Οι σχέσεις Καρόλου του Μεγάλου και Βυζαντίου (768-800)

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χαλάστρας

Από το πρώτο τέταρτο του 8ου αιώνα, το Βυζάντιο είχε καταστεί αρκετά απόμακρο για τη Δύση. Ο ανηλεής και συνεχής αμυντικός αγώνας απομόνωσε το ενδιαφέρον των Βυζαντινών και η Δύση παραμελήθηκε. Στη δεύτερη σύνοδο της Νίκαιας, η επονομαζόμενη και έβδομη οικουμενική σύνοδος όπου πραγματοποιήθηκε η αναστήλωση των εικόνων, το φθινόπωρο του 787, οι απεσταλμένοι του Αδριανού εξέφρασαν τον ενθουσιασμό τους για τον «πνευματικό υιό» του πάπα, Κάρολο, βασιλιά των Φράγκων.

Οι Βυζαντινοί πληροφορήθηκαν για τα επιτεύγματά του όχι μόνο στη βόρεια Ιταλία και το γεγονός ότι είχε κατακτήσει ολόκληρη τη Δύση, αλλά κυρίως ότι είχε υποτάξει βαρβαρικές φυλές και τις εκχριστιάνισε. Ένας «βάρβαρος» για τους Βυζαντινούς βασιλιάς, πραγματοποιούσε ότι μονάχα αυτοί έπρεπε να κάνουν. Ο οικουμενικός ρόλος τους ήταν αναντικατάστατος και έτσι έπρεπε να παραμείνει. Η  δεδομένη κατάσταση στη Δύση έπρεπε να υποβαθμιστεί ή ακόμα κι αν ήταν εφικτό να αποσιωπηθεί. Συνεπώς, το τμήμα των λεγόμενων του πάπα δεν μεταφράστηκε στα ελληνικά.            Το 781 η αυτοκράτειρα Ειρήνη έστειλε τον σακελλάριο Κώνσταη και τον πριμικήριο Μάμαλο -υπεύθυνο επί της σακέλλης, δηλαδή του αυτοκρατορικού ταμείου και εκκλησιαστικό αξιωματούχο αντίστοιχα- στον Κάρολο προκειμένου να πραγματοποιηθεί συνοικέσιο μεταξύ Καρόλου και Ειρήνης.[2]

Ο γάμος τελέστηκε μεταξύ του Κωνσταντίνου ΣΤ’ και της κόρη του Καρόλου Ροτρούδη (Ερυθρώ). Η αυτοκράτειρα, που υπέγραφε ως «βασιλεύς» και όχι ως βασίλισσα, συμμάχησε με τους Φράγκους ενάντια στους Λομβαρδούς. Αυτό αποτέλεσε και στρατηγική της Ειρήνης προκειμένου η προσέγγιση με τη Δύση να αποφέρει μια σταθεροποίηση στο θρόνο. Δεν είχε καμία πρόθεση να εγκαταλείψει τα «προαιώνια» δικαιώματα των «Ρωμαίων» αυτοκρατόρων. Αυτό συμπεραίνουμε και από την διάσταση που έδωσε στην οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας, όπου γινόταν λόγος για έναν «νέο Κωνσταντίνο, τον ΣΤ’, και μια νέα Ελένη», που θα προσέδιδαν ξανά την αγνότητα στη χριστιανοσύνη. Μάλιστα, ο ίδιος ο πάπας αναγνώριζε τον οικουμενικό χαρακτήρα της συνόδου.[3]

Ο Κάρολος αρνήθηκε να συνταχθεί με τα παραπάνω σχέδια και σύντομα τα παραπάνω σχέδια ναυάγησαν. Το συνοικέσιο αποδείχθηκε βραχύβιο και διαλύθηκε το 788 όπως και η συμμαχία. Η Ειρήνη που επί της ουσίας κινούσε τα νήματα, έστειλε τον Ιωάννη, σακελλάριο και λογοθέτη του στρατιωτικού, προς ενίσχυση του Θεόδοτου των Λομβαρδών και κατόπιν κατέφθασε και ο στρατηγός Σικελίας, Θεόδωρος. Οι Βυζαντινοί εκστράτευσαν εναντίων των Φράγκων στο Μπενεβέντο. Στη μάχη που ακολούθησε οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν κατά κράτος και ο Ιωάννης αιχμαλωτίστηκε και θανατώθηκε.[4] Οι Φράγκοι με επικεφαλής τους Γκρίμοαλντ και Χίλντεμπραντ είχαν ελάχιστες απώλειες σε άνδρες και εξοπλισμό και επέστρεψαν στο στρατόπεδό τους με πλούσια λεία και πολλούς αιχμαλώτους.[5] Παρ’ όλα αυτά ο Κάρολος δεν κατάφερε ποτέ να επιβάλλει πλήρως την κυριαρχία του στον δούκα του Μπενεβέντο  παρά τις συνεχείς εκστρατείες του τα έτη 791, 792-793, 800, 801-802.[6]

Ο Κάρολος είχε προσδέσει το βασίλειο της Ιταλίας στο φραγκικό βασίλειο ήδη από το 774. Μετά τις εκστρατείες που πραγματοποίησε στο κράτος των Αβάρων, η βυζαντινή Δαλματία αποδέχθηκε την χαλαρή επικυριαρχία των Φράγκων ειρηνικά. Παράλληλα με το στρατιωτικό σκέλος, Κάρολος συνέχιζε να υπονομεύει την πνευματική ανωτερότητα των Βυζαντινών.

Τα πρακτικά της συνόδου της Νίκαιας στάλθηκαν στη Ρώμη το 790 και στη συνέχεια στη φραγκική αυλή, μεταφρασμένα στα Λατινικά. Ο κλήρος γύρω από τον Κάρολο είχαν εξάγει σημαντικά συμπεράσματα. Φάνηκε γι’ αυτούς ότι πλέον η εκκλησία «των Γραικών» δεν διατηρούσε μια θεολογικά ορθή και αξιόπιστη θεώρηση του Χριστιανισμού. Υποστήριζαν ότι αυτοί είχαν αντιληφθεί των ρόλο των εικόνων που ήταν ουδέτερος, την ίδια στιγμή που η σύνοδος, έτσι όπως μετέφρασαν τα πρακτικά, πρότεινε την λατρεία τους. Οι Γραικοί, όπως συμβούλεψαν οι κληρικοί στον Κάρολο, είχαν εξαντλήσει την ενέργειά τους στα εσωτερικά ζητήματα και είχαν δείξει δείγματα φθοράς και παρακμής. Ο μελλοντικός αρχιεπίσκοπος της Ορλεάνης, Θεοδούλφος, ανέφερε ότι δεν έπρεπε να παρθεί αυτή η πρωτοβουλία αλλά να ζητηθεί η γνώμη και των υπολοίπων εκκλησιών.

Είναι προφανές ότι ο Φράγκος ηγεμόνας, όντας  στο απόγειο της ισχύος του, θεώρησε υποτιμητικό για την Εκκλησία του να αποδεχθεί αποφάσεις που είχαν παρθεί στην Ανατολή. Εκδόθηκαν λοιπόν τα δικά του διατάγματα, τα Libri Carolini (Opus Caroli Regis Contra Synodum)

Τα διατάγματα της συνόδου απορρίφθηκαν και περιφρονήθηκαν εξ ολοκλήρου.[7] Η φιλοδοξία του Καρόλου ήταν να αναδειχτεί μια νέα τάξη πραγμάτων από την μεταρρύθμιση της Λατινικής Εκκλησίας ως ολότητας. Το θρησκευτικό ζήτημα πολιτικοποιήθηκε λοιπόν τάχιστα από τη διαφοροποίηση με την Ανατολή, με σκοπό την οικειοποίηση του αυτοκρατορικού ρόλου. Η πεποίθηση ότι ζούσαν σε μια μοναδική και προνομιούχα Χριστιανοσύνη έγινε ξεκάθαρη από τη σύνοδο της Φρανκφούρτης το 794, όπου το ζητούμενο ήταν η καταδίκη των Γραικών και της Ανατολικής Εκκλησίας και λιγότερο το θρησκευτικό σκέλος της λατρείας των εικόνων. Πρέπει να αναφερθεί και ο σημαίνοντας ρόλος του Καρόλου σε αυτή τη σύνοδο, καθώς η εποπτεία του επί των επισκόπων ήταν απόρροια του καθήκοντος να προστατέψει την εκκλησία, κάτι που μαρτυρά και ο χαρακτηρισμός «επίσκοπος των επισκόπων» (episcopus episcorum).[8]

Την ίδια στιγμή στο Βυζάντιο η αυτοκράτειρα μετά από μια συνεχή υπονόμευση του υιού της, τον οποίο και τελικά τύφλωσε, έμελλε να κυβερνά μόνη της από το 797. Αυτό αποτέλεσε και μια ακόμα αφορμή για την νομιμοποίηση της στέψης του Καρόλου αφού δεν υπήρχε άρρην στον θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον Σαλικό νόμο μάλιστα τον Φράγκων, στον οποίο αναφέρεται ότι κανένα τμήμα της γης ή κληροδότημά της δεν μπορεί να ανήκει σε γυναίκα, αλλά στα αρσενικά μέλη, προκύπτει ένα «βολικό» κενό στη διαδοχή της αυτοκρατορίας.

Αναφέρεται ότι το επόμενο έτος, το 798, Έλληνες πρέσβεις εμφανίστηκαν ενώπιων του Καρόλου διατεθειμένοι να κινηθούν διαδικασίες προκειμένου να μεταβιβασθεί η αυτοκρατορική εξουσία σε αυτόν (ut traderent ei imperium). Όπως ήταν επόμενο ο Κάρολος τους απέπεμψε και το μόνο που κατάφεραν ήταν να ενισχύσουν το ηθικό των Φράγκων. Ο λόγιος και ποιητής Αλκουίνος της Υόρκης, μας παρουσιάζει την οπτική από το φραγκικό στρατόπεδο όταν το 799 αναφέρει ότι «..η ασφάλεια της χριστιανικής εκκλησίας, πλέον, βρίσκεται στους ώμους τους Καρόλου, του επικεφαλής της Χριστιανοσύνης, που ήταν υπέρτερος από τον πάπα και τον αυτοκράτορα μαζί..».[9]


[1] P.Brown, The Rise of Western Christendom, σελ.405[2]Theophanis Chronographia, ed. B.G. Niebuhr, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, 43,  (Bonn: Impensis ed Weberi, 1839), σελ. 705 «Τούτω τω έτει απέστειλεν Ειρήνη Κωνταντίνον σακελλάριον και Μάμαλον πριμικήριον προς Κάρουλον ρήγα των Φράγγων, όπως την αυτού θυγατέρα, Ερυθρώ λεγόμενην, νυμφεύσηται τω βασιλεί Κωνσταντίνω τω θιώ αυτής.»[3] H. Fichtenau, The Carolingian Empire, the age of Charlemange, σελ. 67[4] Niebuhr, Theophanis, σελ.718. «αποστείλασα δε Ειρήνη Ιωάννην τον σακελλάριον και λογοθέτην του στρατιωτικού εις Λογγιβαρδίαν μετά και Θεοδότου του ποτέ ρηγός της μεγάλης Λογγιβαρδίας προς το ει δυνηθείεν αμύνασθαι του Καρόλου, και αποσπάσαι τινάς εξ αυτού. Και κατήλθον ουν συν Θεοδώρω πατρικίω και στρατηγό Σικελίας. Και πολέμου κρατηθέντος, εκρατήθη υπό των Φράγκων ο αυτός Ιωάννης, και δεινώς ανηρέθη.»[5] Pertz, Annales Regni Francorum,  σελ.83 « Commisso immodicam ex eis multitudinem ceciderunt ae sine suo suorumque gravi dispendio I magnum captivorum ac spoliorum numerum in sua castra retulerunt».[6] Pirenne, Mohammed and Charlemagne, σελ.230.[7] P.Brown, The Rise of Western Christendom, σελ.406.[8] H. Fichtenau, The Carolingian Empire, the age of Charlemange, σελ. 59. Φυσικά αυτό δε σήμαινε ότι ο Κάρολος δεν είχε αυτογνωσία και ότι θεωρούσε τον εαυτό του ως τον ανώτατο ιερέα της εκκλησία του Χριστού.[9] H. Fichtenau, The Carolingian Empire, the age of Charlemange, σελ.73.

ΕΠΑΛΞΗ

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.