Ο Άγιος Ευστάθιος και η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς

Ο Ευστάθιος χρημάτισε Επίσκοπος Θεσσαλονίκης από το 1178 έως την κοίμησή του (το 1195 ή το 1196). Επρόκειτο για έναν λόγιο ιερωμένο που είχε άριστη γνώση της ελληνικής καθώς και της ρητορικής τέχνης (ήταν καθηγητής ρητορικής: μαΐστωρ ῥητόρων). Ανέλαβε να συγκεντρώσει τα σχόλια προγενεστέρων μελετητών πάνω στα Ομηρικά Έπη, τα οποία και επιμελήθηκε εξαιρετικώς στο έργο του: «Παρεκβολαί εις την Ομήρου Ιλιάδα και Οδύσσεια». Ο Ευστάθιος είναι επίσης γνωστός για την συγγραφή του ιστορικού της δεύτερης αλώσεως της Συμβασιλευούσης το 1185 από τους Νορμανδούς. Είχε προηγηθεί η άλωσις του 904 από τον Βυζαντινό εξωμότη Λέοντα τον Τριπολίτη.

Ο Ευστάθιος, καίτοι αντετάχθη στους Δυνατούς της Θεσσαλονίκης, εν τούτοις συνετάχθη παρά τω πλευρώ του Ισαακίου Β’ Αγγέλου το 1185 (1185-1195) και κατά του Ανδρονίκου Κομνηνού (1183-1185). Ο Ισαάκιος υποστηρίζονταν από την πλευρά των Δυνατών ενώ ο Ανδρόνικος είχε εξαπολύσει ανελέητο κυνήγι κατά αυτών θέλοντας να μιμηθεί τον Βασίλειο τον Β’ τον Βουλγαροκτόνο.

Οι καιροί, όμως, είχαν αλλάξει και, πλέον, ήταν τρομερά δύσκολο να αντιμετωπιστούν οι μεγαλογαιοκτήμονες, οι οποίο, εν πολλοίς, είχαν αρχίσει να έχουν τάσεις αυτονομίας. Αυτό θα φανεί μερικά χρόνια αργότερα όταν κατά την γενικευμένη εποχή διαλύσεως που διακρίνει την περίοδο των Αγγέλων το κράτος παραπαίει. Το τραγικό λάθος του Ανδρονίκου ήταν πως επεχείρησε να εφαρμόσει τα μέτρα του λειτουργώντας με έναν εξαιρετικά σκληρό τρόπο, γεγονός το οποίο και επέφερε τελικά την πτώση του και τον τραγικό του θάνατο.

Συνεπεία της στάσης του Ευσταθίου η Ιστορία του για την άλωση της Θεσσαλονίκης αποτελεί έναν συγγραφικό κόλαφο για τον Ανδρόνικο: «τὸν Κομνηνὸν Ἀνδρόνικον δυσδαίμονος βασιλείας καχεξίας λόγῳ». Μέμφεται, επίσης, τον διοικητή της Θεσσαλονίκης Δαυίδ Κομνηνό, τον οποίο και αποκαλεί «ὁ τρέσας Δαυῒδ». Ο Δαυίδ, πράγματι, εστάθη πολύ κατώτερος των περιστάσεων και του αξιώματος που κατείχε. Παρόμοιες κατηγορίες εναντίον του εκτοξεύει και ο Νικήτας Χωνιάτης.

Στον αντίποδα υμνεί τον Ισαάκιο Άγγελο ως ελευθερωτή: «ταχὺ δὲ πάνυ τεθεραπευμένης ὑπὸ τοῦ ἐλευθερωτοῦ μεγάλου βασιλέως Ἰσαακίου τοῦ Ἀγγέλου». Θα μπορούσε να ομιλήσει τις για ένα είδος στρατευμένης ιστορίας, δεδομένου ότι και ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, έναν αιώνα πριν, είχε αφιερώσει το ιστορικό του έργο στον ανίκανο αυτοκράτορα Νικηφόρο Βοτανειάτη (1078-1081): «Λόγος προσφωνητικός εκφωνηθείς παρά Μιχαήλ Μαγίστρου Βέστου και Κριτού του Ατταλειάτου προς τον Βασιλέα τον Βοτανειάτην».

Διότι η Πολιτική και οι εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες αποτελούν την καύσιμο ύλη που κινεί την Ιστορία…

Παρακάτω, παραθέτω δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το ιστορικό της αλώσεως της Θεσσαλονίκης του Ευσταθίου:

«Εὐσταθίου τοῦ Θεσσαλονίκης συγγραφὴ τῆς εἴθε ὑστέρας κατ’ αὐτὴν ἁλώσεως, ἠρρωστημένης μὲν ἐπὶ τῆς κατὰ τὸν Κομνηνὸν Ἀνδρόνικον δυσδαίμονος βασιλείας καχεξίας λόγῳ, ἣν ἐκεῖνος φαῦλα διαιτῶν κατὰ τῆς οἰκουμένης πολλὴν ἐκ μακροῦ ἤθροιζε, ταχὺ δὲ πάνυ τεθεραπευμένης ὑπὸ τοῦ ἐλευθερωτοῦ μεγάλου βασιλέως Ἰσαακίου τοῦ Ἀγγέλου, διαδεξαμένου ἐκεῖνον εὐδαιμόνως καὶ εὐτυχῶς τῷ κόσμῳ προνοίᾳ καὶ εὐμενείᾳ θεοῦ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας τοῦ ἁλῶναι τὴν πόλιν, ἐν τῷ χρήσασθαι ὀξυχειρίᾳ ἔργων, ὡς δέον μάλιστα ἦν, ἧς αὐτῷ θεὸς συνεφήψατο, καθὰ λόγος ἕτερος καιρὸν εὑρηκὼς περιηγήσεται.»

«Ἅμα γὰρ δόρυ ἐσκέψατο πολεμικὸν ἐπὶ τοῦ ῥήγματος ἀναρριχησαμένου τῶν τινος πλωΐμων, οὓς ἀνδρικοὺς τὰ τοιαῦτα καὶ δεξιοὺς ἡ τοῦ Σιφάντου ναῦς ἐπλώϊζε (πειρατὴς δὲ ὁ Σιφάντος, ἑκὼν προσχωρήσας τοῖς Σικελοῖς κατά τινα ῥήτρην τὴν συνδόξασαν· ὃς καὶ ἡμᾶς ἑλῶν ἐξένισε, ῥητέον γὰρ οὕτως, ἐπὶ νεὼς τῆς κατ’ αὐτόν, ὡς καὶ ὑποκαταβάντες λόγῳ βραχὺ παραστησόμεθα), ἅμα γοῦν οὕτως εἶδεν ὁ τρέσας Δαυῒδ καὶ ἅμα κατόπιν βαλὼν τὰς ἀνδρικὰς ὑποσχέσεις καὶ τὰς τεσσαράκοντα ἡμέρας εἰς οὐδὲ λεπτὸν συστείλας ὥρας, ἔδειξε μετάφρενα τοῖς ἐχθροῖς. Καὶ τῶν στρατιωτικῶν φωνούντων λεωφορουμένῃ βοῇ τὸ “Κομνηνέ, στάμα καὶ πέζευμα”, ὁ δ’ ἐπιτελεύτιον οἷον ἀντιμύξας τὸ “καβαλλίκευμα” καὶ τὸ “καθά με βλέπετε”, ἐπόθει μὲν ἴσως παρατυχεῖν που τὸ τηνικαῦτα Πήγασόν τινα, δι’ οὗ πτερύξεται εἰς ὄρος εἴθε ἢ εἰς κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης, ἠρκέσθη δὲ ὅμως τῇ φίλῃ ἡμιόνῳ, ἣ καὶ τότε φέρειν αὐτὸν ἔλαχε. Καὶ παραδειγματικῶς προφεύγων, τρυφερὸς ἰδεῖν, εὔυφος τὴν ἀναβολήν, ἄτριπτος ὅπλοις τὰς χεῖρας, γυμνασίῳ πρέπων, ἀμίαντος αἵματι, εἶχεν ὡσεὶ καὶ κτίλος ἐφεπομένους τοὺς ἅπαντας παρά τι ὀλίγον.»

ΙΣΤΟΡΙΟΘΕΑΣΙΣ

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.