εστιάσουμε είναι η βορειοανατολική Θεσσαλία και συγκεκριμένα ό,τι αργότερα θα αποτελέσει τη δημοτική ενότητα Ελασσόνας. Στην περιοχή εκεί και μέχρι τον Τύρναβο, στους πρόποδες του Ολύμπου βρίσκουμε το Ριζάρι ή Ερυθρόδανο, αυτοφυές θαμνώδες φυτό που από την ρίζα του-όπως φαίνεται από την λέξη-παράγεται το πολύ όμορφο, ιδιαίτερο, έντονο κόκκινο χρώμα που κυκλοφορούσε στις αγορές της κεντρικής Ευρώπης υπό την αιγίδα των πρώτων συνεταιρισμών που δημιουργήθηκαν στην περιοχή.

Αυτές οι πρώτες συσσωματώσεις δεν μπορούμε παρά να της χαρακτηρίσουμε ως σημαίνουσες προσπάθειες του ντόπιου πληθυσμού για μιαν αυτάρκη παραγωγικότητα, μια διάθεση για αυτοδιάθεση ειδικότερα στις περιοχές που το ελληνόφωνο, ορθόδοξο στοιχείο ήταν συμπαγές όπως στα Αμπελάκια. Τα Αμπελάκια εξάλλου συνέδεσαν το όνομά τους όπως και η Τσαριτσάνη με την δημιουργία των εταιριών αυτών και μάλιστα «εξαργύρωσαν» την ακμή στον οικονομικό τομέα με μια εξέχουσα πνευματική κίνηση. Όμως αυτό δεν θα μας απασχολήσει στο παρόν.

περιοχή του Κάτω Ολύμπου, στη μέση το χωριό της Τσαριτσάνης

Το ερώτημα που τίθεται είναι προφανώς το γιατί εκεί και όχι αλλού. Η απάντηση ουσιαστικά δόθηκε. Αρχικά η περιοχή διακρίνεται από το συμπαγές της ελληνόφωνο στοιχείο και την απουσία τουρκικών μαζών εγκατεστημένων εκεί. Η πυκνότητα του ομοιογενούς στοιχείου προφανώς φέρνει στην επιφάνεια το αίσθημα της ασφάλειας και μιας γενικότερης συντροφικότητας σε μια εποχή που μάλλον όπως φαίνεται από τα κατάλοιπα που έχουμε η διαρκής απειλή από την Ήπειρο ήταν υπαρκτή και μόνιμη. Δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει ως τεκμήριο ο Πύργος του Μάμτζιου. Επιπλέον, μολονότι σχετικά εύκολο, μια βίαιη και έντονη τουρκική παρουσία ίσως συνοδευόμενη από έναν εποικισμό της περιοχής θα προξενούσε αντιδράσεις στην ευρύτερη Θεσσαλία πράγμα που θα καθιστούσε τον έλεγχο των ντόπιων ένα δύσκολο εγχείρημα αφού το ελληνόφωνο στοιχείο όπως είπαμε ήταν συμπαγές συγκριτικά με άλλες επαρχίες του ελλαδικού κορμού και το πλήγμα θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο καθώς ο θεσσαλικός κάμπος αποτελούσε τον κύριο σιτοβολώνα των μεγαλύτερων πόλεων των Οθωμανικών νότιων Βαλκανίων. Εξάλλου η περιοχή ελέγχονταν ήδη εκτενώς από την Λαρισαϊκή Οθωμανική διοικητική δομή ακριβώς στο κέντρο του κάμπου, συνεπώς η εκτεταμένη τουρκική παρουσία σε κάθε χωριό ήταν αχρείαστη θα λέγαμε υπεραπλουστευτικά. Εκτός αυτών το σύνορο με την Μακεδονία, ο Όλυμπος παρείχε προστασία από τον Βορρά μέχρι και την αρχή των επιδρομών των τουρκαλβανών του Αλή Πασά και την επιδημία που ξέσπασε το 1813 για να δώσει τέλος σε μια συνεχή παρουσία στον βιοτεχνικό τομέα σχεδόν ενός αιώνα, η επιδρομή των Γκέγκηδων αλβανών το 1878 από κοινού φυσικά με τις όποιες καταστροφές που προξένησε η επανάσταση τα κατοπινά έτη και η μεγάλη πλημύρα το 1883. Μέχρι τότε φυσικά η πρώτη «λάμψη» των Αμπελακίων είχε προ πολλού ξεθωριάσει.

Συγκεκριμένα, οι παραγωγικές ενώσεις των Αμπελακίων και της Τσαριτσάνης είχαν λάβει σαφή επιρροή στην οργανωτική τους δομή από αντίστοιχες αυστριακές συντεχνίες. Ο συντονισμός λοιπόν εν μέρει της δράσης τόσο των παραγωγών όσο και των εμπόρων πολύ περισσότερο επηρεάστηκε αρνητικά από την πτώχευση της Αυστρίας το 1811, την κύρια εισαγωγέα του θεσσαλικού νήματος. Παράλληλα, όσον αφορά στους εξωγενείς παράγοντες της παρακμής των κοινοτήτων ας αναφέρουμε την βιοτεχνική άνοδο των Σερρών και της Σμύρνης στον ίδιο τομέα καθώς και την ολοένα αυξανόμενη αγγλική παρουσία στον τομέα της παραγωγής νημάτων, ανταγωνισμός που δεν θα μπορούσαν να αντέξουν δυο χωριά της Θεσσαλίας απέναντι σε μια αυτοκρατορία. Αναφέραμε την επιδημία πανούκλας του 1813 και φυσικά τις καταστροφές των αλβανικών επιδρομών τα ίδια χρόνια που από κοινού με τα άνωθεν οδηγούν τους οικισμούς μας στην εσωστρέφεια και σαφώς στην παρακμή την οποία επικυρώνει φυσικά και η πτώχευση του ίδιου του Σβάρτς.

Αυτό όμως που πρέπει να γεννά το πιο βασικό ερώτημα είναι το γιατί αυτές οι δυο κοινότητες στράφηκαν σε αυτές τις τόσο εξειδικευμένες καλλιεργητικές δραστηριότητες από την στιγμή που σχεδόν όλος ο υπόλοιπος ελληνικός χώρος αξιοποιούσε τις εκτάσεις του στην παραγωγή σιτηρών, στην ελαιοκαλλιέργεια και στην αμπελουργία. Η απάντηση είναι σύνθετη καθώς μπορούμε να τις προσδώσουμε μια τριπλή ερμηνεία. Αρχικά ήταν σύνηθες φαινόμενο συγκεκριμένες κοινότητες να στρέφονται στοχευμένα σε εξειδικευμένες μονοκαλλιέργειες κυρίως επειδή αυτό ευνοούσε την εμπορική έξωθεν κίνηση. Να σημειώσω εδώ ότι έξωθεν δεν εννοώ μόνο το εξωτερικό εμπόριο καθώς κάτι τέτοιο ήταν αρκετά δύσκολο στην περίπτωση που μελετάμε καθώς κάνουμε λόγο για δυο μεσόγειες επαρχιακές κοινότητες, χωρίς δηλαδή άμεση γειτνίαση με τη θάλασσα. Εκτός αυτού και ιδιαίτερα στη Θεσσαλία η μικρομεσαία καλλιέργεια τείνει να εξαφανίζεται και να περνά στα χέρια μεγάλων τσιφλικάδων, επαναπροσδιορίζοντας έτσι την έννοια της κοινότητας σε νέα δεδομένα πράγμα γνωστό και σύνηθες όταν μιλάμε για μεγάλες πεδινές εκτάσεις. Η στροφή αυτή λοιπόν σε μια πιο οργανωμένη, κοινοτική επιλογή παραγωγής χρωστικών υλών και μεταξιού δρούσε επιπλέον ως δικλείδα ασφαλείας απέναντι στους μεγαλογαιοκτήμονες και γενικότερα σε κάθε ξένο «παρείσακτο».

Επιπλέον, ο εμπορικός ανταγωνισμός, μεμονωμένων οικογενειών και μεγάλων βιοτεχνών κυρίως της Λάρισας, δημιούργησε την ανάγκη για μια-ας μου επιτραπεί ο όρος-αλτρουιστική οργανωτική δομή στη βάση σαφώς και της εσωτερικής ασφάλειας των οικονομικών δεδομένων αλλά και της εξωγενούς κίνησης. Τι εννοώ. Μιλάω φυσικά για την ανάγκη να κατοχυρωθούν οι κοινότητες αυτές και να περιτειχίσουν τις δραστηριότητές τους συλλογικά και αυτό να βγει προς τα έξω. Κι εκεί φυσικά αξιοποιείται στο έπακρον το εμπορικό λιμάνι του Βόλου που ήδη γινόταν χρήση για τους ίδιους λόγους από πηλιορείτες, κυρίως από τη Ζαγορά.

Η έκταση όμως που έλαβε αυτή η δραστηριότητα σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην δράση της γυναίκας σε εργασίες που αφορούσαν πιο πολύ την οικιακή βιοτεχνία. Ξέρουμε ότι μεγάλες παραγωγικές μονάδες δεν υπήρξαν, σαφώς θα ήταν αστείο να μιλήσουμε για πρωτοεργοστάσια σε μια εποχή όπως αυτή, στην Ελασσόνα. Το ίδιο το νοικοκυριό γίνεται η έδρα της επιχείρησης, και δεν θα μπορούσε άλλος να είναι ο επικεφαλής του από την ίδια την νοικοκυρά. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σπίτι αποτελεί ξεχωριστή εταιρία. Πολύ περισσότερο δεν είχε κάθε σπίτι την έκταση για να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Τα μεγαλύτερα αρχοντικά ήταν αυτά που φιλοξενούσαν και το μεγαλύτερο κομμάτι της διαδικασίας παραγωγής των νημάτων.

Το αρχοντικό του Γεωργίου Σβάρτς στα Αμπελάκια. Χαρακτηρίζεται ως η έδρα του πρώτου αγροτικού συνεταιρισμού

Για παράδειγμα το αρχοντικό του Γεωργίου Σβάρτς στα Αμπελάκια ήταν η έδρα της Κοινής Συντροφιάς, όπως ονομαζόταν η εκεί εταιρία. Η οικοτεχνία λοιπόν είναι αυτή που έδωσε το έναυσμα για την εκτεταμένη διάδοση ενός επικερδούς, όπως εξελίχθηκε, κλάδου. Ως γνωστόν η οικοτεχνία ήταν αμιγώς γυναικεία υπόθεση. Αυτό σημαίνει ότι μόνο η γυναικεία «συντροφιά» ήταν υπεύθυνη για την επιτυχία αυτή; Φυσικά και όχι, ο κοινοτικός χαρακτήρας της βιοτεχνικής «συντεχνίας» αυτής είναι που την κατέστησε το αίμα που κυλάει στις φλέβες των δυο χωριών εκείνη την εποχή.

Μέχρι και σε αυτό το σημείο όμως η ιστοριογραφία διακατέχεται από ενδοιασμούς. Το ζήτημα που δημιουργείται μεταξύ της σύγχρονης και της παλαιότερης προσέγγισης δεν είναι η ύπαρξη των συνεταιρισμών και ο χαρακτήρας τους, ούτε καν η ανάπτυξη που γνώρισαν. Το θέμα έγκειται ακριβώς στα μεγέθη για τα οποία γίνεται λόγος. Σίγουρα δεν είναι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος συνεταιρισμός, είναι όμως σημαντικής σημασίας για την ιστορική προσέγγιση του όρου και άλλων αντίστοιχων οργανωτικών δεσμών των ορθοδόξων κοινοτήτων την περίοδο της Οθωμανικής διοίκησης. Εδώ ο Κορδάτος φάσκει και αντιφάσκει ανάγοντας τα Αμπελάκια στον πρώτο συνεταιρισμό του κόσμο ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει πως η λέξη συνεταιρισμός η ίδια κατά την τουρκοκρατία ήταν άγνωστη. Για την ξένη ιστοριογραφία από την άλλη, δεν υπήρξε ένας ενιαίος συνεταιρισμός όπως παρουσιάζεται είτε από τον Κορδάτο είτε από τον Φιλάρετο. Υπήρχαν ετερόρρυθμες εταιρείες μικρότερου χαρακτήρα. Δεν μπορεί όμως να διαφωνήσει κανείς για την ύπαρξη της κοινής. Η Κοινή συντόνιζε την δραστηριότητα ακόμα κι αν στην τελική όντως η ξένη ιστοριογραφική προσέγγιση επικρατήσει. Αν δεν συντόνιζε συνολικά τα διάφορα μικρότερα «εργαλεία» της, ούτε τα μέλη της θα πλούτιζαν ούτε φυσικά αναφορές για διαφθορά και αισχροκέρδεια κατά τα τελευταία χρόνια της ύπαρξής της θα είχαμε. (βλ. Ευτυχία Λιάτα, Ιστορία του νέου ελληνισμού 1770-2000, τόμος 2, εκδ Ελληνικά Γράμματα). Εκεί όμως που θα συμφωνήσουμε είναι φυσικά το θεώρημα του Μπουλανζέ, φουριεριστής μέχρι το κόκαλο υποστήριξε πως μια κοοπερατίβα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας δεν υπήρξε. Έτσι απαντάμε στο ερώτημα που θέτει ο Φιλάρετος στο αν δηλαδή το κοινωνικό πρόβλημα ελύθη.

Τα Οθωμανικά Τέμπη

Μετά την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση της περιοχής στο Ελληνικό κράτος η μεταξοκαλλιέργεια και ό,τι είχε να κάνει σχέση με την χρωστική βιοτεχνική παραγωγή είχε καταπέσει ήδη από χρόνια και δεν συνεχίστηκε ούτε φυσικά επιδιώχθηκε συστηματικά η αναβίωση του τουλάχιστον τον επίπεδο της πρότερης αίγλης. Το ελληνικό κράτος έριχνε ήδη το βάρος της οικονομίας του στην αγροτική παραγωγή των σιτηρών και της ελιάς πράγμα που υπονόμευσε ακόμα περισσότερο την προηγούμενη καλλιέργεια στην περιοχή. Οι κάτοικοι στράφηκαν κυρίως στην ελαιοκαλλιέργεια ενώ τα αριθμητικά στοιχεία του πληθυσμού του τόπου είχαν ήδη δραματικά μειωθεί εξαιτίας της επιδημίας της πανώλης. Η Τσαριτσάνη για παράδειγμα στην περίοδο ακμής της ξεπέρασε του 7.000 κατοίκους για να ακολουθήσει σταδιακά μια συνεχώς ερημωτική τάση που διογκώθηκε αμέσως μετά την ενσωμάτωση στην Ελλάδα με τους κατοίκους της-όσους είχαν μείνει-να επιλέγουν την Λάρισα.
Μονάχα πρόσφατα η περιφέρεια Θεσσαλίας και οι τοπικές αρχές ενδιαφέρθηκαν να αναδείξουν την τοπική ιστορική ιδιαιτερότητα στον τομέα της βιοτεχνικής παραγωγής και μάλιστα το αρχοντικό του Σβάρτς ανοικοδομήθηκε. Όπως και να’χει ωστόσο η παρουσία των δυο οικισμών στην αγροτική οργάνωση άνοιξε τις πύλες και αποτέλεσε παράδειγμα για τα μετέπειτα αγροτικά σωματεία και την «αρχιτεκτονική» τους.

Κωνσταντίνος Σερπέζης, Βόλος 2022

Βιβλιογραφία
-Κουσαής Τάκης, «Η ιδέα του συνεταιρισμού στην Τσαριτσάνη», στο «Τσαριτσάνη. Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων», Πρακτικά Συνεδρίου, Τσαριτσάνη, 21-23 Σεπτεμβρίου 2007, έκδοση Αθήνα 2016, σ. 185-187.
-Γιάννης Κορδάτος, «Τ’ Αμπελάκια και ο μύθος για το συνεταιρισμό τους: συμβολή στην οικονομικοκοινωνική ιστορία της Ανατ. Θεσσαλίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας». Μπουκουμάνης, 1973.
-Διαμαντοπούλου Άννα «Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Αμπελάκια» σελ. 32-34 εκδόσεις Μέλισσα, 2001
-Αποστόλου Βακαλόπουλου, «Πηγές της Ιστορίας του νέου ελληνισμού» Η ιστορία της βιοτεχνίας των κόκκινων νημάτων στα χωριά των Τεμπών και ιδίως στα Αμπελάκια, σ.205. Θεσσαλονίκη 1977.
-Αποστόλου Βακαλόπουλου, «Πηγές της Ιστορίας του νέου ελληνισμού» Felix Beaujour, “ Tableu du commerce de la Grèce “ , Paris 1800 σ.271-285.
-Σπ. Λάμπρου, «Καταστατικόν συντροφιάς Αμπελακίων», Ν.Ε, 14(1917) σ.381-388.
-Ηλία Παναγ.Γεωργίου «Νεώτερα στοιχεία περί της ιστορίας και της συντροφιάς των Αμπελακίων», Αθήνα 1950, σ. 18,24-25,35-37,63,65,74-75.
-Κ. Κουκκίδης, «Το πνεύμα του συνεταιρισμού των νεώτερων ελλήνων και τ΄αμπελάκια. Ο πρώτος συνεταιρισμός του κόσμου». Αθήνα 1948, σ. 197,204.
-Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, 2, Ελληνικά Γράμματα. Ευτυχία Λιάτα: «Οι κοινότητες», Μαρία Ευθυμίου: «οι συντεχνίες» σ.336.
-Αριάδνη Ανδρουλάκη, «Ο Ελληνισμός Της Αυστρίας», CULTURAL DIPLOMACY IN THE WORLD, CULTURAL NEWS, CULTURE & ARTS, HICD GREECE, HICD IN EUROPE.

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.