Ο άγνωστος πόλεμος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Αιγαίο (Β’ μέρος)

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Μετά την εκπόρθηση της Αλικαρνασσού, ο Μέμνονας μαζί με τον στόλο και τους εναπομείναντες Ασιάτες στρατιώτες και Έλληνες μισθοφόρους, είχε καταφύγει στην Κω. Όντας ο ιθύνων νους του σχεδίου για την μεταφορά του πολέμου στην Ελλάδα, αφού ενισχύθηκε με χρήματα από τον Δαρείο, συγκέντρωσε ένα ισχυρότατο στράτευμα μισθοφόρων και άρχισε να καταλαμβάνει διαδοχικά τα νησιά του Αιγαίου, έχοντας καταρχήν ως στόχο τα στρατηγικής σημασίας για τις μακεδονικές γραμμές συγκοινωνιών στενά του Ελλησπόντου.

Μέχρι τον Μάιο του νέου έτους (333 π.Χ), η Χίος είχε καταληφθεί με προδοσία των περσόφιλων ολιγαρχικών και όλες οι πόλεις της Λέσβου είχαν παραδοθεί, πλην της Μυτιλήνης που βρισκόταν υπό πολιορκία. Η τελευταία απομονώθηκε από την ξηρά με διπλή περίφραξη από θάλασσα σε θάλασσα και περικυκλώθηκε με πέντε στρατόπεδα. Ένα μέρος του στόλου επιτηρούσε το λιμάνι της πόλης, ενώ το υπόλοιπο εγκαταστάθηκε στο σημερινό Σίγρι, στο δυτικό τμήμα της Λέσβου, από όπου παρενοχλούσε τα εμπορικά σκάφη που πλησίαζαν το νησί. Έτσι οι Μυτιληναίοι στερήθηκαν κάθε ελπίδα σωτηρίας από τη θάλασσα.

Οι εξελίξεις έχρηζαν λήψης άμεσων μέτρων, καθώς με τον συμμαχικό στόλο διαλυμένο το εκστρατευτικό σώμα κινδύνευε να απομονωθεί στην Ασία και η μακεδονική ηγεμονία στην Ελλάδα με κατάρρευση. Οι δυσαρεστημένοι με την «μακεδονική ειρήνη» στην χώρα ήταν αρκετοί και καιροφυλακτούσαν. Στις αρχές του αιώνα σε μια παρόμοια κατάσταση, ο Λακεδαιμόνιος βασιλιάς Αγησίλαος είχε εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει τα σχέδια του για εισβολή βαθιά μέσα στην περσική επικράτεια και να επιστρέψει άδοξα πίσω στην πατρίδα για να αντιμετωπίσει την με περσική υποστήριξη εξέγερση των δυσαρεστημένων συμμάχων της Σπάρτης. Τώρα και ο Αλέξανδρος, την ίδια ώρα που στεκόταν μπροστά στο θρυλικό άρμα του Μίδα με τον περίφημο βρόγχο του, ως αποτέλεσμα μιας σπάνιας ειρωνίας της τύχης βρισκόταν επίσης ενώπιον ενός γεωπολιτικού αυτή την φορά Γόρδιου Δεσμού που έχριζε λύσης. Όντας αποδεδειγμένα άνθρωπος της λογικής του «ό,τι δεν λύνεται κόβεται» ο Αλέξανδρος, σε αντίθεση με τον Αγησίλαο 60 χρόνια πριν, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα συνεχίζοντας την εκστρατεία με κάθε κόστος. Έτσι διόρισε ναύαρχο των ναυτικών μοιρών που φρουρούσαν τον Ελλήσποντο τον Αμφότερο, ενώ ο Ηγέλοχος ορίστηκε διοικητής των χερσαίων δυνάμεων που είχαν βάση την Άβυδο. Οι δύο στρατηγοί θα δρούσαν ανεξάρτητα από τον σατράπη της Ελλησποντιακής Φρυγίας Κάλλα, ενώ προικοδοτήθηκαν με 500 τάλαντα για να συγκεντρώσουν στόλο από τους Έλληνες συμμάχους. Άλλα 600 τάλαντα στάλθηκαν στον αντιβασιλιά Αντίπατρο πίσω στην Μακεδονία. Ο Αντίπατρος με αυτά τα χρήματα οργάνωσε την άμυνα στην πατρίδα, ενώ έστειλε τον ναύαρχο Πρωτέα στην Χαλκίδα (που εκείνη την περίοδο αποτελούσε μακεδονική βάση) για να οργανώσει στόλο από τους Ευβοείς και τους Πελοποννήσιους. Διοικητής της Μεγάλης Φρυγίας, όπου μαζί με 1.500 Έλληνες μισθοφόρους και έδρα το ισχυρό οχυρό των Κελαινών θα αναλάμβανε το ζωτικό έργο της φρούρησης των γραμμών επικοινωνίας με τα παράλια, ορίστηκε ο Αντίγονος από την Ελιμιώτιδα. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος αποχώρησε από το Γόρδιο τον Μάιο του 333 π.Χ με προορισμό το εσωτερικό της περσικής επικράτειας και το πεπρωμένο του.

Εύλογο ενδιαφέρον σε αυτή την φάση προκαλεί η σχέση των Μακεδόνων με την ισχυρότερη ναυτικά συμμαχό τους, την Αθήνα. Οι Αθηναίοι δεν αναφέρονται να συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στην μακεδονική υπόθεση. Αντίθετα, με τον Αλέξανδρο και το εκστρατευτικό του σώμα σχετικά μακριά και με τον περσικό στόλο να κυριαρχεί στο Αιγαίο, είναι σχεδόν σίγουρο πως αμφιταλαντεύονταν, ισορροπώντας μεταξύ της ευκαιρίας για οριστική αποτίναξη του μισητού μακεδονικού ζυγού και του φόβου τους για τον ευφυή και απρόβλεπτο Μακεδόνα βασιλιά. Το παραδειγμα της Θήβας εξάλλου ήταν ακόμα νωπό. 

Με πρόσχημα πάντως την αδυναμία των μακεδονικών φρουρών να προστατεύσουν τα σιταγωγά σκάφη τους που κατέρχονταν από τον Βόσπορο, εξόπλισαν άλλες 100 τριήρεις εκτός από τις ήδη ενεργές. 
Αυτά πρέπει να είχε υπόψη του ο Αλέξανδρος όταν λίγο πριν αποχωρήσει από το Γόρδιο κατέφτασε πρεσβεία από την Αθήνα που εκλιπαρούσε τον βασιλιά για την απελευθέρωση των Αθηναίων αιχμαλώτων που είχαν συλληφθεί στον Γρανικό και κρατούνταν τώρα στη Μακεδονία. Υπό το βάρος των καταστάσεων, το αίτημα απορρίφθηκε με υπόσχεση για επανεξέτασή του στο μέλλον…

Στο μεταξύ, και ενώ η Μυτιλήνη βρισκόταν ακόμα υπο πολιορκία, ο Μέμνονας πέθανε από ασθένεια και την ηγεσία του περσικού εκστρατευτικού σώματος ανέλαβαν ο Αυτοφραδάτης και ο Φαρνάβαζος, που ήταν ανιψιός του Μέμνονα από την πλευρά της αδερφής του. Όντας ίσως ο ικανότερος από τους στρατηγούς του Δαρείου, ο θάνατός του Μέμνονα σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία απέβη χωρίς αμφιβολία βλαπτικό γεγονός για τα συμφέροντα του Πέρση βασιλιά. Όπως και να ‘χει, η Μυτιλήνη αποκλεισμένη από ξηρά και θάλασσα αναγκάστηκε τελικά να παραδοθεί, πιθανότατα στις αρχές του καλοκαιριού του 333 π.Χ. Παρά τις περί του αντιθέτου συμφωνίες, η πόλη λεηλατήθηκε και αναγκάστηκε να δεχθεί φρουρά 2.000 Ελλήνων μισθοφόρων υπό τον Λυκομήδη τον Ρόδιο. Οι Μυτιληναίοι θα πλήρωναν φόρο και ο Διογένης, ένας από τους εξόριστους Μυτιληναίους στην υπηρεσία των Περσών, ορίστηκε τύραννος της πόλης.

Κατόπιν οι δύο διοικητές χώρισαν. Ο Αυτοφραδάτης έπλευσε «στα άλλα νησιά» (πιθανότατα στα Δωδεκάνησα για αναδιοργάνωση), ενώ ο Φαρνάβαζος κατευθύνθηκε ανατολικά με τους στρατολογημένους από τον Μέμνονα Έλληνες μισθοφόρους προς την Λυκία, από όπου θα τους παραλάμβανε ο Θυμώνδας του Μέντορα για λογαριασμό του βασιλιά Δαρείου που συγκέντρωνε στρατό.

Έχοντας πληροφορηθεί πιθανότατα πως ο Αλέξανδρος είχε ήδη εισβάλλει επιτυχώς στην Κιλικία, ο Πέρσης ηγεμόνας είχε λάβει την απόφαση να αντιμετωπίσει τον μεγάλο του αντίπαλο σε αποφασιστική μάχη, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τις επιχειρήσεις στο Αιγαίο και τα όποια σχεδια τυχόν υπήρχαν για ευρωπαϊκή εισβολή. Αυτή η μεταφορά στρατευμάτων κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη του διοικητή που είχε ορίσει ο Αλέξανδρος στην περιοχή, του Νέαρχου του Κρητικού, δείχνει και το πόσο επισφαλής ήταν σε αυτή τη φάση η θέση των Μακεδόνων στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Η απόφαση του Δαρείου να θέσει σε δεύτερη μοίρα τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι πολύ πιθανό να του κόστισε τελικά τον πόλεμο.

Μετά την επιτυχή διεκπεραίωση των Ελλήνων μισθοφόρων, ο Φαρνάβαζος επανενώθηκε με τον Αυτοφραδάτη. Αφού έστειλαν τον Δατάμη με 10 πλοία να επιχειρήσει στις Κυκλάδες, εκείνοι με 100 πλοία έσπευσαν στην Τένεδο. Χωρίς μακεδονική βοήθεια να φαίνεται στον ορίζοντα, αφού ο Ηγελοχος που είχε στείλει ο Αλέξανδρος στον Ελλήσποντο δεν είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει ακόμα επαρκείς δυνάμεις, οι Τενέδιοι παραδόθηκαν χωρίς μάχη. Η έκβαση των επιχειρήσεων όμως ήταν διαφορετική στις Κυκλάδες, όπου ο Πρωτέας ξεκινώντας με 15 τριήρεις από την Χαλκίδα αιφνιδίασε τον Δατάμη που βρισκόταν αγκυροβολημένος στην Σίφνο και συνέλαβε τα οκτώ από τα δέκα πλοία του. Την ίδια περίπου περίοδο (θέρος-φθινόπωρο του 333 π.Χ), και ενώ ο Αλέξανδρος διεξήγε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των ορεινών φυλών της Κιλικίας, ο Πτολεμαίος του Λάγου και ο Άσανδρος του Φιλώτα με δυνάμεις από την Καρία και τη Λυδία αντίστοιχα, νίκησαν σε μάχη τον Οροντοβάτη, τον Πέρση διοικητή που κατείχε την ακρόπολη της Αλικαρνασσού (την Σαλμακίδα) και τις πόλεις της καρικής ακτής (αναφέρονται η Μύνδος, η Καύνος, η Θήρα και η Καλλίπολις), και τον ανάγκασαν να καταφύγει στην Αρκόννησο, οχυρό σε νησάκι στο λιμάνι της πόλης. Ως συνέπεια της νίκης αυτής καταλήφθηκαν και η Κως και το Τριόπιον, το ακρωτήριο στο άκρο της χερσονήσου της Κνίδου. Ολόκληρη η μικρασιατική ακτή βρισκόταν πλέον υπό μακεδονική κυριαρχία.

Στο μεταξύ ο Φαρνάβαζος και ο Αυτοφραδάτης παρέμεναν κοντά στην Χίο. Πληροφορούμενοι τις εξελίξεις, αφού άφησαν φρουρά στο νησί, έστειλαν κάποια πλοία τους να ανακαταλάβουν την Κω και την Αλικαρνασσό, ενώ οι ίδιοι με τις 100 καλύτερες τριήρεις τους εγκαταστάθηκαν στην Σίφνο, θέτωντας υπό τον έλεγχό τους τις Κυκλάδες. Τον Νοέμβριο του 333 π.Χ, όλο το Αιγαίο βρισκόταν υπό περσικό έλεγχο, με μόνες εξαιρέσεις τις αθηναϊκες κτήσεις σε Σάμο, Σποράδες, Λήμνο και Ίμβρο και τα στενά του Ελλησπόντου που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Ηγέλοχου και του Αμφότερου. Ο βασιλιάς Άγις της Σπάρτης βρισκόταν πλέον ήδη σε διαπραγματεύσεις με τους Πέρσες διοικητές στη Σίφνο, ζητώντας χρήματα για πρόσληψη μισθοφόρων και την αποστολή στρατού και στόλου στην Πελοπόννησο, ώστε να μεταφερθεί ο πόλεμος στην κυρίως Ελλάδα.

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη και σίγουρα η ψυχολογική πίεση για τον Μακεδόνα βασιλιά θα ήταν μεγάλη. Με τον όγκο του μακεδονικού στρατού να βρίσκεται στην Κιλικία ενόψει μεγάλης σύγκρουσης με υπέρτερη, τουλάχιστον αριθμητικά, περσική δύναμη και με τον αντιβασιλιά Αντίπατρο να διαθέτει μάλλον ανεπαρκείς εφεδρείες για να ελέγξει την κατάσταση σε περίπτωση που εξελίξεις οδηγούσαν σε σύγκρουση, πολλές πόλεις φαίνονταν έτοιμες να συνταχθούν στο πλευρό της πρώτης μεγάλης ελληνικής δύναμης που θα σήκωνε ξανά το λάβαρο της εξέγερσης. Επιπλέον, οι πολεμικές επιχειρήσεις και η δράση Λεσβίων πειρατών υπό τον δεσπότη της Μήθυμνας Αριστόνικο στην περιοχή των Στενών, παρεμπόδιζαν την ασφαλή μεταφορά σιτηρών από τις αγορές του Ευξείνου Πόντου. Με την αγορά της Αιγύπτου κλειστή λόγω του πολέμου και με μόνες ανοικτές αγορές πλέον αυτές της Κυρηναϊκής και της Σικελίας, μοιραίο ήταν να εμφανιστούν ελλείψεις. Ως συνέπεια των παραπάνω, ένα ανθηρό λαθρεμπόριο σιτηρών είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, εκτινάζοντας τις τιμές στα ύψη και χαρίζοντας το δίχως άλλο ακόμα ένα επιχείρημα στους υπέρμαχους της προσχώρησης προς τους Πέρσες. Στην Αθήνα φαίνεται πως ήδη διεξάγονταν συζητήσεις στην Εκκλησία του δήμου για την σκοπιμότητα ή όχι της παραμονής στη Συμμαχία της Κορίνθου.

Σε αυτό το πλαίσιο ίσως θα έπρεπε να ενταχθεί και η «αυτομόληση» του θησαυροφύλακα Αρπάλου περίπου την ίδια περίοδο. Ο Άρπαλος, επιστήθιος φίλος του Αλέξανδρου ήδη από την εποχή της εφηβείας του, αναφέρεται πως υπό την επιρροή ενός «κακούργου», του Ταυρίσκου, λιποτάκτησε από το μακεδονικό στρατόπεδο στην Κιλικία και κατέφυγε στα Μέγαρα. Ο Ταυρίσκος σκοτώθηκε αργότερα στην Ιταλία, πολεμώντας στο πλευρό του Αλέξανδρου του Μολοσσού, ενώ ο Άρπαλος επέστρεψε στον Αλέξανδρο, ο οποίος όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά του ανέθεσε εκ νέου και την σημαντικότατη ευθύνη του βασιλικού θησαυροφυλακίου. Καθώς δεν προκύπτει από τις πηγές πως ο Αλέξανδρος ήταν άνθρωπος που συγχωρούσε τόσο εύκολα την προδοσία, ίσως θα ήταν σωστότερο να υποθεσουμε πως ο Άρπαλος, υπό την κάλυψη της υποτιθέμενης αυτομόλησής του και ως άνθρωπος με πολλές διασυνδέσεις ειδικά στην Αθήνα, στάλθηκε σε ειδική αποστολή ώστε να διερευνήσει την κατάσταση στην Ελλάδα και να αξιοποιήσει τις ικανότητες και τις γνωριμίες του προς όφελος του ηγεμόνα του.

Ό,τι και να σχεδιαζόταν και από τις δύο πλευρές στην στην δυτική πλευρά του Αιγαίου, οι εξελίξεις φαίνεται πως τους πρόλαβαν. Οι ειδήσεις για μια μεγάλη μάχη στην στενή πεδιάδα της Ισσού στην Κιλικία, όπου ο Αλέξανδρος συνέτριψε τα βασιλικά στρατεύματα υπό τον ίδιο τον Μεγάλο Βασιλέα, συγκλόνισαν τον Φαρνάβαζο, ο οποίος έσπευσε με 12 τριήρεις και 1.500 Έλληνες μισθοφόρους στην Χίο για να αποτρέψει εξέγερση των Χίων. Ο Άγις έλαβε τελικά από τον Αυτοφραδάτη τριάντα τάλαντα αργύρου και δέκα τριήρεις και έστειλε τον υφιστάμενό του Ιππία να συναντήσει με τα πλοία αυτά και τα χρήματα τον αδερφό του Αγησίλαο, στο Ταίναρο. Το ακρωτήριο αυτό, περικυκλωμένο από τρεις πλευρές από θάλασσα και προφυλαγμένο με απόκρυμνα όρη από την μεριά της ενδοχώρας, θα αποτελούσε τόπο στρατολόγησης αξιόμαχων πολεμιστών από ολόκληρη την Ελλάδα που είτε με δέλεαρ τα χρήματα, είτε λόγω μίσους προς τους Μακεδόνες επέλεγαν να συνταχθούν στο πλευρό του νεόκοπου άξονα Λακεδαιμονίων-Περσών. Οι εντολές του Άγι προς τον αδερφό του ήταν, αφού στρατολογήσει στρατιώτες και πληρώσει τους ναύτες, να στραφεί άμεσα κατά της Κρήτης και να στρέψει με το μέρος του τις πόλεις του νησιού. Ο ίδιος παρέμεινε για κάποιο διάστημα στις Κυκλάδες και στη συνέχεια ενώθηκε με τον Αυτοφραδάτη στην Αλικαρνασσό, ώστε να τον συνδραμει στις επιχειρήσεις του εκεί μετώπου.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως εν όψει των νέων εξελίξεων οι Πέρσες επιτελείς σχεδίαζαν την σταδιακή απεμπλοκή τους από τις επιχειρήσεις στην κυριως Ελλάδα. Καθώς αναμενόταν πως ο Αλέξανδρος μετά την νίκη του θα στρεφόταν νότια ώστε να θέσει υπό τον έλεγχό του τις ναυτικές φοινικικές πόλεις και να εντάξει στο δικό του στρατόπέδο τις ισχυρές μοίρες τους, το περσικό ενδιαφέρον θα επικεντρωνόταν πλέον στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και στη Μικρά Ασία, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι θα αναλάμβαναν το βάρος του αγώνα στην Πελοπόννησο, στις Κυκλάδες και στην Κρήτη. Μπορούμε να διακρινουμε μάλιστα και μια ανεπίσημη διχοτόμηση του χώρου του Αιγαίου σε ζώνες επιρροής, μια σπαρτιατική στην δύση και μια περσική στην ανατολή. Οι παίκτες είχαν βάλει πλέον όλα τα πιόνια τους στην σκακιέρα και το παιχνίδι εξουσίας στην ανατολική Μεσόγειο θα κορυφωνόταν μέσα στα δύο επόμενα χρόνια.

, , , , ,

2 thoughts on “Ο άγνωστος πόλεμος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Αιγαίο (Β’ μέρος)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.