Οι Φαναριώτες και οι περίπλοκες σχέσεις τους με την οθωμανική εξουσία

Θοδωρής Αντωνόπουλος

Μέσα από τον βίο και την πολιτεία του Στέφανου Βογορίδη, ενός επιφανούς Φαναριώτη που παρέμεινε πιστός στον Σουλτάνο και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η Χριστίνα Φίλιου, καθηγήτρια στο Μπέρκλεϊ ειδικευμένη στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καταπιάνεται με την εντυπωσιακή και εν πολλοίς παραγνωρισμένη ιστορία της φαναριώτικης κοινότητας, εστιάζοντας στον κρίσιμο 19ο αιώνα. Το βιβλίο είχε πρωτοεκδοθεί στην Αμερική (The Regents of the University of California, 2011) και πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. 

Οι Φαναριώτες, μια ιδιότυπη χριστιανική και ελληνόφωνη, παρότι όχι πάντοτε ελληνικής καταγωγής ελίτ, όπως η περίπτωση Βογορίδη, κατάφεραν να αναρριχηθούν ως τα υψηλότερα κλιμάκια της οθωμανικής εξουσίας, υπερβαίνοντας εθνοτικά, θρησκευτικά και θεσμικά στεγανά. Η στάση τους απέναντι στην Επανάσταση του ’21 δεν ήταν ενιαία. Άλλοι στρατεύθηκαν μαζί της, όπως ο Μιχαήλ Σούτσος, ο Υψηλάντης, ο Μαυροκορδάτος, άλλοι πάλι αδράνησαν, είτε της εναντιώθηκαν.

Επιφυλακτικά έως αρνητικά τούς αντιμετώπισε η εγχώρια ιστοριογραφία, για τον επιπλέον λόγο ότι, μολονότι ελληνορθόδοξοι, δεν εντάσσονταν στο κυρίαρχο εθνικό αφήγημα. Οι Τούρκοι ιστορικοί συνήθως τους αγνοούν: «Καμία πλευρά δεν είναι πολύ πρόθυμη να εξετάσει ομάδες που είχαν μια πιο αμφίθυμη σχέση με τον αναδυόμενο εθνικισμό… ακόμα και όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τον “άλλο”, είναι ευκολότερο όταν ο “άλλος” είναι ξένος, παρά δικός μας». 

Οι Φαναριώτες συμμετείχαν ενεργά στις πολιτικοκοινωνικές διεργασίες καθώς επίσης στην εξωτερική πολιτική που αφορούσε τη Ρωσική και την Αυστριακή Αυτοκρατορία. Κάποιοι όντως στήριξαν την Ελληνική Επανάσταση, άλλοι όμως όχι. Η ιστορία των τελευταίων έχει σχεδόν αγνοηθεί προκειμένου να υπηρετήσει ένα ιστορικό αφήγημα που επικεντρώνεται γύρω από την Αθήνα προτού αυτή γίνει πραγματικό κέντρο εξουσίας.

Ο «οίκος του Φαναρίου» απειλήθηκε σοβαρά εξαιτίας της Ελληνικής Επανάστασης, όμως επανάκαμψε και συνέχισε για δεκαετίες να παίζει σημαντικό ρόλο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η «παράδοξη» κουλτούρα των Φαναριωτών –«συνδύαζαν την πομπώδη μεγαλοπρέπεια μιας “ανατολίτικης” ελίτ με τις δεξιότητες των Ευρωπαίων ευγενών, ταυτόχρονα όμως αναγκαζόντουσαν να κρύβουν τον πλούτο και τη δύναμη τους»–, τα εκτεταμένα δίκτυα πατρωνίας που δημιούργησαν, οι περίπλοκες σχέσεις τους με το μουσουλμανικό και το χριστιανικό στοιχείο, η ανάδειξη και η συμμετοχή τους στο πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι, η ιδιαίτερη σχέση τους με την Κωνσταντινούπολη, τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και κάποια νησιά, η αντίδρασή τους στις διαβολές που δέχονταν ως προδότες, όπως εκφράζεται και στην περίφημη «απολογία» του Βογορίδη, είναι ανάμεσα στα θέματα που διαπραγματεύεται το βιβλίο και τα οποία θίξαμε με τη συγγραφέα. Μελετώντας την οθωμανική πραγματικότητα και τους Φαναριώτες κατανοεί κανείς ότι «υπήρχαν πολλοί τρόποι να είσαι “Έλληνας” τον 19ο και τον 20ό αιώνα και μόνο μερικοί από αυτούς συμπεριλαμβάνονταν στο Βασίλειο της Ελλάδος».

FILIOY
Χριστίνα Φίλιου

— Τι ήταν ο «οίκος του Φαναρίου» και ποια η ιδιαίτερη θέση του στην οθωμανική τάξη πραγμάτων; Πότε εμφανίζεται και ποιες συνθήκες τον ευνοούν;
Χρησιμοποιώ εδώ τον όρο «House of Phanar» με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Πρώτον, αναφέρομαι κυριολεκτικά στα χαρακτηριστικά σπίτια –ψηλά, στενά, ξύλινα– στη συνοικία Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, που ανήκαν σε ελληνορθόδοξες οικογένειες οι οποίες συνδέονταν ποικιλοτρόπως με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και, όπως τονίζω στο βιβλίο, με το ευρύτερο πεδίο της οθωμανικής διακυβέρνησης.

Δεύτερον, χρησιμοποιώ τη λέξη «οίκος» με την έννοια του «τζακιού» ή της δυναστείας, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι φαναριώτικες οικογένειες οικοδόμησαν ομάδες πολιτικής δύναμης και επιρροής όπως αντίστοιχα οι μουσουλμάνοι σύγχρονοί τους σε άλλους διοικητικούς τομείς (βεζίρηδες, πασάδες, αγιάνηδες κ.λπ.).

Τρίτον, χρησιμοποιώ τον όρο μεταφορικά, καταδεικνύοντας τους τρόπους με τους οποίους οι Φαναριώτες δημιούργησαν τη δική τους πολιτική κουλτούρα ή πολιτικό χώρο μέσα στην ευρύτερη οθωμανική επικράτεια. Έκτισαν δηλαδή τον «οίκο» τους εντός του «οίκου του Οσμάν», της οθωμανικής δυναστείας.

Αυτή η μορφή εξουσίας ήταν παράδοξη αφού ως χριστιανοί στερούνταν κάθε «επίσημο» μερίδιο στην αυτοκρατορική διακυβέρνηση. Κατάφεραν, παρά ταύτα, να εισχωρήσουν μέχρι τα ανώτερα κλιμάκια της οθωμανικής δομής εξουσίας, μέσω προσωπικών διασυνδέσεων και επιρροής, και στη συνέχεια μέσω ενός είδους θεσμοθέτησης.

Έχτισαν έτσι ένα αλληγορικό «σπίτι» για τον εαυτό τους σε μια αυτοκρατορία και σε ένα πολιτικό κλίμα όπου υποτίθεται ότι δεν υπήρχαν. Το στερεότυπο των Φαναριωτών στο ελληνικό εθνικό αφήγημα το παίρνει αυτό ως δεδομένο, χωρίς να εξετάζει πώς ακριβώς όντες χριστιανοί απόκτησαν θέσεις εξουσίας στο οθωμανικό σύστημα.

Υποστηρίζω ότι αυτή η προσέγγιση για τους Φαναριώτες ως «κράτος εν κράτει» μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε πληρέστερα πώς δρούσαν και συμπεριφέρονταν λειτουργώντας και αλληλεπιδρώντας με τους μη Φαναριώτες και μη χριστιανούς συγχρόνους τους από τη συμβατική εθνική προσέγγιση που τους θέλει συνεργάτες, κατ’ουσία, των Οθωμανών κυρίαρχων. Είναι νομίζω καιρός να προχωρήσουμε πέρα ​​από μια «ασπρόμαυρη» αντίληψη αυτής της περιόδου, η οποία ταξινομεί τους ιστορικούς παράγοντες είτε «υπέρ», είτε «κατά» του έθνους και της Επανάστασης, καθώς η κατάσταση ήταν πολύ πιο περίπλοκη και οι όροι, οι αφηγήσεις και οι θεσμοί του ελληνικού έθνους-κράτους ακόμα αδιαμόρφωτοι.

Οι Φαναριώτες συμμετείχαν ενεργά στις πολιτικοκοινωνικές διεργασίες καθώς επίσης στην εξωτερική πολιτική που αφορούσε τη Ρωσική και την Αυστριακή Αυτοκρατορία. Κάποιοι όντως στήριξαν την Ελληνική Επανάσταση, άλλοι όμως όχι. Η ιστορία των τελευταίων έχει σχεδόν αγνοηθεί προκειμένου να υπηρετήσει ένα ιστορικό αφήγημα που επικεντρώνεται γύρω από την Αθήνα προτού αυτή γίνει πραγματικό κέντρο εξουσίας.

Χριστίνα Φίλιου: «Yπήρχαν περισσότεροι από ένας τρόποι να είσαι “Έλληνας” τον 19ο αιώνα»
 Οθωμανική αυτοκρατορία, 1683-1913

— Διαβάζω ότι οι Φαναριώτες  δεν ήταν μόνο ελληνικής καταγωγής αλλά και «ελληνοποιημένοι» αλλοεθνείς, όπως άλλωστε ο Στέφανος Βογορίδης τον οποίο διαπραγματεύεστε. Ποιο ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτή η προσωπικότητα; 
Ναι, σημαντικό μέρος της διεκδίκησης της νομιμότητας για τις φαναριώτικες οικογένειες ήταν η γενεαλογία τους, ήτοι η καταγωγή τους από τη βυζαντινή αριστοκρατία. Ωστόσο, οι γενεαλογίες αυτές είναι λίγο δύσκολο να εντοπιστούν, αρκετές δε από το επόμενο κύμα οικογενειών (Γκίκας, Καλλιμάχης, Αριστάρχης) έχουν αλβανική, ρουμανική, ακόμη και αρμενική καταγωγή.

Ήταν εύλογο ότι αυτές οι εθνογλωσσικές γραμμές θα διασταυρώνονταν στο ευρύτερο πλαίσιο της ορθόδοξης χριστιανικής κοινότητας, όπου η ελληνική γλώσσα, ως γλώσσα της Εκκλησίας, κατείχε τα πρωτεία και η γνώση της γινόταν όχημα ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, ειδικά τον 18ο αιώνα.

Ο Στέφανος Βογορίδης, τώρα, ήταν σχετικά νεοφερμένος στα φαναριώτικα δίκτυα και βουλγαρόφωνος (ήταν ανιψιός του Σωφρόνιου Βρατσάνσκι, αρχιεπισκόπου Βράτσας και πατέρα της βουλγαρικής πολιτιστικής αφύπνισης). Αυτός και η οικογένειά του μας δίνουν την ευκαιρία να εξετάσουμε τις διαδικασίες για να γίνει κάποιος Έλληνας ή/και Φαναριώτης και τους τρόπους που κάποιος θα μπορούσε να διεκδικήσει μια φαναριώτικη ή/και ελληνική ταυτότητα, παραμένοντας ταυτόχρονα συνδεδεμένος με μια μη ελληνική εθνική ταυτότητα. Μαζί με τον αδελφό του Αθανάσιο έλαβαν ελληνική παιδεία στην Ηγεμονική Ακαδημία του Βουκουρεστίου «Άγιος Σάββας» τη δεκαετία του 1790.

Ο Αθανάσιος συνέχισε στην Ιατρική Σχολή στο Βούρτσμπουργκ και μετά στη Βιέννη (υπήρξε συνιδρυτής της Ελληνο-Δακικής Εταιρείας και του περίφημου περιοδικού «Ερμής ο Λόγιος») ενώ ο Στέφανος προσλήφθηκε στην υπηρεσία Οθωμανών βεζίρηδων ως μεταφραστής, στη συνέχεια σε Φαναριώτες πρίγκιπες ως γραμματέας και τελικά έγινε Ποστέλνικ (υπουργός Εξωτερικών) και Καϊμακάμ (δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον πρίγκιπα).

Ο Στέφανος ήταν μια αξιοσημείωτη προσωπικότητα, επειδή μαζί με λίγους άλλους Φαναριώτες αξιωματούχους επιβίωσε από τη βαθιά ρήξη που συνέβη τη δεκαετία του 1820 με τους Φαναριώτες και γενικότερα τους Ελληνορθόδοξους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι επιφανείς Φαναριώτες, είτε συμμετείχαν στη Φιλική Εταιρεία είτε όχι, τράπηκαν σε φυγή, κρύφτηκαν, δολοφονήθηκαν ή προσχώρησαν στην κατά Βογορίδη «αποστασία των εταιριστών». 

Έπειτα έγινε κεντρικό πρόσωπο καθώς τα φαναριώτικα δίκτυα εξουσίας ξαναχτίστηκαν μετά τη δεκαετία του 1820, επιτρέποντάς μας να εντοπίσουμε τις συνέχειες καθώς και τις ρήξεις πριν και μετά το 1821. Καθώς η οθωμανική διοίκηση μεταμορφωνόταν βαθιά (κατάργηση των Γενιτσάρων το 1826, αναπροσανατολισμός ως προς το γεωπολιτικό πεδίο και τις Μεγάλες Δυνάμεις), ο Βογορίδης τοποθετήθηκε στα παρασκήνια του νέου οθωμανικού υπουργείου Εξωτερικών και έγινε απαραίτητος τόσο στον νέο μεταρρυθμιστή Μεγάλο Βεζίρη Μουσταφά Ρεσίτ Πασά όσο και στον Βρετανό πρέσβη Στράτφορντ Κάνινγκ.

Άφησε, επιπλέον, πίσω του ένα ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο αρχείο, μέρος του οποίου σώζεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη όπου έχουμε πρόσβαση στην αλληλογραφία του με τον γαμπρό του Κωστάκη Μουσούρο (Οθωμανός πρέσβης στην Αθήνα τη δεκαετία του 1840 και ακολούθως στο Λονδίνο) καθώς επίσης μια σειρά αφηγήσεων για ιστορικά γεγονότα που βίωσε, συμπεριλαμβανομένων αυτών του 1821-2 ως μια κρίσιμη καμπή στη ζωή του, όχι όμως από την οπτική της Αθήνας και του ελληνικού έθνους-κράτους.

Χριστίνα Φίλιου: «Yπήρχαν περισσότεροι από ένας τρόποι να είσαι “Έλληνας” τον 19ο αιώνα»
 Μολδαβία και Βλαχία, 1774-1812

— Ποιο είναι το πολιτικό/πολιτισμικό όραμα του Βογορίδη σε σχέση τόσο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη θέση της στη διεθνή πραγματικότητα της εποχής του όσο και για τους χριστιανούς υπηκόους της με βάση την «απολογία» του; 
Ο Βογορίδης συνέθεσε μια κρυπτογραφημένη «απολογία» τον Νοέμβριο του 1852 ενόσω διαμορφωνόταν η σύγκρουση που οδήγησε στον Κριμαϊκό Πόλεμο και την απέστειλε στον γαμπρό του Κωστάκη Μουσούρο, πρέσβη της Υψηλής Πύλης στο Λονδίνο τότε. Στόχος του να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στην κατηγορία ότι ήταν φιλορώσος, δείχνοντας στους Βρετανούς ότι θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος χριστιανός παραμένοντας πιστός στους Οθωμανούς, επομένως και στους Βρετανούς (προσέξτε ότι η ιδέα τού να είσαι Έλληνας εθνικόφρονας δεν συζητιέται καν στις αρχές της δεκαετίας του 1850). 

Με ποιο σκεπτικό δικαιολογεί το ότι ένας χριστιανός μπορεί να παραμένει πιστός στον Οθωμανό Σουλτάνο το 1852; Πρώτον, ότι όπως ο Ιησούς υπηρέτησε τον Ρωμαίο Καίσαρα, ο οποίος φυσικά δεν ήταν χριστιανός, και δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος χριστιανός από τον Ιησού, έτσι και αυτός, ο Βογορίδης, μπορούσε να υπερασπιστεί έναν μη χριστιανό βασιλιά (τον Σουλτάνο), παραμένοντας καλός χριστιανός. Μνημονεύει τη μακρόχρονη σταδιοδρομία του στην υπηρεσία του Σουλτάνου και περιγράφει λεπτομερώς τη στιγμή που, εν μέσω της Ελληνικής Επανάστασης, ορίστηκε Καϊμακάμης της Μολδαβίας, εκδιώκοντας τον Υψηλάντη και τους «Εταιριστές» πέρα ​​από τον Προύθο.

Αναφερόμενος σε εκείνη την κρίσιμη περίοδο και στην απόφασή του να παραμείνει πιστός στον Σουλτάνο (επειδή ο Θεός είχε επιλέξει να τον κάνει να γεννηθεί Χριστιανός στην Τουρκία, λέει, οπότε δουλειά του δεν ήταν να το αμφισβητήσει αυτό, αλλά να κάνει ό,τι θα έπραττε ένας καλός Χριστιανός υπακούοντας στην εξουσία), πρόσθεσε ένα περαιτέρω σκεπτικό, το «πατρικό» του καθήκον να παραμείνει στην Αυτοκρατορία ώστε να προστατεύσει τους ανυπεράσπιστους ραγιάδες από τους Οθωμανούς, οι οποίοι αμφισβητούν τη νομιμοφροσύνη τους.

Έχουμε δηλαδή εδώ μια αστική ιστορική αφήγηση του 1821 και των Οθωμανών χριστιανών, γραμμένη 30 χρόνια μετά το γεγονός, η οποία μας παρουσιάζει μια πολύ διαφορετική εμπειρία και αιτιολόγηση από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση που συντίθεται την ίδια εποχή στην Αθήνα (από τον Παπαρρηγόπουλο, π.χ.).

FANARIWTES
KANTE ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Χριστίνα Φίλιου, Βιογραφία μιας Αυτοκρατορίας-Κυβερνώντας Οθωμανούς σε μια εποχή επαναστάσεων, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

— Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φαναριώτικης κουλτούρας;   
Να πω πρώτα ότι όλη αυτή η συζήτηση περί Φαναριωτών στο βιβλίο μου προϋποθέτει ότι ο ρόλος τους στη διακυβέρνηση του ορθόδοξου χριστιανικού «μιλλέτ» ήταν μόνο μέρος της ιστορίας τους. Δεν επικεντρώνομαι στην κοινοτική πολιτική του μιλλέτ, ούτε στην πολιτική του Πατριαρχείου, αυτό το έπραξαν και το πράττουν άλλοι καλύτερα. Εξετάζω με ποιους τρόπους αυτή η ομάδα εξελισσόταν σε ένα νέο είδος κοινωνικού και πολιτικού σχηματισμού εντός της οθωμανικής διακυβέρνησης.

Η κουλτούρα τους ήταν κάπως παράδοξη: αφενός οικοδομήθηκε πάνω στους αιωνόβιους θεσμούς της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης της ορολογίας από τη βυζαντινή πολιτική και εκκλησιαστική γραφειοκρατία για τους αξιωματούχους της φαναριώτικης ακολουθίας, άρα ήταν συντηρητική και «παραδοσιακή».

Αφετέρου εξελισσόταν συνεχώς και ήταν ιδιαίτερα δεκτική σε επιρροές στο ευρύτερο οθωμανικό πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό. Με αυτό εννοώ ότι οι συνήθειες, η ορολογία και η κοινωνικοπολιτική συμπεριφορά των μουσουλμάνων συγχρόνων τους –Γενίτσαρων, Αγιάνηδων, ανώτατων αξιωματούχων του Σουλτάνου– επηρέασαν τον τρόπο λειτουργίας των Φαναριωτών, τους συνειρμούς τους και τους τρόπους με τους οποίους αναζητούσαν νομιμοποίηση και θέση στη σφαίρα της οθωμανικής διοίκησης.

Όπως οι Γενίτσαροι εξελίχθηκαν σε κοινωνικοπολιτικό σχηματισμό εντελώς διαφορετικό από την αρχική τους δομή και σκοπό ως οθωμανικό σώμα πεζικού, συγκροτώντας μια τεράστια ομάδα πολιτικών συμφερόντων στις πόλεις, ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα, έτσι και οι Φαναριώτες είχαν εξελιχθεί από τις αρχές του 19ου αιώνα των Μαυροκορδάτων επεκτεινόμενοι σε πολλούς τομείς διακυβέρνησης, όλοι χωρίς πολιτική γλώσσα ή ιδεολογία που να προβάλλει τη συμπεριφορά τους.

Πρόσθεσαν, για παράδειγμα, περσικά-οθωμανικά (-zade) και τα τουρκο-οθωμανικά (-oğlu) επιθήματα στα ονόματά τους για να καταδείξουν μια γενεαλογία κατανοητή στους μουσουλμάνους συγχρόνους τους. Διατηρούσαν σχέσεις πατρωνίας με ένα ευρύ φάσμα μουσουλμάνων (και Αρμενίων, όπως εκείνοι που διοικούσαν το αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο και ήταν επίσης κοσμηματοπώλες και τοκογλύφοι), είτε μεταξύ των Γενιτσάρων, των συντεχνιών, της τοπικής διοίκησης, ή ανώτατων αξιωματούχων όπως ο διαβόητος «χριστιανοκτόνος» Χαλέτ Εφέντι.

Μετά τη δεκαετία του 1820 εμφανίζεται μια νέα γενιά Φαναριωτών (ο Στέφανος Βογορίδης είναι ο ένας πόλος εξουσίας, ο άλλος είναι ο Νικόλαος Αριστάρχης, η ρωσόφιλη προς αγγλόφιλη τάση) οι οποίοι σπεύδουν να μεταβάλουν τις σχέσεις τους για να προσαρμοστούν στο αλλαγμένο τοπίο. Στρέφονται εντονότερα στο υπουργείο Εξωτερικών, ενώ από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, που πλέον διοικούσαν γηγενείς Ρουμάνοι βογιάροι, στρέφονται στη Σάμο, μια αυτόνομη από το 1833-4 ηγεμονία που κυβερνούσαν Φαναριώτες «μπέηδες» μέχρι το 1912. Όμως η κουλτούρα τους –μια κουλτούρα παραδοξότητας και ταυτόχρονα πραγματισμού– παρέμεινε σταθερή.

Χριστίνα Φίλιου: «Yπήρχαν περισσότεροι από ένας τρόποι να είσαι “Έλληνας” τον 19ο αιώνα»
 Πορτρέτο του Στέφανου Βογορίδη.

— Η σχέση των Φαναριωτών με τους γενίτσαρους, τους Αγιάνηδες και το Πατριαρχείο; Ποια η σχέση τους με τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και πόσο καλοδεχούμενοι ήταν εκεί; 
Οι Φαναριώτες ήταν μάλλον αντιπαθείς στον αγροτικό πληθυσμό των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και δικαίως, φαντάζομαι. Τις αντιμετώπιζαν ως προσωπικό τους αγρόκτημα, αποσπώντας όσο μπορούσαν περισσότερα έσοδα και φροντίζοντας ελάχιστα για την ευημερία των αγροτών. Η σχέση τους με την τάξη των γηγενών βογιάρων ήταν πιο περίπλοκη και προηγήθηκε της επίσημης εισόδου των Φαναριωτών ως ηγεμόνων στη Μολδαβία και τη Βλαχία στον απόηχο της δεκαετίας του 1710. Υπήρχε μεγάλη επιμειξία μεταξύ ρουμανόφωνων οικογενειών και ελληνόφωνων οικογενειών των Φαναριωτών, και στρώματα ελίτ/ευγενών με διαφορετικούς βαθμούς σύνδεσης τόσο με τον τόπο εκεί όσο και με την Κωνσταντινούπολη.

— Υπάρχει κάποια σύνδεση του θεσμού αυτού με το βυζαντινό παρελθόν; Πώς αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι οι Φαναριώτες εαυτούς, πώς τους έβλεπαν οι Οθωμανοί αφενός, οι Ευρωπαίοι αφετέρου;  
Για τους Ευρωπαίους, οι Φαναριώτες ήταν σίγουρα ένα αξιοπερίεργο, όπως αποδεικνύεται και στο εναρκτήριο απόσπασμα που παραθέτω από το βιβλίο του Thomas Hope «Anastasius» ή «Memoirs of a Greek of the Phanar» (1819). Συνδύαζαν την πομπώδη μεγαλοπρέπεια μιας «ανατολίτικης» ελίτ με τις πνευματικές και γλωσσικές δεξιότητες των Ευρωπαίων ευγενών, ταυτόχρονα όμως αναγκαζόντουσαν να κρύβουν τον πλούτο και τη δύναμη τους μην και φανεί ότι ξέφευγαν από την κατώτερη θέση που έπρεπε να διατηρούν ως χριστιανοί. Αναφορικά με τους Οθωμανούς αξιωματούχους, οι Φαναριώτες συχνά μεγάλωναν και εκπαιδεύονταν στα ίδια μέρη με εκείνους, επομένως μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε για τις σύνθετες σχέσεις τους. 

Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Φαναριώτες είχαν ενσωματωθεί στην τελετουργική ζωή του Παλατιού και της πρωτεύουσας, όπως δείχνω με τις περιγραφές των τελετών τους όταν διοριζόταν νέος ηγεμόνας στη Μολδαβία ή τη Βλαχία. Εκεί βλέπουμε μια συμβολική αναπαράσταση του πώς οι Φαναριώτες ενσωματώθηκαν στις δομές εξουσίας που περιλάμβαναν και Γενίτσαρους σε καίριες θέσεις.

Έξω στις Ηγεμονίες, οι Φαναριώτες έπρεπε να αντιμετωπίσουν (δηλαδή να διαπραγματευτούν με) τον Αγιάνη της κάθε περιοχής, συμπεριλαμβανομένου, για παράδειγμα, του Οσμάν Πασβάνογλου του Βιδινίου. Οι σχέσεις τους με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων δεν έχουν ακόμη φωτιστεί επαρκώς, είμαι όμως βέβαιη ότι ήταν πολλές και περίπλοκες!

Χριστίνα Φίλιου: «Yπήρχαν περισσότεροι από ένας τρόποι να είσαι “Έλληνας” τον 19ο αιώνα»
 Κωνσταντινούπολη, αρχές δέκατου ένατου αιώνα. William Shepherd, Historical Atlas (New York: Henry Holt, 1911)

— Πώς λειτουργούσε το σύστημα των δικτύων, των συγγενικών δεσμών και της πατρωνίας; 
Η περίπτωση του Βογορίδη είναι αρκετά χαρακτηριστική τού τι συνέβαινε στα Βαλκάνια στα τέλη του 18ου αιώνα: είχε έναν συγγενή κληρικό ο οποίος έφερε την οικογένεια σε επαφή με Φαναριώτες στο Αρμπανάσι (Αρβανιτοχώρι), μια πόλη στον Δούναβη, όπου πολλές επιφανείς οικογένειες διατηρούσαν εξοχικά. Συνήψαν δεσμούς και οι δύο γιοι γράφτηκαν στην Ηγεμονική Ακαδημία του Αγίου Σάββα του Βουκουρεστίου, μαθαίνοντας ελληνικά και εξελληνίζοντας τα ονόματά τους (Στάϊκο Στόϊκοβ = Στέφανος Βογορίδης).

Στη συνέχεια ο Στέφανος Βογορίδης μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθήτευσε σε διάφορους υψηλόβαθμους Οθωμανούς στρατιωτικούς και εισήχθη στα δίκτυα των Φαναριωτών ακολούθων ως γραμματέας/γραφέας/μεταφραστής (βρέθηκε μάλιστα και στην ακολουθία του Χοσρέβ Πασά στην Αίγυπτο κατά την εισβολή του Ναπολέοντα το 1798). Κινούνταν μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Μολδοβλαχίας, συντηρούσε όμως δεσμούς πατρωνίας και με τη βουλγαρόφωνη γενέτειρά του, το Κότελ.

Παράλληλα έκανε κουμπαριές με τις οικογένειες Σκυλίτση – Σκανάβη από τη Χίο, εδραιώνοντας τη σχέση του με τα ανώτερα κλιμάκια της φαναριώτικης κοινωνίας και τελικά ασχολήθηκε με την πολιτική του Πατριαρχείου, παρότι αυτό ήταν μόνο ένα μέρος του χαρτοφυλακίου του.

— Ισχύει ότι η στάση των Φαναριωτών απέναντι στην Επανάσταση του ’21 ήταν αμφιλεγόμενη; Σε ποια έκταση ενεπλάκησαν έμμεσα ή άμεσα στον ξεσηκωμό, πώς έβλεπαν το Φανάρι οι ίδιοι οι επαναστατημένοι Έλληνες;  
Σίγουρα πολλοί ήταν σημαντικοί για τον σχεδιασμό της επανάστασης (ο Υψηλάντης ήταν Φαναριώτης, ο Μαυροκορδάτος επίσης και συνιστούν άλλη γραμμή συνέχειας, από Φαναριώτες στο νεοελληνικό κράτος· το ίδιο και η οικογένεια του συνιδρυτή της Φιλικής Εταιρίας Αλεξάνδρου Σούτσου, άσχετα αν δεν κατέληξαν όλοι οι Σούτσοι στην Ελλάδα).

Δύσκολο να δοθούν ακριβή στοιχεία διότι αυτά τα φαναριώτικα δίκτυα δεν αποτελούνταν απλώς από τις επιφανέστερες οικογένειες (και δεν ήταν τελείως επίσημη, ούτε τελείως θεσμοποιημένη η ταυτότητά τους) αλλά ενέπλεκαν πολλές άλλες που ήταν μέρος της ακολουθίας και της γραφειοκρατίας τους καθώς επίσης τα δίκτυα πατρωνίας τους στα Βαλκάνια και τα νησιά.

Οι ξεσηκωμένοι Έλληνες, πάλι, δεν καλόβλεπαν το Φανάρι – ακόμα και οι «Φαναριώτες» που βρέθηκαν στην ηγεσία του πρώιμου ελληνικού κράτους στιγματίστηκαν ως «ετερόχθονες». Η Εκκλησία γενικά αντιτάχθηκε στην Επανάσταση, όπως ήταν φυσικό, δεν απέφυγε όμως τις τρομερά βίαιες συνέπειές της καθώς οι Οθωμανοί ξέσπασαν στον ελληνορθόδοξο λαό και τις εκκλησίες της πρωτεύουσας. 

— Οι Φαναριώτες έπεσαν σε δυσμένεια μετά το ’21, όμως ανέκαμψαν και συνέχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην αυτοκρατορία για δεκαετίες, κάποιοι μάλιστα υπηρέτησαν ως πρόξενοι στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Πόσο επηρέασε αυτό τη φήμη και την αντιμετώπισή τους από την επίσημη ιστοριογραφία;    
Στο πλαίσιο της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας, δεν υπάρχει πολύς χώρος για τους Ελληνορθόδοξους που όντες Οθωμανοί υπήκοοι/πολίτες υπηρετούσαν και προωθούσαν μάλλον τα συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρά αυτά του ελληνικού έθνους όπως διατυπώθηκαν από το ελληνικό κράτος.

Βλέπουμε κιόλας μια μικρή αλλά πολύ ενδιαφέρουσα ιστοριογραφία γραμμένη από Έλληνες (Ρωμιούς δηλαδή) της Κωνσταντινούπολης, η οποία ηρωοποιεί αυτές τις μορφές, εξαίροντας τα επιτεύγματά τους, χωρίς να επισημαίνει ρητά τη θέση τους απέναντι στο ελληνικό έθνος-κράτος.

— Ήταν τελικά κάτι σαν «πέμπτη φάλαγγα» του ελληνισμού, όπως παρουσιάζονται μερικές φορές, ή υποστήριζαν πρωτίστως τα δικά τους συμφέροντα και κατ’ επέκταση τα οθωμανικά;  
Νομίζω ήταν και τα δύο! Δεν είναι μόνο ότι φρόντιζαν τα δικά τους συμφέροντα, είναι ότι συνιστούσαν μια διαφορετική πολιτική και ιστορική πραγματικότητα, δείχνοντας ότι υπήρχαν περισσότεροι από ένας τρόποι να είσαι «Έλληνας» τον 19ο αιώνα. Όσοι παρέμειναν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τουλάχιστον για τις πρώτες 5 ή 6 δεκαετίες, δεν ήταν πεπεισμένοι ότι το ελληνικό εθνικό εγχείρημα θα ήταν βιώσιμο και η γοητεία της απόκτησης ισχύος και επιρροής μέσα στην αυτοκρατορία ήταν ελκυστικότερη (πριν, και ίσως πιο πέρα από τη γνωστή πολιτική της Μεγάλης Ιδέας).

Επιπλέον, η ταύτισή τους με την οθωμανική εξουσία συνδεόταν με το πώς η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία ενσωματώθηκε στις δομές της. Αντιλαμβάνομαι ότι δύσκολα προθυμοποιείται κάποιος να μιλήσει ανοιχτά γι’ αυτό στο πλαίσιο της ελληνικής εθνικής ιστορίας, μιλώντας όμως ως ιστορικός, είναι λογικό ότι οι πεποιθήσεις τους θα ήταν περίπλοκες δεδομένου του πώς η ιστορία, η πολιτική και η κοινωνία είχαν εξελιχθεί στους οθωμανικούς αιώνες.

Χριστίνα Φίλιου: «Yπήρχαν περισσότεροι από ένας τρόποι να είσαι “Έλληνας” τον 19ο αιώνα»
 Επιγραφή στο Νοσοκομείο Αγίου Σπυρίδωνος, Ιάσιο, Ρουμανία.
Χριστίνα Φίλιου: «Yπήρχαν περισσότεροι από ένας τρόποι να είσαι “Έλληνας” τον 19ο αιώνα»
 Ταφική στήλη στη Μονή Σταυρουπόλεως, Βουκουρέστι, Ρουμανία.

— Πώς εκτιμούν τους Φαναριώτες και τον ρόλο τους οι Τούρκοι ιστορικοί;   
Γενικά μιλώντας δεν έχουν δώσει ιδιαίτερη σημασία στο 1821 ή στους Φαναριώτες. Η Ελληνική Επανάσταση ήταν μια μεγάλη ήττα για τους Οθωμανούς, έτσι την αγνοούν ως επί το πλείστον. Όπως η ελληνική εθνική ιστοριογραφία επικεντρωνόταν μέχρι πρόσφατα στις νίκες (γιορτάζουμε το 1821, αλλά φυσικά θρηνούμε το 1922), το ίδιο έπραττε και η τουρκική. Αυτό δείχνει επίσης τον βαθμό στον οποίο οι σύγχρονες διαιρέσεις (Έλληνες εναντίον Τούρκων) γίνονται αμφότερα αποδεκτές. Καμία πλευρά δεν είναι πολύ πρόθυμη να εξετάσει ομάδες που είχαν μια πιο αμφίθυμη σχέση με τον αναδυόμενο εθνικισμό. Ακόμα, ξέρετε, και όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τον «άλλο», είναι ευκολότερο όταν ο «άλλος» είναι ξένος, παρά δικός μας. Στο δεύτερο βιβλίο μου που εκδόθηκε πέρσι και θα κυκλοφορήσει φέτος στα ελληνικά κάνω το ίδιο για την τουρκική ιστορία.

— Στο ερώτημα που διατυπώνετε και στην εισαγωγή, αν δηλαδή οι Οθωμανοί ήταν φορείς στασιμότητας και καταπίεσης, όπως τους θέλει το στερεότυπο, ή προωθούσαν την ανεκτικότητα και τον κοσμοπολιτισμό, όπως προτείνουν κάποιες νεότερες θεωρήσεις –ανάλογο ερώτημα έχει άλλωστε διατυπωθεί και για τους Βυζαντινούς–, ποια θα ήταν η δέουσα απάντηση; 
Ενδιαφέρουσα ερώτηση! Νομίζω ότι η βυζαντινή εποχή είναι πολύ λιγότερο γνωστή στον σύγχρονο αμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο και λιγότερο επηρεασμένη από τον Οριενταλισμό και τις μετα-αποικιακές σπουδές (επειδή δεν σχετίζεται με μουσουλμάνους). Η παρόρμηση να αναθεωρηθούν οι αντιλήψεις για το οθωμανικό παρελθόν και να «αποκατασταθούν» οι Οθωμανοί ως πρωτοπόροι της ανεκτικότητας προέρχεται από ορισμένα στελέχη μετα-αποικιακών μελετών, καθώς και από ένα είδος νεο-φιλελευθερισμού που κυριαρχεί σήμερα το οποίο προκρίνει τη διαφορετικότητα και την ανεκτικότητα αναφορικά με περιπτώσεις στο παρελθόν που φαίνεται να καταδεικνύουν αυτές τις αξίες.

Προσωπικά δεν συμφωνώ με αυτή την απλοϊκή προσέγγιση. Ο κόσμος όπου ζούσαν οι Φαναριώτες δεν ήταν καθόλου «ωραίος» ούτε «δίκαιος», αξίζει ωστόσο να εξετάσουμε την εμπειρία και την άποψή τους. 

— Επίδρασε πιστεύετε δημιουργικά στην ιστορική μελέτη η αφορμή της επετείου των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, φωτίστηκαν περαιτέρω πλευρές, αναθεωρήθηκαν στερεότυπα, διατυπώθηκαν νέα ερωτήματα;  
Πολλές από αυτές τις επετειακές συζητήσεις και παρουσιάσεις έδωσαν πράγματι εμπνεύσεις και αφορμές. Ο Έλληνας ενδιαφέρεται για την ιστορία του και επιθυμεί να επεκτείνει τις γνώσεις του, αμφισβητώντας πολλές από τις υποθέσεις των προηγούμενων γενεών.

Ένα νέο υποπεδίο που αξίζει να αναδειχθεί περισσότερο είναι η συζήτηση «Η Ελληνική Επανάσταση από την οθωμανική προοπτική». Είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη μιας πιο ολοκληρωμένης και κριτικής ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης και είναι σημαντικό να συμπεριληφθούν σε αυτή οθωμανικές αρχειακές πηγές, όπως έκανα στη διατριβή μου στο Πρίνστον το 2004 και σε αυτό το βιβλίο (α΄ έκδοση 2010).

Διαφωνώ, ωστόσο, στο εξής: το να τίθεται έτσι το ερώτημα (ότι δηλαδή υπήρχαν μόνο δύο πλευρές, η «ελληνική» και η «οθωμανική») το καθιστά θεμελιωδώς ανιστορικό. Υπήρχε σίγουρα μια πολεμική σύγκρουση, ταυτόχρονα όμως υπήρχε μια ολόκληρη κοινωνία και ένα ολόκληρο πεδίο διακυβέρνησης. Η ίδια η ελληνική «πλευρά» δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί πλήρως, η δε οθωμανική πρέπει να αναλυθεί από τους πολλούς παράγοντες που συνδέονταν με την αυτοκρατορική διακυβέρνηση. Η περίπτωση των Φαναριωτών είναι εδώ εξαιρετικά πολύτιμη για να προχωρήσει η κουβέντα. 

Πράγματι, κάποιοι εξ αυτών προσχώρησαν εξαρχής στην Επανάσταση και είχαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τι θα γινόταν η «ελληνική πλευρά» στην πορεία της σύγκρουσης και στη συγκρότηση του πρώιμου ελληνικού κράτους. Αλλά αυτοί οι Φαναριώτες, των οποίων τα μονοπάτια ανιχνεύω στη «Βιογραφία μιας Αυτοκρατορίας», ήταν πολύ πιο ακαθόριστης ιδεολογίας σε σχέση με το ψευδεπίγραφο δίπολο «Έλληνες εναντίον Οθωμανών».

Αντί να υιοθετούμε άκριτα την παλιά εθνικιστική θεώρηση, αντιμετωπίζοντάς τους ως προδότες και συνεργάτες των Οθωμανών, μπορούμε να τους δούμε ως ανθρώπους που είχαν, ως εκ θαύματος, επιτύχει να αποκτήσουν κάποια δύναμη και επιρροή στην οθωμανική διακυβέρνηση με την οποία και ταυτίστηκαν ως ένα βαθμό, είτε γιατί η Ελληνική Εκκλησία λειτουργούσε ως οθωμανικό ίδρυμα είτε/και επειδή έβλεπαν εαυτούς ως προστάτες των μαζών των ταπεινών ορθοδόξων χριστιανών που ζούσαν υπό οθωμανική κυριαρχία (είτε πάλι επειδή τους φαινόταν βολικότερο να παραμένουν στα γνωστά δίκτυα εξουσίας παρά να ρισκάρουν να φτιάξουν καινούργια). 

Ο Βογορίδης, οι γαμπροί του και πολλοί άλλοι σύγχρονοι του, επέλεξαν να παραμείνουν στην υπηρεσία του Σουλτάνου, ακόμη και πολλές δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Αυτό είναι σημαντικό τόσο για να κατανοήσουμε καλύτερα την Ελληνική Επανάσταση και μια σειρά προσωπικότητες που δεν ήταν ούτε τυπικά Οθωμανοί αλλά ούτε απαραίτητα εθνικά Έλληνες, όσο και για να αποκτήσουμε επίσης μια ιδέα της εμπειρίας των πολλών ελληνορθοδόξων που συνέχισαν να ζουν σε οθωμανικές περιοχές άλλον έναν αιώνα.

Η μια επιλογή είναι να αποδεχτούμε άκριτα τους αλυτρωτικούς ισχυρισμούς του Τρικούπη και των διαδόχων του, βλέποντάς τους ως θύματα της ιστορίας. Η άλλη είναι να κατανοήσουμε ότι υπήρχαν πολλοί τρόποι να είσαι «Έλληνας» τον 19ο και τον 20ο αιώνα, και μόνο μερικοί από αυτούς συμπεριλαμβάνονταν στο Βασίλειο της Ελλάδος.

lifo.gr

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.