Οι φιλοδοξίες της Τουρκίας φθάνουν μέχρι το Αφγανιστάν

Του Κώστα Ράπτη

Ο Ταγίπ Ερντογάν είναι γεμάτος ιδέες – που κάποτε δείχνουν στα μάτια των ανυποψίαστων άκρως ευφάνταστες. Όπως αυτή που διατύπωσε προ δεκαημέρου: να αναλάβουν στρατιωτικές δυνάμεις της Τουρκίας, του Πακιστάν και της Ουγγαρίας τη φύλαξη του διεθνούς αεροδρομίου της πρωτεύουσας του Αφγανιστάν, Καμπούλ.

Όμως η ιδέα δεν έπεσε από τον ουρανό. Απόδειξη το ότι απασχόλησε τη συνάντηση του Τούρκου προέδρου με τον Αμερικανό ομόλογό του, Τζο Μπάιντεν, στο περιθώριο της Ατλαντικής Συνόδου στις Βρυξέλλες, με τους δύο ηγέτες να συμφωνούν, όπως γνωστοποίησε ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου, Τζέικ Σάλλιβαν, να αναθέσουν τη μελέτη του θέματος σε ομάδες συνεργατών τους.

Είναι προφανές ότι ο ισχυρός άνδρας της Άγκυρας έρχεται να ανεβάσει τις μετοχές του ως νατοϊκού συμμάχου ανταποκρινόμενος προκαταβολικά σε μία επιτακτική αμερικανική ανάγκη: τη διαφύλαξη δυτικού αποτυπώματος στην Καμπούλ και μετά την προγραμματισμένη αποχώρηση των δυνάμεων των ΗΠΑ τον ερχόμενο Σεπτέμβριο – αν μη τι άλλο για την ασφάλεια των ξένων διπλωματικών αποστολών και των κλιμακίων των διεθνών οργανισμών που θα παραμείνουν στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν.

Άλλωστε, η Τουρκία διατηρεί απόσπασμα 500 ανδρών στο Αφγανιστάν, στο πλαίσιο της συμμαχικής αποστολής της, και έχει ήδη αναλάβει την ασφάλεια του στρατιωτικού τμήματος του αεροδρομίου της Καμπούλ.

Δύσκολη “επόμενη μέρα”
Σε ευρύτερο πλαίσιο, η Ουάσινγκτον δεν πρόκειται να συμφιλιωθεί με την ιδέα της απώλειας κάθε παρουσίας στην κεντροασιατική χώρα στην οποία διεξήγαγε την προηγούμενη εικοσαετία τον μεγαλύτερο σε διάρκεια πόλεμο στα αμερικανικά χρονικά. Κυρίως διότι το Αφγανιστάν βρίσκεται στρατηγικά τοποθετημένο στα πλευρά των ευρασιατικών δυνάμεων (Κίνα, Ρωσία, Ιράν) που αναδύονται ως ο επίδοξος ανατροπέας της δυτικοκεντρικής, εδώ και δύο αιώνες, διεθνούς αρχιτεκτονικής. Παράλληλα, η χώρα που άλλοτε φιλοξένησε τον Οσάμα μπιν Λάντεν αποτελεί κρισιμότατο κόμβο της διεθνούς ισλαμιστικής τρομοκρατίας, αλλά και του εμπορίου ναρκωτικών.

Ούτως ή άλλως, η “επόμενη ημέρα” στο Αφγανιστάν φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη. Στην ύπαιθρο οι Ταλιμπάν σημειώνουν διαρκώς πρόοδο και καταλαμβάνουν το ένα επαρχιακό κέντρο μετά το άλλο, ανταλλάσσοντας την ασφαλή αποχώρηση των ανδρών του κυβερνητικού στρατού με την παράδοση του πολύτιμου οπλισμού τους. Στην κυβερνητική πλευρά επικρατεί αποθάρρυνση και το ενδεχόμενο τελικής εισόδου των Ταλιμπάν στην Καμπούλ γεννά εφιάλτες. Αρκεί κανείς να αναλογισθεί ότι τρία χρόνια μετά την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν το 1989, η φίλα προσκείμενη κυβέρνηση εξάντλησε τις δυνατότητες άμυνάς της και οι μουτζαχεντίν εισήλθαν θριαμβευτές στην πρωτεύουσα. Στην περίπτωσή μας οι εξελίξεις μπορούν, χωρίς επαρκή εξωτερική στήριξη, να ξεδιπλωθούν πολύ ταχύτερα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αμερική ζυμώνει την ιδέα να εγκαταστήσει βάσεις drones και ειδικών δυνάμεων σε γειτονικές προς το Αφγανιστάν χώρες, όπως το Πακιστάν, προκειμένου να διατηρήσει μιαν εξωτερική επιτήρηση. Όμως ο πρώτος που αντιδρά σε αυτή την ιδέα είναι το ίδιο το Πακιστάν, διά του πρωθυπουργού του, Ιμράν Χαν, καθώς το Ισλαμαμπάντ διατηρεί πάντοτε τη φιλοδοξία ελέγχου των αφγανικών εξελίξεων, έχοντας παλαιόθεν στενούς υπόγειους δεσμούς με τους Ταλιμπάν. Παρά το γεγονός ότι ο Πακιστάν εξαρτάται από τη Δύση διά του ΔΝΤ για τη στήριξη της οικονομίας του, η πύκνωση των οικονομικών και άλλων σχέσεών του με τις ευρασιατικές δυνάμεις και κατεξοχήν την Κίνα (με την οποία έχουν κοινό ανταγωνιστή την Ινδία) προσφέρει ικανά αντίβαρα.

Ομοίως, οι στενές πολιτικές σχέσεις του Πακιστάν με την Τουρκία δεν είναι ικανές για να κάμψουν τις πακιστανικές αντιστάσεις στην ιδέα της τουρκικής ανάμιξης στην άμεση γειτονιά.

Η πολιτική της παρεμβολής
Ωστόσο, ο Ταγίπ Ερντογάν και ευρύτερα τμήματα της τουρκικής ελίτ επιμένουν στην πολιτική της πολιτικο-στρατιωτικής παρεμβολής σε ποικίλα ανοικτά μέτωπα, ακόμη και σε μεγάλη γεωγραφική απόσταση από την Τουρκία, προκειμένου έτσι να στηρίξουν την προσπάθεια αναβάθμισης της χώρας σε διεθνή παίκτη. Πόσω μάλλον που εν προκειμένω κάτι τέτοιο λειτουργεί υποβοηθητικά στην επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ, ως διαπραγματευτικό χαρτί στην υπόθεση των ρωσικών S-400 και ενδεχομένως ως αναπλήρωση αναδιπλώσεων που θα επιβληθούν σε άλλα πεδία. Άλλωστε οι πληθυσμοί της Κεντρικής Ασίας (συμπεριλαμβανομένης της ουζμπεκικής μειονότητας του Αφγανιστάν) είναι γλωσσικά και εθνολογικά συγγενείς προς τους Τούρκους, γεγονός που πάντοτε τροφοδοτούσε τα παντουρκικά οράματα. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι Ουιγούροι της δυτικής Κίνας, όπου το Ισλαμικό Κίνημα του Ανατολικού Τουρκεστάν μόλις πέρσι αφαιρέθηκε από τη λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων των ΗΠΑ.

Εξάλλου, η πρόσφατη σύναψη συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας της Τουρκίας με το Αζερμπαϊτζάν (η οποία επιστέφθηκε χαρακτηριστικά με επίσκεψη του Ερντογάν στην πόλη Σούσα του Ναρκόρνο Καραμπάχ που ανακαταλήφθηκε από τις αζερικές δυνάμεις μόλις πέρσι), βάζει άλλη μία ψηφίδα στην προβολή της τουρκικής ισχύος στον μετασοβιετικό χώρο, με το βλέμμα στραμμένο στην Κεντρική Ασία.

Κάπως έτσι, σχεδιασμοί τέτοιου τύπου συναντώνται με τους ελιγμούς του πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος αισθάνεται όλο και πιο απομονωμένος στην Ε.Ε., επενδύει όλο και μεγαλύτερο τμήμα του προϋπολογισμού του στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων και ταυτόχρονα επενδύει ιδεολογικά όλο και πιο πολύ στην ευρασιατική καταγωγή του λαού του.

Οι αντιρρήσεις των Ταλιμπάν και της Ρωσίας
Λογαριάζουν όμως οι “οραματιστές” της Άγκυρας χωρίς τον ξενοδόχο. Ο οποίος είναι οι ίδιοι οι Ταλιμπάν και σε δεύτερο πλάνο οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες δεν έχουν λόγους να καλωσορίζουν τυχοδιωκτικές πρωτοβουλίες στην περιοχή.

“Η Τουρκία ήταν τμήμα των δυνάμεων του ΝΑΤΟ τα τελευταία 20 χρόνια και ως τέτοια πρέπει να αποχωρήσει από το Αφγανιστάν στη βάση της συμφωνίας που υπογράψαμε με τις ΗΠΑ στις 29 Φεβρουαρίου 2020. Κατά τα άλλα, η Τουρκία είναι μια μεγάλη ισλαμική χώρα. Το Αφγανιστάν είχε ιστορικές σχέσεις μαζί της. Ελπίζουμε να έχουμε καλή και στενή συνεργασία μαζί της όταν μια νέα ισλαμική κυβέρνηση εγκατασταθεί στη χώρα μας στο μέλλον”, δήλωσε χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος των Ταλιμπάν στην Ντόχα του Κατάρ, όπου και έχουν διεξαχθεί οι συνομιλίες με τις ΗΠΑ.

“Όπως συμβαίνει και με άλλες χώρες, η παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν θα παραβίαζε νομικά τη συμφωνία που πέτυχαν οι ΗΠΑ και οι Ταλιμπάν στην Ντόχα. Αυτό το έγγραφο καλεί σε αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων μέχρι την 1η Μαΐου. Αυτό το χρονικό σημείο μετατέθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2021 και οι Ταλιμπάν ήδη έχουν εκφραστεί αρνητικά” τόνισε από την πλευρά της η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, για να προσθέσει, μάλλον ειρωνικά: “Γιατί δεν ανατίθεται η ασφάλεια του αεροδρομίου στις αφγανικές δυνάμεις; Άλλωστε, έχουν ξοδευτεί δισεκατομμύρια δολάρια στην εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας τα τελευταία είκοσι χρόνια”.

CAPITAL

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.