Ο άνθρωπος και η γη

Απόσπασμα από το βιβλίο του Λούντβιχ Κλάγγες, Ο άνθρωπος και η γη, εκδόσεις Μάγμα

ΚΟΙΝΟΤΗΣ

《Οι αρχαίοι λαοί ονειρεύονταν µια χαµένη «χρυσή εποχή» ή μια παραδείσια κατάσταση, στην οποία το λιοντάρι συνυπάρχει ειρηνικά με τον αμνό, ενώ το φίδι αποτελεί τον φύλακα-άγγελο του ανθρώπου. Δεν πρόκειται για ονειροφαντασίες, όπως θέλουν να µας πείσουν εκείνες οι ψευδείς διδασκαλίες που θεωρούν ως μοναδικό χαρακτηριστικό της φύσης τον αδυσώπητο «αγώνα για επιβίωση».  

Οι ερευνητές των αρκτικών περιοχών αφηγούνται την άφοβη εµπιστοσύνη που έδειξαν οι πιγκουίνοι, οι τάρανδοι, οι θαλάσσιοι λέοντες, οι φώκιες, ακόµα και οι γλάροι, όταν πρωτοσυνάντησαν τον άνθρωπο. Οι πιονέροι των Τροπικών δεν κουράζονται να µας περιγράφουν κατάπληκτοι τις δύσβατες στέπες στις οποίες ζουν αρμονικά αγριόχηνες, γερανοί, ίβιδες, φλαµένκο, ερωδιοί. πελαργοί, µαραµποό, καμηλοπαρδάλεις, ζέβρες. γκνου και γαζέλες. Από τα παραδείγματα που έχουμε στη διάθεσή µας γνωρίζουµε ότι η συµβίωση εξαπλώνεται σ’ ολόκληρο το ζωικό βασίλειο και σε ολόκληρη τη γη. Όπου, όµως, ο άνθρωπος της Προόδου επέβαλε τούτη την κυριαρχία για την οποία δεν παύει να επαίρεται, έφερε μαζί του τον φόνο και τον τρόµο του θανάτου. Τι µας έχει αποµείνει π.χ. από το ζωικό βασίλειο που εκτεινόταν στα εδάφη των παλαιογερµανικών φυλών; Η αρκούδα και ο λύκος, ο λύγκας και η αγριόγατα, ο βίσωνας, η άλκη και ο ούρος, ο αετός και ο γύπας, οι γερανοί και τα γεράκια, οι κύκνοι και οι μπούφοι είχαν περάσει στη σφαίρα του παραµυθιού, πριν ακόµα εμφανιστούν τα όπλα µαζικής καταστροφής του σύγχρονου πολέµου. O πόλεµος αυτός έχει ξεκληρίσει σχεδόν τα πάντα, υπό τη γελοία πρόφαση ότι αναρίθµητα είδη ζώων είναι επιβλαβή, µε εξαίρεση τον λαγό, την πέρδικα, το ζαρκάδι, τον φασιανό ή -στην καλύτερη περίπτωσητον αγριόχοιρο. O κάπρος, ο αίγαγρος, η αλεπού, το κουνάβι, η νυφίτσα, ο ασβός και η ενυδρίδα -ζώα πολυθρύλητα που συνδέονται με πανάρχαιες µνήµες έχουν λιγοστέφει αριθµητικά, αν δεν ε΄χουν ήδη εξαλειφθεί. Από τη μία, ο γλάρος, το γλαρόνι, ο κορµοράνος, το βουτηχτάρι, ο ερωδιός, η αλκυόνη, ο φαλιδιάρης, η κουκουβάγια έχουν γίνει έρµαια µιας ανελέητης καταδίωξης,από την άλλη, οι φώκιες της Βαλτικής και της Βόρειας Θάλασσας κινδυνεύουν µε πλήρη εξαφάνιση. Γνωρίζουµε περισσότερα από διακόσια ονόµατα γερµανικών πόλεων και χωριών που προέρχονται ετυµολογικά από τον κάστορα, γεγονός που αποδεικνύει την εξάπλωση του φιλόπονου τρωκτικοό σε προγενέστερες εποχές σήμερα επιβιώνουν ακόμα ορισμένες αποικίες στον΄ Ελβα μεταξύ Τόργκαου και Βίττενμπεργκ, οι οποίες θα είχαν κιόλας εξαφανιστεί χωρίς νομοθετική προστασία! Ποιος άλλωστε δεν αντιλαμβάνεται περιδεής ότι χρόνο με τον χρόνο μειώνεται ραγδαία ο αριθμός των αγαπηµένων μας αοιδών, των αποδημητικών πτηνών; Περίπου μία γενιά πριν ο γαλανός ουρανός των πόλεων στη διάρκεια του καλοκαιριού έσφυζε από το βουητό των χελιδόνιών και των μαυροσταχτούρων, έναν ήχο που θαρρείς ότι γεννά τη λαχτάρα για απόδραση και περιπλάνηση. Κάποτε μπορούσε κανείς να απαριθμήσει τριακόσιες κατοικοόμενες φωλιές σε ένα προάστιο του Μονάχου, ενώ σήµερα ε΄χουν απομείνει μονάχα τέσσερις ή πέντε. Ακόµα και στην ύπαιθρο επικρατεί απόκοσμη σιγή, αφού πλέον δεν αντηχοόν «αναρίθµητοι κορυδαλλοί» όπως στα δροσερά πρωινά των ευφρόσυνων ποιημάτων του Φον Άιχεντορφ. Θα επρόκειτο για αναπάντεχο δώρο της τύχης αν σε κάποιο μακρινό δασικό μονοπάτι ακούγαμε να μας καλεί από ένα ηλιόλουστο λιβάδι η καθάρια και δυσοίωνη φωνή του ορτυκιού, το οποίο παλιότερα κατέκλυζε τις γερμανικές έπαρχίες, ζώντας στα τραγούδια του λαού, όπως και στα έργα των ποιητών. Η καρακάξα, ο δρυοκολάπτης, ο συκοφάγος, η παπαδίτσα, ο κοκκινοόρης, η συλβία, το αηδόνι όπως φαίνεται, όλα τους ανεξαιρέτως οδηγούνται αναπόδραστα στην εξαφάνιση.

Μαντρωμένη στις µεγαλουπόλεις και συνηθισµένη από μικρή ηλικία στις καπνισμενες καμινάδες, τους θορύβους των πολύβουων δρόµων και τις κατάφωτες νύχτες, η πλειονότητα των συγχρόνων µου δεν είναι πια ικανή να εκτιµήσει την οµορφιά της υπαίθρου” η απλή θέα ενός πατατοχώραφου αρκεί για να της δώσει την εντύπωση ότι αντικρίζει τη φύση, ενώ οι υψηλές της αξιώσεις ικανοποιούνται µε το τιτίβισµα μερικών ψαρονιών και σπουργιτιών πάνω στα κακοµοιριασμένα δέντρα των λεωφόρων. Αν διαβάσουμε για την κατάσταση της γερµανικής υπαίθρου εβδοµήντα χρόνια πριν, ενδέχεται να φυσήξει στις δυστυχισμένες ψυχές µας μια αύρα από τους ήχους και τις μυρωδιές εκείνων των ηµερών τότε ακριβώς ξεπροβάλουν τα γνωστά επιχειρήµατα για την «οικονοµική ανάπτυξη», τις απαιτήσεις της «ωφέλειας» και τις αναπόφευκτες αντιξοότητες της διαδικασίας εκπολιτισµού προκειμένου να εξουδετερωθεί η ενοχλητική αποδοκιµασία. 》

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.