Οι Φράγκοι, ο εκχριστιανισμός τους και οι σχέσεις τους με τους Ρωμαίους

του Μιχάλη Στούκα,

Όταν χρησιμοποιούμε σήμερα τη λέξη Φράγκοι αναφερόμαστε στους Δυτικοευρωπαίους ή και τους Ρωμαιοκαθολικούς. Πόσα γνωρίζουμε όμως για την ιστορία των Φράγκων και τον πρώιμο πολιτισμό τους;

Αυτά θα δούμε στο σημερινό μας άρθρο, έχοντας σαν βασικό βοήθημα το βιβλίο του Αλέξιου Γ.Κ. Σαββίδη «ΟΙ ΠΡΩΙΜΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ – ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΡΟΒΙΓΓΕΙΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΚΑΡΟΛΙΔΕΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ 2020.

Ο Αλέξιος Γ.Κ. Σαββίδης, ιστορικός και κορυφαίος μεσαιωνολόγος – βυζαντινολόγος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και έχει πλούσιο συγγραφικό έργο.

Η καταγωγή των Φράγκων

Οι Φράγκοι ήταν σύνολο γερμανικών φύλων (ή λαών) προερχόμενο ίσως από την περιοχή της Βαλτικής, που αναφέρεται για πρώτη φορά σε ρωμαϊκές πηγές του 3ου αιώνα, συνδεδεμένο με φυλές του Ρήνου στο όριο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Για την καταγωγή των Φράγκων έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Όπως γράφει ο Alexander Callander Murray: «Η λύση για τις φραγκικές απαρχές όπως συναντάται στην ιστορική επιτομή του 7ου αιώνα του Φρεδεγάριου καθώς και στην «Βίβλο της Ιστορίας των Φράγκων» (Liber historiae Francorum) του 7ου-8ου αιώνα, βασίστηκε πάνω σε ένα θέμα που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία. Οι Ρωμαίοι και ορισμένοι άλλοι δυτικοί λαοί βασιζόμενοι στην (αρχαία) ελληνική ιστοριογραφία είχαν από παλαιά ισχυριστεί ότι οι απαρχές τους οφείλονταν στον διασκορπισμό των Τρώων μετά την άλωση της Τροίας-το μεγαλύτερο γεγονός της Ελληνικής ιστορίας.

Στον Φρεδεγάριο και στο Liber historiae Francorum, το μοτίβο της τρωικής καταγωγής μεταφέρεται στους Φράγκους των οποίων τώρα οι απαρχές- αλλά και για την επόμενη χιλιετία- αναζητούνται και εντοπίζονται στην πτώση της Τροίας […]».

Αλλά και ο Νίκος Καραπιδάκης στην «Ιστορία της μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.)» γράφει:

«Ο μύθος της δυναστείας θέλει τους Μεροβίγγειους απογόνους των Τρώων». Οι Μεροβίγγειοι όπως θα δούμε ήταν βασιλική δυναστεία που κυβέρνησε τους Φράγκους από τις αρχές του 5ου αιώνα ως το 751.

Ο Γρηγόριος της Τουρ (Georgius Florentius Gregorius Turonensis), κληρικός και επίσκοπος της Τουρ, ο «πατέρας της γαλλικής ιστοριογραφίας» γράφει ότι οι Φράγκοι κατάγονται από την Παννονία (αρχαία χώρα της Κεντρικής Ευρώπης που περιλάμβανε μεγάλο τμήμα της Ουγγαρίας αλλά και μέρη της Αυστρίας, Κροατίας, Σλοβενίας, Σερβίας και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης) και ήταν συνεχιστές-απόγονοι των αρχαίων Γαλατών. Όμως η εκδοχή αυτή δεν φαίνεται πολύ πιθανή.

«Η αφήγηση του Γρηγορίου (όπως και του Βέδα) δεν έχει νόημα ως προς το παρελθόν των Φράγκων όμως αποτελεί ενδιαφέρουσα πληροφόρηση για την δική του εποχή…» γράφει ο Walter A. Goffart.

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Γρηγόριος της Τουρ έζησε από το 538/539 ως το 594/595.

Τα «πρώιμα» γερμανικά φύλα

Πριν τις μετακινήσεις των λεγόμενων βαρβαρικών λαών και τη σύγκρουσή τους με το ρωμαϊκό κράτος, διακρίνονται τρεις μεγάλες ομάδες λαών ή φύλων:

α) ιρανικά φύλα της λευκής φυλής τα οποία από τα οροπέδια του Τουρκεστάν και του Κορασάν εγκαταστάθηκαν στις βόρειες και δυτικές ακτές της Κασπίας Θάλασσας. Είναι οι λαοί γνωστοί ως Σκύθες, Σαρμάτες και κυρίως ως Αλανοί ,που ίδρυσαν ένα μεγάλο κρατικό μόρφωμα μεταξύ Ουραλίων, Κασπίας και Αράλης.
β) ασιατικά φύλα της κίτρινης φυλής (Άβαροι, Τούρκοι και Ούννοι) εγκατεστημένα στη Μέση Ασία και στις περιοχές πέρα από τη Βόρειο Κίνα.
γ) γερμανικά φύλα εγκατεστημένα στις περιοχές της βόρειας και δυτικής Βαλτικής και σλαβικά φύλα με κοιτίδα την περιοχή των ελών του Pripei.

Κοινό υπόστρωμα στην Ευρώπη ήταν οι Κέλτες, λαός ινδοευρωπαϊκής καταγωγής. Οι Κέλτες της La Tene έφτασαν πρόσκαιρα στη Βαλκανική αλλά απορροφήθηκαν από τους Θράκες και τους Ιλλυριούς. Οι Κέλτες αυτοί αντιστάθηκαν από τον 5ο π.Χ. ως τον 1ο αι. στις επιθέσεις των γερμανικών φύλων εμποδίζοντας τα να έρθουν σε επαφή με τους Ρωμαίους. Όταν όμως αυτοί υπέταξαν τους Κέλτες (1ος π.Χ. αι.) τα γερμανικά φύλα ήρθαν σε επαφή με τους Ρωμαίους. Για τα παλαιότερα αυτά γερμανικά φύλα δεν έχουμε σαφείς ,αλλά μόνο αποσπασματικές πληροφορίες. Περισσότερα γνωρίζουμε για την τέχνη και τον πολιτισμό τους χάρη στις αρχαιολογικές έρευνες.

Πολλές φορές οι Ρωμαίοι είχαν συγκρουστεί με αυτά τα γερμανικά φύλα και τα είχαν νικήσει. Μάλιστα το 83 μ.Χ. οι Ρωμαίοι οχύρωσαν την περιοχή μεταξύ Ρήνου και Δούναβη με μια ισχυρή αμυντική γραμμή τον limes (από το Kehlheim ως το Nenwied με συνολικό μήκος 550 χλμ.) και θεώρησαν ότι ασφάλισαν το κράτος τους από κάθε εχθρικό κίνδυνο.

Όμως οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν καθώς στα μέσα του 3ου αιώνα οι Αλαμανοί διέσπασαν τον limes. Ως σχεδόν τα τέλη του 4ου αιώνα τα γερμανικά φύλα απλώνονταν από τα ρωμαϊκά σύνορα ως τις ρωσικές στέπες και από τη Σκανδιναβία ως τον Δούναβη. Δεν αποτελούσαν ενιαίο κράτος αλλά ήταν χωρισμένα σε διάφορα φύλα ή μεγάλες ομάδες: τους Βόρειους Γερμανούς, τους Δυτικούς Γερμανούς και τους Ανατολικούς Γερμανούς. Οι πρώτοι ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή της σημερινής Δανίας, Νορβηγίας και Σουηδίας, οι δεύτεροι στην περιοχή μεταξύ Ρήνου και Έλβα και οι τρίτοι στην περιοχή μεταξύ Έλβα, Βαλτικής, Βιστούλα και Μαύρης Θάλασσας.

Τα φύλα αυτά ήταν: Οστρογότθοι, Βησιγότθοι, Βάνδαλοι, Βουργουνδοί, Λογγοβάρδοι, Φράγκοι, Αλαμάνοι, Βαϊουβάροι (Βαυαροί), Σουηβοί και οι Σάξονες, Άγγλοι, Ιούτοι και Φρείσιοι.

(Τα στοιχεία αυτού του κεφαλαίου προέρχονται από το βιβλίο του Ι. Καραγιαννόπουλου «Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΥΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ», εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2000)

Οι Φράγκοι

Από τους λαούς που αναφέραμε παραπάνω ξεχωριστό και σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι Φράγκοι. Εμφανίστηκαν στο προσκήνιο την εποχή του Γαλλιηνού πριν αυτός γίνει αυτοκράτορας. Συγκεκριμένα το 254 ο Γαλλιηνός που είχε λάβει τον τίτλο του καίσαρα από τον αυτοκράτορα πατέρα του Βαλεριάνο, απώθησε τα γερμανικά φύλα στη δεξιά όχθη του Ρήνου και απόκτησε μάλιστα το προσωνύμιο «Γερμανικός».

Οι Φράγκοι αποτελούσαν έναν νέο στρατιωτικό συνασπισμό που, όπως αναφέραμε, προέκυψε από τη συνένωση των υπολειμμάτων αρχαιότερων γερμανικών λαών. Σύντομα ξεχώρισαν δύο «κλάδοι»: οι Σάλιοι Φράγκοι που ήταν εγκατεστημένοι στον ποταμό Άισελ και οι Ριπουάριοι Φράγκοι που ζούσαν στη δεξιά όχθη του Ρήνου. Από το 260 περίπου ορισμένοι Φράγκοι κατατάσσονταν ατομικά ως βοηθητικοί στον ρωμαϊκό στρατό. Μετά από μία εκστρατεία τον αυτοκράτορα Μαξιμιανού εναντίον τους (288), ο Φράγκος βασιλιάς Gennoband (Γενοβούδος) αναγνώρισε τη ρωμαϊκή επικυριαρχία και άρχισε να ενισχύει τις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού με έμψυχο υλικό.

Ο Averil Cameron γράφει σχετικά:

«Οι Φράγκοι πρωτοεμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του 250. Όταν ο Αμμιανός (Μαρκελλίνος) αρχίζει τη διήγησή του το 354 μ.Χ., οι Φράφγκοι και άλλοι δυτικογερμανικοί λαοί, όπως οι Αλαμανοί, είναι ήδη ένας υπολογίσιμος παράγοντας. Μεμονωμένοι Φράγκοι είχαν καταφέρει να φτάσουν σε υψηλόβαθμες θέσεις στον ρωμαϊκό στρατό».

Αν και αρχικά οι Φράγκοι ως «ομόσπονδοι» είχαν αναλάβει τη φύλαξη ενός τμήματος των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς η ισχύς των ρωμαϊκών λεγεώνων εξασθενούσε άρχισαν να κινούνται, κυρίως καθώς αναζητούσαν πιο εύφορη γη, προς το εσωτερικό της αυτοκρατορίας.

Οι Σάλιοι εγκαταστάθηκαν από τον Κωνστάντιο τον Χλωρό (293-305) στη Βαταβία και στη συνέχεια από τον Ιουλιανό στην Τοξανδρία (σημερινό Κέμπενλαντ).

Γράφει σχετικά ο Courtenay Edward Stevens:

«Μία βίαιη (φραγκική) επιδρομή το 355 αποκρούστηκε αργότερα (357/358) από τον Ιουλιανό, ο οποίος παραχώρησε στους Σαλίους Φράγκους μια εκτενή περιοχή για εγκατάσταση (Τοξανδρία). Την μετέπειτα περίοδο οι σχέσεις των Φράγκων με την Αυτοκρατορία ήταν αρκετά καλές και Φράγκοι, όπως λ.χ. ο κόμης Αρβογάστης, απέκτησαν υψηλά αξιώματα στην Αυτοκρατορία. Περί το 425, όμως, οι Σάλιοι υπό τον Χλοδίωνα αποχώρησαν από την Τοξανδρία και οι Φράγκοι του μέσου ρου του Ρήνου εισέβαλαν στη Γαλατία. Και οι δύο αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά από τον Αέτιο (τον νικητή της «μάχης των Εθνών»), αλλά μετά τον θάνατο του τελευταίου (454 μ.Χ.) κατόρθωσαν να επεκτείνουν τις κτήσεις τους προς νότον και προς δυσμάς. Με την ήττα του Συάγριου (πρόκειται για τον τελευταίο Ρωμαίο αξιωματούχο στη Γαλατία) το 486 και το 487 από τον Σάλιο Κλόβη στη Σουασσόν, εξαφανίστηκαν τα τελευταία υπολείμματα ρωμαϊκής ισχύος στη Γαλατία, ενώ κατά τον επόμενο αιώνα ο μεροβίγγειος οίκος των Σαλίων Φράγκων επικράτησε πλήρως σε όλη την περιοχή της νεότερης Γαλλίας (Francia)».

Ο Σάλιος ηγέτης Χλοδίων (ή Κλοδίων) κατέλαβε μέρος του σημερινού Βελγίου, στον ποταμό Άνω Σκάλδη μετά το 440 και ίδρυσε εκεί το βασίλειο του Καμπρέ.

Ο σπουδαίος Βρετανός ιστορικός sir Charls Oman (1860-1946), γράφει για τη συνέχεια: «Την εποχή εκθρόνισης του (τελευταίου δυτικού Ρωμαίου αυτοκράτορα) Ρωμύλου Αυγουστύλου από τον (αρχηγό των γερμανοφώνων Ερούλων) Οδόακρο, οι Σάλιοι Φράγκοι κατείχαν τις παλαιές ρωμαϊκές πόλεις Καμπραί, Αρράς, Τουρναί και Τονγκέρν, ενώ οι Ριπουαριανοί (Φράγκοι) ήσαν κύριοι της Κολωνίας, Τρίερ (Τρεβήρων), Mainz (Μαγνεντίας) και Μετς. Νότια των Ριπουαριανών βρισκόταν το νέο βουργουνδικό βασίλειο που ο Φουνδοβάδος είχε ιδρύσει στις κοιλάδες του Ρήνου και του Σον/Σων (Saone).

Νότια των Ριπουαριανών εκτεινόταν (επίσης) η περιοχή της Ρωμαϊκής Γαλατίας που είχε ως το τέλος αναγνωρίσει την επικυριαρχία των εφήμερων αυτοκρατόρων της Δύσης, κατορθώνοντας να μείνει αλώβητη από τις βαρβαρικές επιδρομές, υπό τον πατρίκιο Αιγίδιο Μετά τον θάνατο του τελευταίου, το 463 (464), τον διαδέχτηκε ο γιος του Συάγριος, που κυβέρνησε από τη Suessiones (Soissons/Σουασσόν, που βρίσκεται 100 χλμ. ΒΑ του Παρισιού και θεωρείται η πρώτη πρωτεύουσα της Γαλλίας) κυριαρχώντας σε όλη την κοιλάδα του Σηκουάνα και τις πεδιάδες της κεντρικής Γαλατίας ως την Τρουά και την Ορλεάνη…».

Κλόβης-Χλωδοβίκος Α’ – Ο εκχριστιανισμός των Φράγκων

Τον Χλοδίωνα στον οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα, διαδέχτηκαν ο Χιλδέριχος Α’ ο οποίος πέθανε το 481 και ο Κλόβης – Χλωδοβίκος Α’ (481/82-511), γιος και εγγονός αντίστοιχα του Μεροβαίου και ουσιαστικοί ιδρυτές της δυναστείας των Μεροβιγγείων.

Ο Μεροβαίος (Merovaeus, Merovee, Merovech), ήταν ένας ημιμυθικός ηγεμόνας των Σαλίων Φράγκων, γιος κάποιου θαλάσσιου θεού σύμφωνα με παλαιούς, μεσαιωνικούς, γαλλικούς θρύλους. Οι Μεροβίγγειοι ή «μακρυμάλληδες βασιλείς» («long hair kings»), όπως έμειναν γνωστοί λόγω της πλούσιας και μακριάς τους κόμης που φέρουν οι μορφές τους στα νομίσματά τους που σώζονται, ήταν η πρώτη μεσαιωνική δυναστεία των Φράγκων (αρχές 5ου αι-751).

Ο Κλόβης-Χλωδοβίκος Α’ θεωρείται ο δημιουργός της μεσαιωνικής μοναρχικής παράδοσης των Γάλλων, παγίωσε την ισχύ των κτήσεών του ήταν οι νίκες του επί του Ρωμαίου κυβερνήτη της Γαλατίας Συάγριου (Σουασόν 486), των Αλαμάνων (Γερμανών) στο Τολμπιάκ το 494/496 και κατά των Βησιγότθων της Ιβηρικής (Βουαγγιέ, 507). Επίσης μετέφερε την πρωτεύουσα της Γαλλίας στο Παρίσι από τη Σουασόν, το 487 ή κατ’ άλλους πολύ αργότερα, μετά το 506/507. Παράλληλα οδήγησε τον λαό του από την ειδωλολατρία στον Ρωμαιοκαθολικό Χριστιανισμό (496 ή 509/507). Την ίδια εποχή τα περισσότερα γερμανόφωνα φύλα της Δύσης είχαν υιοθετήσει τον Αρειανισμό.

Ο Κλόβης – Χλωδοβίκος Α’ βαπτίστηκε, σύμφωνα με τον Γρηγόριο της Τουρ από τον επίσκοπο της Ρεμς, άγιο Ρεμίγγιο (ή Ρεμίγκιο), μαζί με 3.000 υπηκόους του.

«… Έτσι ο βασιλιάς Κλόβης βαφτίστηκε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και έλαβε το θείο Χρίσμα με το σημείο του Σταυρού του Χριστού, αφού αποδέχτηκε την τριαδική ενότητα μέσα στον ένα και μοναδικό Θεό. Περισσότεροι από τρεις χιλιάδες στρατιώτες τον έλαβαν το βάπτισμα την ίδια εκείνη ημέρα…».

(Γρηγόριος της Τουρ, «Ιστορία των Φράγκων»).

Ο πανεπιστημιακός Νίκος Ε. Καραπιδάκης γράφει:

«Η σημαντικότερη πολιτική κίνηση του Κλόβη είναι η βάπτισή του, κίνηση που τον ανέδειξε σε προστάτη των ορθοδόξων (=Ρωμαιοκαθολικών Χριστιανών) εναντίον των αρειανών (=αρειανιστών) Βησιγότθων, που του εξασφάλισε την αναγνώρισή του από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο (Α’) και τον πάπα, που του επέτρεψε να μετατρέψει την Εκκλησία της Γαλατίας σε εθνική Εκκλησία».

Ο σπουδαίος Γάλλος μεσαιωνολόγος Ferdinand V.H. Lot (1866-1952), αναφέρει:

«Η πραγματική συμβολή του Κλόβη που του προόριζε μια σημαντική θέση στην ιστορία, οφείλεται στο γεγονός ότι συνένωσε τους φραγκικούς πληθυσμούς σ’ ένα έθνος – Από απλά ένας Φράγκος βασιλιάς, έγινε βασιλιάς των (ενωμένων) Φράγκων».

Πάντως στην Ευρώπη μεταξύ του β’ μισού του 4ου αιώνα και του β’ μισού του 7ου αιώνα, εγκαταστάθηκαν, εκτός από τους Φράγκους και άλλοι γερμανόφωνοι λαοί. Αυτοί ήταν οι: Κουάδοι, Μαρκομάννοι, Βησιγότθοι, Οστρογότθοι, Βουργουνδοί (Βουργούνδιοι), Αλαμανοί (Αλεμάνοι), Έρουλοι, Σουήβοι, Φρ(ε)ίσιοι ή Φρίσονες, Βάνδαλοι (Ασδίγγοι και Σιλίγγοι), Θουρίγγιοι (Θουριγγιανοί), Γέπιδες, Λογγοβάρδοι (Λομβαρδοί) και Αγγλοσάξονες.

Η ζωή και ο πολιτισμός των Φράγκων (3ος-6ος αι.)

Οι Φράγκοι ήταν υψηλόσωμοι, με ανοιχτόχρωμα δέρμα και μακριά μαλλιά. Φορούσαν βράκες από λινό ύφασμα ή δέρμα ζώου και συχνά άφηναν ακάλυπτο το πάνω μέρος του σώματος. Είχαν πολύ πρωτόγονα μέσα για την καλλιέργεια της γης, ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι τεχνίτες και θεωρούσαν φυσικό να προβαίνουν σε λεηλασίες για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Ήταν σχεδόν στο σύνολό τους πεζικάριοι.

Δεν φορούσαν κράνος, ούτε πανοπλία και χρησιμοποιούσαν κοντό σπαθί, τσεκούρι και ακόντιο. Μόνο οι αρχηγοί τους ήταν έφιπποι και είχαν μακριά σπάθα. Αν και ο Κλόβης – Χλωδοβίκος Α’ ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, οι Φράγκοι παρέμειναν για πολύ καιρό ακόμα ειδωλολάτρες. Μόλις τον 8ο αιώνα οι Φράγκοι της δεξιάς όχθης του Ρήνου σταμάτησαν να υποβάλλουν σε μαρτύρια τους Χριστιανούς ιεραπόστολους και ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό. Πάντως σε αντίθεση με τους Ρωμαίους και τους Γότθους, οι Φράγκοι δεν απαγόρευσαν ποτέ τη σύναψη γάμων μεταξύ κατακτητών και υποταγμένων.

Οι σχέσεις των Φράγκων και των άλλων γερμανόφωνων λαών με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως το 800 μ.Χ., πέρασαν από διάφορα στάδια. Με το θέμα αυτό θα ασχοληθούμε σε μελλοντικό μας άρθρο.

Πηγές: ΑΛΕΞΙΟΣ Γ.Κ. ΣΑΒΒΙΔΗΣ, «ΟΙ ΠΡΩΙΜΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ-ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΡΟΒΙΓΓΕΙΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΚΑΡΟΛΙΔΕΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ 2020.
Ι ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΔΥΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΝΙΑΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2000.
Ευχαριστούμε θερμά τον κύριο Αλέξιο Γ.Κ. Σαββίδη και τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ.

protothema.gr

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.