Ο άγνωστος πόλεμος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Αιγαίο (Α’ μέρος)

Την ίδια περίοδο που ο Μακεδόνας βασιλιάς διεξήγε την εκστρατεία του στην ξηρά εισερχόμενος όλο και βαθύτερα στην Ασία, ένας άγνωστος στο ευρύ κοινό, όσο και αδυσώπητος ναυτικός αγώνας λαμβανε χώρα στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο, με τουλάχιστον εξίσου μεγάλη σημασία για την τελική έκβαση του πολέμου.

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Μετά την ήττα στον Γρανικό ποταμό (Mάιος-Ιούνιος 334 π.Χ.) και την εξαϋλωση των σατραπικών δυνάμεων της Μικράς Ασίας, ήταν σαφές πως ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος Γ’ έπρεπε να ακολουθήσει μια στρατηγική έμμεσης προσέγγισης στην αντιμετώπιση της απρόσμενα σοβαρής απειλής από τη δύση, τουλάχιστον μέχρι να συγκεντρωθεί ικανός αριθμός βασιλικών στρατευμάτων ώστε να συντρίψει τον νεαρό αντίπαλό του σε μια αποφασιστική μάχη. Το έργο αυτό θα καλούνταν να φέρει σε πέρας ο βασιλικός στόλος, ο οποίος σε πρώτη φάση θα αναλάμβανε την υπεράσπιση των ναυτικών πόλεων στην μικρασιατική ακτή και σε δεύτερο στάδιο θα επιδίωκε την διακοπή των επικοινωνιών του Μακεδόνα βασιλιά με την Ευρώπη. Υπό ιδανικές συνθήκες δε, μια ισχυρή μισθοφορική δύναμη θα αποβιβαζόταν στην Ελλάδα και με την συνδρομή των πάντα ανήσυχων ελληνικών πόλεων στο νότο θα μεταφερόταν ο πόλεμος κυριολεκτικά στην πίσω πόρτα του εχθρού.

Τα προγνωστικά σίγουρα ήταν εξαιρετικά. Αν και οι ίδιοι οι Πέρσες δεν διέθεταν ναυτική παραδοση, στην αυτοκρατορία κατοικούσαν λαοί με μεγάλη εμπειρία και επιδεξιότητα στα ναυτικά. Τουλάχιστον 300 φοινικικά και κυπριακά πλοία υπό τον ναύαρχο Αυτοφραδάτη αναχώρησαν για το Αιγαίο, πιθανότατα με εξαιρετικά έμπειρα πληρώματα που είχαν συμμετάσχει στην επιτυχημένη καταστολή εξέγερσης στην Αίγυπτο τον προηγούμενο χρόνο. Πρώτο σταθμό τους πιθανότατα αποτέλεσε η Αλικαρνασσός, πόλη στην ακτή της Καρίας στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία. Εκεί τέθηκαν υπό την ηγεσία του Έλληνα στρατηγού του Δαρείου Μέμνονα του Ρόδιου, ο οποίος συγκέντρωνε στην πόλη μισθοφόρους και πολεμικό υλικό προορίζοντάς την για κύρια βάση του στον σκληρό αγώνα που θα ακολουθούσε. Ο Μέμνονας, μετά την περσική ήττα στον Γρανικό, είχε διοριστεί από τον Μεγάλο Βασιλιά «διοικητής του στόλου και της ακτής», με χώρο ευθύνης ολόκληρη την ακτή της ανατολικής Μεσογείου. Αντλώντας έμψυχο και άψυχο υλικό από αυτήν τεράστια περιοχή, ο Ρόδιος στρατηγός και οι διάδοχοί του διεξήγαν έναν επιδέξιο ναυτικό και διπλωματικό αγώνα, που λίγο έλλειψε να γκρεμίσει το μακεδονικό οικοδόμημα στην Ευρώπη.

Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις ο Αλέξανδρος είχε να αντιπαρατάξει μόλις 160 σκάφη, στην πλειοψηφία τους από τις πόλεις της Συμμαχίας της Κορίνθου. Είναι προφανές πως οι Σύμμαχοι δεν είχαν στείλει τα καλύτερα σκαριά τους, ενώ τα πληρώματά τους υπολείπονταν σημαντικά σε ικανότητες έναντι των φοινικικών. Ενδεικτικό του πώς αντιμετώπιζαν οι ισχυροί ναυτικά Αθηναίοι το μακεδονικό εγχείρημα είναι το γεγονός της αποστολής εκ μέρους τους μόλις 20 τριήρεων, όταν στους νεωσοίκους του Πειραιά «αναπαύονταν» 400 ετοιμοπόλεμα σκάφη.

Η πρώτη σημαντική αντιπαράθεση των ναυτικών δυνάμεων των αντιπάλων έλαβε χώρα στην Μίλητο. Μετά τον Γρανικό, ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε νότια δια μέσου της Μυσίας και κατέλαβε αμαχητί την πρωτεύουσα της Λυδίας Σάρδεις, στην κοιλάδα του ποταμού Ερμού στην ενδοχώρα. Έχοντας αφήσει με ισχυρές δυνάμεις τον Kάλλα του Αρπάλου βόρεια στην στρατηγικής σημασίας σατραπεία της Ελλησποντιακής Φρυγίας για να εξασφαλίσει τις μακεδονικές συγκοινωνίες με την Ευρώπη, ο ίδιος κατευθύνθηκε νοτιοδυτικά στην ελληνική πόλη Έφεσο στις εκβολές του Καϋστρου, που είχε εγκαταλειφθεί από την περσική φρουρά της, και την κατέλαβε. Αφού δέχθηκε την υποταγή των πόλεων Μαγνησία και Τράλλεων στην κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου και των αιολικών πόλεων στον βορρά και αφού πρόσφερε θυσίες στην Εφεσία Άρτεμη, κατευθύνθηκε νότια προς την Μιλητο, όπου με την πρώτη έφοδο κατέλαβε την ανοχύρωτη «έξω» πόλη. Στη συνέχεια, προχώρησε σε αποκλεισμό της φρουράς της «μέσα» πόλης από την ξηρά, ενώ ο ναύαρχος του ελληνικού στόλου Νικάνωρ, που μόλις είχε φτάσει και αυτός από την Έφεσο, κατέλαβε το λιμάνι.

Τρεις μέρες αργότερα κατέφθασε από την Αλικαρνασσό και ο περσικός στόλος με 400 τριήρεις. Αντιλαμβανόμενος την στρατηγική σημασία της νησίδας Λάδης στα ανοιχτά της Μιλήτου, ο Νικάνωρ έστειλε εκεί τον στόλο, αποκλείοντας έτσι τα εχθρικά σκάφη από το ασφαλές αγκυροβόλιο του νησιού και εξαναγκάζοντας τους Πέρσες να αγκυροβολήσουν κοντά στο όρος Μυκάλη. Την ίδια μέρα ο Αλέξανδρος εξασφάλισε την κατοχή της νήσου στέλνοντας εκεί τους Θράκες και άλλους 4.000 συμμάχους στρατιώτες.

Σε αυτό το σημείο, ο Παρμενίων πρότεινε την διεξαγωγή ναυμαχίας με τον εχθρό. Αν και ο περσικός στόλος υπερείχε σε αναλογία περισσότερο από 2 προς 1, μια αιφνιδιαστική νυχτερινή επίθεση θα μπορούσε να έχει αρκετές πιθανότητες επιτυχίας. Η Μυκάλη ήταν εντελώς άβολη περιοχή για αγκυροβόλι, αφού τα κουρασμένα από την ολοήμερη κωπηλασία πληρώματα θα αναγκάζονταν να αναζητήσουν νερό και προμήθειες στις εκβολές του Μαίανδρου, περίπου 10 χλμ από το στρατόπεδό τους, αφήνοντας τα πλοία τους εκτεθειμένα. Παρόλα αυτά ο Αλέξανδρος, καθώς δεν εμπιστευόταν την νομιμοφροσύνη και τις ικανότητες των συμμαχικών πληρωμάτων και φοβούμενος τις απώλειες και τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια ναυτική αποτυχία σε αυτά τα πρώτα στάδια του πολέμου για την μακεδονική κυριαρχία στην Ελλάδα, απέκλεισε χωρίς δεύτερη συζήτηση αυτήν την οδό δράσης.

Αφού απέρριψε συμβιβαστική πρόταση των Μιλησίων να καταστεί η πόλη τους ελεύθερο λιμάνι τόσο για τους Πέρσες όσο και για τον ίδιο, προετοιμάστηκε για έφοδο στα τείχη της «μέσα πόλης» το επόμενο πρωί, ενώ ο εταίρος Φιλώτας στάλθηκε με το ιππικό και τρεις από τις έξι τάξεις των πεζεταίρων βόρεια προς τις εκβολές του Μαιάνδρου για να εμποδίζει τον ανεφοδιασμό των περσικών πληρωμάτων με τα απαραίτητα.

Το επόμενο πρωί ο Αλέξανδρος επιτέθηκε στην πόλη με τις πολιορκητικες μηχανές του και την κατέλαβε, ενώ ο Νικάνωρ παρέταξε τον στόλο του στο στενό ανάμεσα στη Λάδη και το λιμάνι της Μιλήτου, εξισορροπώντας έτσι το αριθμητικό πλεονέκτημα του περσικού στόλου και εμποδίζοντάς τον να επέμβει αποτελεσματικά υπέρ των πολιορκημένων. Τις επόμενες μέρες και παρά την πτώση της πόλης, ο περσικός στόλος παρέμεινε στην Μυκάλη και προσπαθούσε να παρασύρει τον ελληνικό σε ναυμαχία στα ανοικτά. Καθώς ο ελληνικός στόλος δεν ανταποκρινόταν στην πρόκληση και με τον χρόνο να τους πιέζει αφού ο ανεφοδιασμός των πληρωμάτων τους ήταν αδύνατος λόγω της παρουσίας των δυνάμεων του Φιλώτα στον Μαίανδρο, οι Πέρσες κατέφυγαν σε τέχνασμα. Αφού απoσύρθηκαν από τη Μυκάλη, ανεφοδιάστηκαν στην Σάμο και κατευθύνθηκαν παρατεταγμένοι για ναυμαχία προς το λιμάνι της Μιλήτου. Καθώς οι ώρες περνούσαν και οι Έλληνες δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να ναυμαχήσουν υπό δυσμενείς γι’αυτούς όρους στην ανοικτή θάλασσα, οι Πέρσες, έχοντας υποψιαστεί πως τα ελληνικά πληρώματα δεν βρίσκονταν σε ετοιμότητα μάχης, έστειλαν μια επίλεκτη δύναμη πέντε πλοίων στο στενό ανάμεσα στη Λάδη και το λιμάνι της Μιλήτου για να εκτελέσουν αναγνώριση και, αν το επέτρεπαν οι περιστάσεις, αιφνιδιαστική επίθεση στον ελληνικό στόλο. Πράγματι, πιθανότατα λόγω της αδράνειας των προηγούμενων ημερών, τα πληρώματα των περισσότερων πλοίων είχαν επαναπαυθεί και αρκετοί ναύτες δεν βρίσκονταν στις θέσεις τους, έχοντας σκορπιστεί σε ομάδες συλλογής καυσίμων υλών, τροφίμων κλπ. Την επικίνδυνη αυτή κατάσταση έσωσε ο ίδιος ο βασιλιάς όταν επεμβαίνοντας προσωπικά επάνδρωσε 10 τριήρεις κυριολεκτικά με όποιον ναύτη έβρισκε διαθέσιμο και τις έστειλε να επιτεθούν κατά μέτωπο στις πέντε εχθρικές. Μην αναμένοντας την αντεπίθεση αυτή, οι άνδρες των περσικών σκαφών ανέστρεψαν πλώρες και επέστρεψαν στην ασφάλεια του φίλιού τους στόλου, εκτός από ένα που αιχμαλωτίστηκε αύτανδρο. Η ελληνική νίκη σε αυτή την αψιμαχία, αν και μικρού μεγέθους, πιθανότατα έδρασε αρνητικά στην ψυχολογία των Περσών επιτελών. Μην έχοντας πετύχει κάτι αξιόλογο και αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στον ανεφοδιασμό τους, οι Πέρσες αναχώρησαν άπρακτοι για την Αλικαρνασσό.

Αν και η πρώτη αυτή αναμέτρηση με τους Πέρσες στην θαλάσσια περιοχή της Μιλήτου είχε αίσια κατάληξη, ο ελληνικός στόλος εν τέλει σώθηκε χάρη στην προσωπική παρέμβαση του βασιλιά, αλλά και στην διστακτικότητα των Περσών που έστειλαν μόνο 5 σκάφη στην τελευταία, καταδρομικού τύπου, επιχείρησή τους. Οι φόβοι του Αλέξανδρου όσον αφορά την αξιοπιστία των συμμαχικών πληρωμάτων είχαν επιβεβαιωθεί.

Επιπλέον, η επάνδρωση και η συντήρηση των πλοίων κόστιζε πολύ στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο (τουλάχιστον 100 τάλαντα τον μήνα) και οι υπηρεσίες που παρείχαν πρακτικά στο εκστρατευτικό σώμα όπως φάνηκε ήταν μικρές.

Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, ο Αλέξανδρος πήρε τελικά την απόφαση να διαλύσει τον στόλο. Οι μακεδονικές μοίρες στον Ελλήσποντο που φύλασσαν τις οδούς επικοινωνίας με την Μακεδονία έμειναν ενεργές, αλλά τα συμμαχικά πληρώματα απολύθηκαν και επέστρεψαν τις πατρίδες τους. Με το εκστρατευτικό σώμα παρέμειναν μόνο τα φορτηγά πλοία και η αθηναϊκή μοίρα-για να παρέχει ομήρους.

Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς Αλέξανδρου δεν ήταν αδικαιολόγητη. Οι Αθηναίοι υπήρξαν ιδιαίτερα χλιαροί όσον αφορά τις συμμαχικές τους υποχρεώσεις, ενώ αίσθηση προκάλεσε σίγουρα και ο ανεφοδιασμός των Περσών από τις αθηναϊκές κληρουχίες στην Σάμο. Η Σάμος ήταν αθηναϊκή κτήση από τα μέσα του αιώνα και η φιλοξενία των περσικών πληρωμάτων εκεί αποτελούσε σαφή παραβίαση των όρων της Συμμαχίας της Κορίνθου.

Ο Μακεδόνας βασιλιάς θα έριχνε πλέον όλο το βάρος στις χερσαίες επιχειρήσεις. Η νέα στρατηγική του προέβλεπε την με έμμεσο τρόπο αποσύνθεση του περσικού στόλου, μέσω της άλωσης των ναυτικών πόλεων της περσικής επικράτειας, με την βοήθεια του υπερσύγχρονου για την εποχή Μηχανικού του.

Η πρώτη δοκιμή του νέου δόγματος έγινε στην Αλικαρνασσό. Παρά τις δυσκολίες που προέκυψαν λόγω της έλλειψης φίλιου στόλου, το μακεδονικό Μηχανικό κατάφερε να κάνει θαύματα εκπορθώντας μια από τις ισχυρότερα οχυρωμένες πόλεις της εποχής. Κρίνοντας κάθε περαιτέρω αντίσταση μάταιη, με βαρύτατες απώλειες μεταξύ των υπερασπιστών λόγω των σκληρότατων συγκρούσεων που είχαν λάβει χώρα και με μεγάλο μέρος των οχυρώσεων να έχει μετατραπεί σε σωρούς ερειπίων, ο Mέμνονας και ο διορισμένος από τους Πέρσες σατράπης της Καρίας Οροντοβάτης εκκένωσαν την πόλη και αποχώρησαν μέσω θαλάσσης στην Κω (που ήταν περσική κτήση), αφήνοντας φρουρές μόνο στα οχυρά του λιμανιού. Ο Αλέξανδρος δεν καθυστέρησε στην πολιορκία αυτών των οχυρών, αλλά αφού άφησε 3.000 συμμάχους οπλίτες και 200 ιππείς υπό τον Πτολεμαίο του Λαγου να επιτηρούν τις περσικές φρουρές και την χώρα, συνέχισε την εκστρατεία του μέσα στον χειμώνα εισβάλλοντας στην Λυκία, στην Παμφυλία και εν τέλει στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, όπου τον Μάρτιο του 333 π.Χ έφτασε στην πόλη Γόρδιο της Μεγάλης Φρυγίας. Εκεί ενώθηκε εκ νέου με τον στρατηγό Παρμενίωνα που είχε ξεχειμωνιάσει με τις σκευοφόρους στις Σάρδεις, καθώς και με ενισχύσεις από την πατρίδα.

Μαζί με τις ενισχύσεις όμως, έφτασαν και ειδήσεις από την Ελλάδα και το Αιγαίο που διέγραφαν μια κατάσταση απελπιστική, χειρότερη από τους χειρότερους φόβους του. Και για άλλη μια φορά υπεύθυνος ήταν ο πιο επίκινδυνος εχθρός του, ο πολυμήχανος Μέμνονας από την Ρόδο.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.